Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Θεέ.

Θεέ, αν υπάρχεις
πάψε να βρέχεις τόση πεζότητα
είμαστε κι εμείς εδώ
οι σαχλοί
που περιμένουμε όσο τίποτα
έναν έρωτα κι έναν αποχαιρετισμό.

Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

.

Σκηνή πρώτη, πράξη 372η. Κάθεσαι απέναντι μου και καπνίζεις συνέχεια απανωτά τσιγάρα, μέχρι η κάφτρα τους να φτάσει στα δάχτυλά σου και να ζωγραφίσει στην άκρη τους αποτυπώματα με ακανόνιστα σχέδια που μετά θα μου τα δείχνεις για να σε λυπηθώ. Πού και πού ξερνάς λέξεις περίεργες που όλο και σβήνουν, παρέα με τη διάθεσή σου να μοιραστείς. Έχεις κάνει τις επιλογές σου. Και δε χωράω σ' αυτές. Με φιλάς.

Σκηνή δεύτερη, πράξη 532η. Με ξαπλώνεις και με σκεπάζεις και μου λες για τιμωρητικά όνειρα, για φευγάτες ανασφάλειες, για μουσικές από ξένους κι αλλόκοτους τόπους και κάτι άλλα γλυκόπικρα και όταν κάποια στιγμή σε μαλώνω, γιατί θέλω να κοιμηθώ, βάζεις τα γέλια τα ειρωνικά. Έπειτα σκαλίζεις το συρτάρι και ψάχνεις με ποιο όπλο θα με σκοτώσεις. Διαλέγεις τα χέρια σου. Με πνίγεις.

Σκηνή τρίτη, πράξη 678η. Ξυπνάω από το λήθαργο κι εσύ ήδη έχεις κρεμάσει στον τοίχο τα λάφυρά σου από τη μάχη και με κοιτάς από απόσταση με θριαμβευτικό ύφος. Λέω αφελώς "πάμε μια βόλτα". Δεν κάνεις τον κόπο ν' απαντήσεις. Βάζεις το μπουφάν σου και μου λες να κάνω το ίδιο κάπως επιτακτικά και κάπως τρυφερά. Οπωσδήποτε υπακούω. Μιλάμε για ασυναρτησίες, ξημερώνει και νιώθω πιο μόνη δίπλα σου. Δε θα 'πρεπε-τουλάχιστον δε γίνεται έτσι στις ταινίες και τα βιβλία που με γαλούχησαν να προσμένω τον απόλυτο έρωτα. Λες κι ακούς τη σκέψη μου, γελάς πάλι. Ψάχνεις την τσέπη σου. Βρίσκεις αναπτήρα. Με καις.

Σκηνή τέταρτη, πράξη 2039η.  Ζητάς να σου πω ένα ακόμα τραγούδι κι εγώ δεν έχω άλλα περιθώρια. Έχω βάψει τα μάτια μου με μαύρο χρώμα και μου λες πως αγριεύω όταν σε κοιτάω. Θωρακίζομαι, αλλά δε θες. Και ξεχνάς. Φράση παρά φράση και εξαϋλώνομαι σχεδόν απροκάλυπτα κι αναρωτιέμαι αν το πρόσεξες. Παρήγγειλα νέες λέξεις να έρθουν να σου πουν όλα αυτά που καιρό τώρα προσπαθώ με άναρθρες κραυγές και κινήσεις απελπισίας να σου δείξω. Κουράστηκα. Κάνεις πως κοιτάς τους πίνακες στον τοίχο. Με φοβίζεις.

Σκηνή τελευταία, πράξη δεν ξέρω ούτε εγώ τώρα πια, κουράστηκα να μετράω. Ανακατεύω τα χρώματα μπας και βγει εκείνο το υπέροχο μαύρο που χρόνια έψαχνα, να σε βάψω να μην ξαναρθεις, να μη με ξαναγγίξεις και να μη με ξανατρομάξεις, έτσι αυθάδικα που θα θες να εισβάλεις πάλι σε ό,τι ζω, ή ακόμα χειρότερα, σε ό,τι νομίζω ότι ζω. Ούτε που σαλεύω όταν σε πετυχαίνω τυχαία σε κανά όνειρο, γιατί αλλάζω κατευθείαν σταθμό μηχανικά και δε θέλω να περιαυτολογώ, αλλά πλέον τα καταφέρνω αριστοτρεχνικά. Τρίβω το δέρμα μου να βγάλω τη μυρωδιά σου από πάνω μου κι είμαι σε καλό δρόμο. Μην ξαναρθεις. Με λυπάσαι.

