Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Κάπως ανέλπιστα.

-Όχι μωρέ, το 'κοψα εδώ και κάτι μέρες.  Καπνίζω μόνο αυταπάτες τώρα.
-Καλές είναι κι αυτές, κάνουν παρέα με εκείνη εκεί την ύπουλη, την αίσθηση του ανικανοποίητου-μιας και είδαμε τη ταινία του πρίγκηπα-και τις χίλιες δυο ανασφάλειες του έρωτα.
-Ο έρωτας, λέει, περίεργη λέξη. Βεβηλώνεται και ευτελίζεται στις υπεραναλύσεις και στις απόπειρες για πεζότητα.
-Είναι που θέλουν, οι άνθρωποι, να μάθουν και να φανούν. Είναι, λένε, που ερωτεύονται και εκτίθενται καθημερινά με μουσικές. Είναι που σε κοιτάζουν μπας και δείξουν κανά βλέμμα ενοχής και αποζήτησης και έπειτα φεύγουν πάλι, γιατί αγαπούν το φευγιό.
-Ασφαλίζεσαι και φαντάζεις απόμακρη, άγρια και περίεργη.
-Είναι θέμα συστολής.
-Ταιριάζουμε.
-Χαίρομαι που ακούς Ντύλαν και έχεις το θάρρος θράσος να με φιλάς.
-Τι νιώθεις τώρα πια, ένας Θεός τους ξέρει.
-Λέω να το ξαναρχίσω.
-Ούτε συ τα πας καλά με τις υποσχέσεις, κατάλαβα.
-Πάω να διαβάσω κάτι βιβλία που όλο παρατάω στη μέση-καιρό τώρα.
-Κι εγώ το κάνω. Και με άλλα όμορφα πράματα. Σα να φοβάμαι.
-Καληνύχτα.


Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Έρωτας αγάπη μου θα πει.


Την Πέμπτη, λες πως θες (;) να με δεις.
Τσεκάρεις το ημερολόγιο με έναν κύκλο
όχι ακριβώς κόκκινο
κι ας μη χρησιμοποιείς σχεδόν ποτέ σου αυτό το χρώμα.
Σκέφτομαι πώς γράφεται η ανυπαρξία
αν δεν θ' ανήκω στις προοπτικές σου.
Και οι αλεπάλληλοι έρωτες να σε δείχνουν με το δάχτυλο
που βιάστηκες κι έβγαλες εκβιαστικά συμπεράσματα
μια περασμένης χιλιετίας.
Σκέφτομαι ακόμα να σου στείλω 2-3 λόγια καλλιγραφικά
μπας και συγκινηθείς από το τότε
και βαλθείς να θυμάσαι.
Ή να σε ταρακουνήσω με καμιά αυτοκτονική απόπειρα
μήπως κι ο οίκτος σου σταθεί ικανός
να χαρίσει μια μονάχα ματιά
στα γεμάτα αίματα δάχτυλά μου.
Ή να κάνω εκείνο εκεί το ακραίο,
το δύσκολο και το αναπόφευκτο.
Μα στέρεψα, μάτια μου από κουράγια
και από ευθείες συγκρούσεις.
Και δεν είναι που σ αγαπώ
είναι που δεν ξέρω τι θα πει
κι αν εσύ όντως
με περιμένεις τις Πέμπτες
εκείνες, που η βροχή σιγοντάρει
και τα σώματα ετεροκαθορίζονται.
Απτόητη, πίσω από ασθμαίνοντες χτύπους
τότε
θα σου μιλώ
για όλα όσα πέρασαν
και για τα μαύρα μαλλιά σου που
σχεδόν με πνίγουν.
Και ξέρω,
είναι ό,τι χειρότερο να
αποζητάς κάτι
και να θες μετά να το χωρέσεις στους προδιορισμούς σου.
Θα σου τηλεφωνήσω την Πέμπτη, να δω αν είσαι καλά.

(...)

Φοβάμαι πως θα μείνω μια μέρα
να κοιτώ τους παρελθοντικούς μου χρόνους
τα πεισματάρικα "αρέσω"
και τις αλήτικες φωνές να κραυγάζουν
και δε θα χω άλλη δύναμη να σε πιάσω
θα χει στερέψει ο νους
να λέει ψΑΙματα
και θα λιθοβολεί
τη δειλία μας.
Να ξέρεις δεν θα σε ερωτευτώ ξανά
Κι ούτε μισή ευθύνη δεν κρατάς για τους παροξυσμούς μου