Και δε θέλω.


Τρίτη 16 Ιουλίου 2013

H απόσταση από το δεξί μέχρι το αριστερό μου χέρι όταν προετοιμάζομαι για ανεπίδεκτες μαθήσεως αγκαλιές είναι σίγουρα απόσταση ασφαλείας. Θωρακίστηκα με κράνος, εξοπλισμό πρώτης τάξης, προφυλακτήρες κι είμαι έτοιμη για το δρόμο. Εσύ θα κάθεσαι πριν το αντίο, πάλι, παθητικά στην άκρη του κρεβατιού καπνίζοντας λες και δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνεις. Έχεις ένα γκρι στα μάτια και λίγο μαύρο στο βλέμμα. Το μπαλκόνι βρώμικο. Σκέφτομαι, αν κάνω πως πέφτω θα το προσέξεις;
Συλλέγω λέξεις και περιμένω να μεγαλώσεις λίγο για να στις δώσω. Έτσι απλώς θα στις δώσω, μπορεί και να στις πετάξω να μην έχω να τις πιπιλάω ποτέ ξανά, να μην έχω να τις στριφογυρνώ στο στόμα μου ποτέ πια. Δε σε μισώ, δε θα μπορούσε αυτό να γίνει, γιατί δε γίνεται να μισείς άδολα μάτια και καθαρές προθέσεις. Τα χέρια μου κατηγορώ που δεν άνοιγαν πιο πολύ από την απόσταση ασφαλείας. Θέλω μια μέρα να τη μετρήσουμε τη γαμημένη, να δω σε πόσα εκατοστά πληρώνεται η δειλία. Εφτά χιλιάδες φορές έχω κάνει απόπειρες προσπέλασης. Εσύ καμιά-δυο κι αυτές πρόχειρες. Δε θα 'θελα να είσαι αυτός κι αυτό σημαίνει πως η άτρωτη έκανε λάθος. Μου το συγχωρώ, όπως συγχωρώ όλες τις βραδιές που μου αρνήθηκαν το παραμύθι. Ξεβράζουν οι τηλεοράσεις και τα βίπερ ρομάντζα παραμύθια, θ αγοράσω μπόλικα, δε βαριέσαι!
Ζέστη σκουριασμένη, τα πόδια μου δε κουνιούνται, έκλεισα τα μάτια, έμεινα ακίνητη, σου φωνάζω, σ εκλιπαρώ, δεν το βλέπεις; Δεν κουνιέμαι! Βάζω μουσική στα ηχεία, καίω την κουίντα, σε κρατώ από το μπατζάκι, έχω ξεπεράσει τα όρια του αξιοπρεπούς και πάλι μένω εγκλωβισμένη σε κάτι ξέμπαρκα "κάποτε", σε κάτι ξεφτυσμένες υποσχέσεις και σε κάτι κρεμασμένα στραβά και βρώμικα "σ΄' αγαπάω", που 'μειναν δίπλα στις περγαμηνές, να μη νιώθουν μόνα τους και αποστατήσουν από την έκθεση του τοίχου.
Θα ΄θελα να κανονίσουμε να βγούμε για λίγο περπάτημα δίπλα στη λίμνη, τίποτα τρομερό για να σου επιστρέψω τις χιλιάδες λεπτομέρειές σου που σαν ακίδες έχουν μπει στο δέρμα μου και με πονάνε. Μια φορά κάθισα και τις έβγαλα μια-μια. Μπορεί κάποια να ξέφυγε, αλλά στ' αλήθεια δεν την κράτησα επίτηδες για να έχω κάτι από 'σενα.
Έχω μια θύμηση σου να μυρίζω. Θα στην επιστρέψω κι αυτήν όταν θεραπευτώ. Οι φίλοι λένε θα τα καταφέρω. Θα πάψω κάποτε ν' αναπνέω από 'σενα και τότε θα μαι δυνατή σαν τις ηρωίδες των βιβλίων σου.
Έχεις μια μικρή ελιά κάτω απ' το αριστερό στήθος. ΄'Ισως είναι και το μοναδικό πράγμα που δε θα ξεχάσω ποτέ πάνω σου.

Σάββατο 22 Ιουνίου 2013

.,.

Μα πού πήγαν εκείνα τα βράδια που ακούγαμε Σιδηρόπουλο και γεμίζαμε αφελώς τα ρούχα μας εφηβικά δάκρυα και ένα κάρο ρομαντικά φαλτσαρίσματα; Πού πήγαν εκείνα τα ουρλιαχτά ευτυχίας στην Αβέρωφ, όταν η Ράνια μας πήγαινε βόλτα με το μηχανάκι και παρκάραμε στο πιο ακατάλληλο σημείο για να γυρίσουμε με ανάσες τσιπουρονοτισμένες κι αμφιβολίες για πολύ προσωπικά ντέρτια πάνω από τα κεφάλια μας; Να τρέχει ο Νίκος στη μικρή πόλη επειδή απλώς κάποιος του έδωσε λίγη προσοχή, η Ράνια να ταϊζει τα σκυλιά ολάκερης της πλατείας, εγώ να σχεδιάζω την επόμενη αυτοκτονική εξόρμηση στα παλιά, εσύ να καπνίζεις λαίμαργα τσιγάρα, αμέτρητα και πάντα με τον ίδιο ρυθμό. Και να 'χουμε μάτια άδολα. Να χωρίζεις από σχέση 3 χρόνων, να κλαις στον ώμο μου και να σου δίνω γλυκό του κουταλιού να ξεχαστείς και μετά να κλαίω κι εγώ για τα αναμενόμενα που δε λεν να ρθουν ή επειδή απλώς κλαίω συχνά. Να με παίρνεις το χάραμα και ν αποφασίζουμε να μη δώσουμε μάθημα επειδή έξω χιονίζει, να πάμε και σ' αυτή την παράσταση, τιμή ευκαιρίας, τις κυνηγάμε εμείς δαύτες άλλωστε. Καταστρώναμε εκατομμύρια σχέδια για το καλοκαίρι, βλέπαμε γκρεμούς και ήμασταν σίγουροι πως και να φτάσουμε στο χείλος θα πετάξουμε. Άτρωτοι λέγαμε, ατσάλινοι είμαστε.
Μετά τα χρόνια πέρασαν και σαν κάποιος να ρούφηξε τη θετικότητά μας. Μην προσπαθήσεις και πολύ να εξηγήσεις, το βλέπω και στα δικά σου μάτια, κάποιος ήρθε και χωρίς να ρωτήσει σου απομίζησε κάθετι αισιόδοξο που κουβαλούσες. Σ' ακούω να μιλάς, μα δε σ' ακούω στην πραγματικότητα. Κάτι διάσπαρτες απόπειρες, κάτι μικροί σχηματισμοί στα χείλη, πού πας; Γιατί φεύγεις πάλι χωρίς ένα καληνύχτα; Μου 'χουν λείψει αφόρητα τα καλογραμμένα ερωτόλογα χωρίς παραλήπτη κι ενίοτε χωρίς καν αποστολέα. Ένα μελάνι έχει σκάσει στο κεφάλι μου και πιτσιλίζει κάθε μου σκέψη. Ψάχνω με το σταγονόμετρο φαντασία. Ούτε απ' αυτή διαθέτει το μαγαζί. Κι απόψε θα κοιμηθώ μ' ένα γιατί και ένα ερωτηματικό σα γάντζο. Τρεις πνιγηρές καλημέρες ακόμα και σε ξεπουλάω για το τίποτα, βαρέθηκα να σε κυνηγάω εσένα κι όλους τους δικούς σου που αλλάζετε τόσο ελαφρά τη καρδία πρόσωπα. Πεθαμένες γόπες στο πάτωμα, άραγε πόσο καημό κουβάλησαν μέχρι το θάνατό τους; Όχι, δεν είμαι λυπημένη. Αλλά να μωρέ. Είναι που κάνει αβάσταχτη ζέστη και μοναξιά στον κόσμο σου.

Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

...

Μια υποπερίπτωση τεθλασμένη
ξεχασμένη σε οπισθόφυλλα
είναι ικανή να σ' αλλάξει τα φώτα.
Βλέπεις, είναι όμορφα να αντιφάσκεις
και να μιλάς με λόγια
γεμάτα δυσκολίες μέσα τους.
Το ζήτημα βέβαια δεν ήταν αυτό.
Αλλά εσύ πάντα ξεχνάς τι σε ρωτάνε
και πώς γράφονται
τα στρογγυλά γράμματα
που δεν έχουν παραλήπτες.
Έμαθες καλά να συλλαβίζεις
δήθεν έρωτες
αλλά για τους άλλους,
εκείνους που τους βαφτίζουν ατόφιους
ούτε λόγος.
Δεν είσαι για πολλά
και θες άλλωστε να γυρνάς στο σπίτι
χαμογελαστός.
Ξέρεις πόσο απέχει
η πραγματικότητα από
τις δικές μου υποπεριπτώσεις;
Δεν έχεις ιδέα μάλλον
μα δε σε κατηγορώ.
Θα γράψω μια ιστορία με πολλά
στερητικά
μέσα της.
Ας δικαιολογήσω
μια ακόμα νύχτα
την πλήρη ανικανότητά μου
να γκρεμίζω τις δικές μου
ακατάπαυστες
ακατανίκητες
αξεδιάλυτες
ανόητες
αλκαλικές
υποπεριπτώσεις μου.
 

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Μα και βέβαια.

3.14, ημέρα Πέμπτη

Δεν έχει και πολύ κρύο έξω. Κάνει μια από 'κείνες τις ψύχρες που ευνοούν το γρήγορο περπάτημα, τα κυνηγημένα φιλιά και τα χέρια που χώνονται αυθάδικα στις τσέπες. Οι επιγραφές τρεμοπαίζουν, παιδιά στους δρόμους δεν κυκλοφορούν, τα λεωφορεία γίνονται όλο και πιο τρομακτικά. Αλήθεια σου 'χα πει ποτε ότι με τρομάζουν τα λεωφορεία; Δεν ξέρω γιατί, δεν έχω συνδυάσει αυτό μου το φόβο με κανένα παιδικό τραύμα-κι έχω μπόλικα από δαύτα. Ίσως να με φοβίζουν οι σκέψεις μου στο λεωφορείο, ίδιες κι απαράλλαχτες κάθε φορά. Δεν προσέχω ποτέ τους ανθρώπους που μπαινοβγαίνουν, αποφεύγω το βλέμμα τους εντέχνως. Το μόνο που τριβελίζει συνέχεια και συνέχεια το κεφάλι μου είναι πως μες στα λεωφορεία υπάρχει συμπυκνωμένη μοναξιά και προσπαθώ να παίρνω κοφτές ανάσες για να μην μπει πολύ βαθιά στα σωθικά μου και με μολύνει. Μια φορά ήμουν στα πρόθυρα να σκάσω. Θα προτιμούσα να έσκαγα παρά να με μόλυνε αυτή. Δεν έχει και πολύ κρύο έξω. Θα μπορούσαμε να πάμε σ' εκείνο το αγαπημένο πάρκο κι απλώς να καθόμαστε και να μαντεύουμε με τις ώρες τι διαβάζει ο απέναντυ τύπος, αν η γυναίκα του γέρου που ταϊζει τα περιστέρια ζει, να ακούμε ραδιόφωνο ή ακόμα ακόμα να διαφωνούμε υστερικά για το αν η ΕΨΑ είναι καλύτερη βυσσινάδα απ' αυτή της Μυτιλήνης.
Παραχώνουμε στις μέρες μας πράγματα, δε βρίσκεις; Δε σ' ακούω. Πολλές φορές δε σ' ακούω όταν μου μιλάς για τις εμμονές σου, ή όταν διηγείσαι μ' εκείνα τα γουρλωμένα μάτια τις ιστορίες σου. Με χαώνεις, στο χω ξαναπεί. Αναρωτιέμαι όταν σε κοιτάω αν με πρόδωσε ο έρωτας ή αν εγώ έχω πάψει προ πολλού να πιστεύω σ' αυτόν. Αλλες φορές πάλι, προσπαθώ να με πείσω για τις πλαγιομετωπικές συγκρούσεις και απλώς αναμένω τις εξελίξεις στωικά.
Έχουν ματώσει τα γόνατά μου από το σύρσιμο, σήμερα μόλις το πρόσεξα! Σέρνω τη σάρκα μου καιρό τώρα κι έχω φοβηθεί. Θα σ' ήθελα πιο προσπελάσιμο, να μη σέρνομαι κι εγώ, να μη χρειάζομαι υπερπροσπάθειες.
Δεν έχει πολύ κρύο κι όμως τα χέρια σου είναι παγωμένα. Με παγωμένα χέρια να μη με πιάνεις ποτέ. Δε θέλω αιχμηρές αγκαλιές. Δε θέλεις περιττά αγγίγματα. Δεν είσαι για μεγάλες περιπέτειες. Δεν είμαι για νωχελικά καλοκαίρια. Δεν αγαπάς τους ανυπεράσπιστους. Δεν τολμώ να σου πω πως είμαι μία απ' αυτούς.
Δεν έχει πολύ κρύο απόψε κι ήθελα τόσο πολύ να με περιμένεις κάτω από το σπίτι μου να πάμε μια βόλτα στ΄αγαπημένα. Κάνει πολλή μελαγχολία απόψε. Και το βαρομετρικό της απόγνωσης σ' αρκετά υψηλά για την εποχή επίπεδα.

Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Πέρα Δώθε2.

Δε μ' ένοιαζε τότε. Μου 'δινες μέλι και γλύκαινε το λαιμό μου και τους πόνους όλους και ξανάβγαινα να παίξω. Και μετά με φιλούσες στα μάγουλα και μου μίλαγες για την πιο όμορφη αρμύρα των στεγνωμένων δακρύων. Κι έδινες περισσότερη σημασία στην ελιά κάτω από το μάτι, την αγαπημένη σου ελιά. Έτσι μάθαινα να εξαφανίζομαι από τα δύσκολα και να σ' έχω πάντα δεκανίκι. Ήξερα τότε. Τώρα απλώς ακροβατώ και ψάχνω υποκατάστατα και παυσίπονα που δεν πιάνουν. Δεν πιάνουν τα γαμημένα.
Φανταζόμουν πως μετά από χρόνια θα γίνω άτρωτη, αλλά εγώ-όπως πάντα ανακόλουθη-γίνομαι ολοένα και πιο ευάλωτη. Ολοένα και πιο τρομαγμένη για κάποιον έρωτα, για κάποια τυχαιότητα, για κάποιο απροσδόκητο. Δεν έχω αποφασίσει αν φοβάμαι τους ανθρώπους ή εμένα. Κρύβομαι πάντως, πίσω από τις λέξεις και τα αυθάδικα βλέμματα-αν και μερικές φορές είναι τα μόνα που μπορώ, κάπως να χειριστώ. Αδέξια τσακίζω τις άκρες από τις χαρτοπετσέτες και με πείθω πως είναι ερωτικά γράμματα κάποιου παλιού αγαπημένου. Κι έπειτα τα καίω να γίνουν οι στάχτες τους αιωρούμενες αναμνήσεις μπας και εξαϋλωθούμε παρέα. Αλλά τελικά εκείνες φεύγουν και μένω εγώ στατική, σχεδόν καρφωμένη στο έδαφος να τις κοιτάω να χορεύουν.
Κάποτε όταν μου ψιθύρισε εκείνος ο εισβολέας πως κάτι δεν πάει καλά με 'μενα, τον αγνόησα και συνέχισα να γελάω με τις αηδίες που αράδιαζε κάποιος που δε θυμάμαι ποιος. Έπειτα το ξανασκέφτηκα κι από τότε κάθε μέρα, κάθε στιγμή, σε κάθε κίνηση, σε κάθε σκέψη έρχεται και μπαίνει μέσα στα σωθικά μου. Δε με ρωτάει, απλά μπαίνει. Στρογγυλοκάθεται και μ' αγνοεί. Και δεν το ελέγχω, στ' αλήθεια δεν το ελέγχω.
Ψάχνω να βρω τρύπες μπας και ξεφύγω, το πράγμα μπάζει από παντού λένε, μα εγώ δε βλέπω. Κοιτάζω στον καθρέφτη, ψηλαφίζω το κορμί μου και δεν είμαι εγώ. Εντοπίζω σπηλώματα, μελανιές και σημάδια κι αντί να θυμηθώ από πού ήρθαν, φτιάχνω γι' αυτά μικρές φανταστικές ιστορίες και τις αναπαράγω κάθε που σκοντάφτω πάνω τους.
Αφήνω τα μαλλιά μου να μακρύνουν και δε με πολυνοιάζει αν τα ρούχα μου είναι ταιριαστά ή αν έπλυνα τα πιάτα. Έχω σκαρφιστεί όλους τους λόγους του κόσμου, αλλά κάθε πρωί τους ξεχνάω. "Δώσε μου ένα λόγο να σηκωθώ το πρωί, δώσε μου κι άλλα ρούχα σου, δώσε μου κάτι από 'σενα να 'χω ν' αγγαλιάζω.", σου γράφω, αλλά δεν ξέρεις να διαβάζεις τέτοια σαχλά. Και με το δίκιο σου. Εσύ έχεις συνηθίσει άλλωστε τη μοναξιά. Εγώ γεννήθηκα μ' αυτήν, είναι κάτω από το δέρμα μου, εγκλωβισμένη σε κάθε κύτταρό μου, ρέει στο αίμα μου. Δεν είμαστε το ίδιο κι ας λέω ψέματα στον εαυτό μου κάθε βράδυ.
Κάποτε πίστευα πως όλοι γεννήθηκαν για ν' αγαπηθούν. Να ενώσουν τις ματαιότητές τους, να ψηλώσουν κανά δυο πόντους την ύπαρξή τους, να φαντασιωθούν δράκους και ερωτόλογα στις 5 το πρωί, να 'χουν να ζωγραφίζουν ιστορίες, να 'χουν κάποιον να μοιραστούν τον πρώτο καφέ και την τελευταία βαρύθυμη ανάσα πριν πέσουν ξεροί στο στρώμα.
Τώρα τίποτα δεν πιστεύω. Πες μου γιατί μ' έκανες έτσι; Ποιον πρωτοφοβάμαι, ποιον να πρωτοξορκίσω, από πού πάνε για τον παράδεισο παρακαλώ πολύ;

Τρίτη 14 Μαΐου 2013

14.5

Είμαι λυπημένη. Επειδή κάθε φορά που συμβαίνει το πιο χαζό πράγμα στον κόσμο, δεν είσαι εδώ να στο πω. Μου λείπουν όλα τα συνωμοτικά μικροπράγματα που (έχω φανταστεί ότι) μοιράζομαι μόνο μαζί σου και με κανέναν άλλον.
Και που ΄σαι.
Όταν αποκαλύπτονται αυτές οι τρύπες κι εσύ είσαι πιο έκθετος και πιο μόνος από ποτέ, δεν αρκούν οι φίλοι.
Είναι περίεργο που όλες αυτές οι σκέψεις ξεγυμνώνονται στις αναμονές για λεωφορείο. Και φύσαγε πολύ χτες.
Πού να είσαι άραγε;

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

..

Ένας έρωτας σ' έκδοση τσέπης, δυο παιδιά, εσύ, τα χέρια σου-πιο πολύ αυτά, μόνο αυτά- κι ακατάστατα τσιγάρα στο τραπέζι. Το χαμόγελό σου σε κορνίζα καλογυαλισμένη, η μυρωδιά σου στα ρουθούνια μου, το άγγιγμά σου σε διακοπτόμμενες διαφημίσεις πριν τις ειδήσεις και λίγο μετά τα βιπερνόρα. Αναρωτιέμαι τι άλλο δικό σου θ' αφήσω να εισβάλει τόσο αγενώς στη σφαίρα μου. Κάτι διάσπαρτες λέξεις, παύσεις στο τηλέφωνο, μα δεν το βλέπεις ή προσποιείσαι; 
Να προσπαθήσω να πω κάτι να σε ταρακουνήσει, δε με νοιάζουν πια τα αναμασημένα κοπλιμέντα, αλλά πώς να γίνει, θέλω να ζήσω μαζί σου την πιο κλισέ ιστορία. Και να 'χει μέσα της όλους τους διστακτικούς αναστεναγμούς που δεν ακούστηκαν ποτέ και να χει κλάματα στο υπόγειο και να χει το χέρι σου να σφαλίζει το στόμα μου μην ακουστούμε, να 'χει αστέρια και θάλασσες, τετραγωνισμένα ανορθόδοξα, πνιχτά γέλια, άδολα μάτια-μην τα κατεβάζεις, στο χω πει. Μια μικρή βόλτα με το ποδήλατο, γυμνό δέρμα που μόλις βγήκε στον κόσμο, ιδρώτας-αντρικό άρωμα κι ο έρωτας στα σκαριά-παρέα με μια ανεπαίσθητη ιδέα ότι δε θα τον αφήσουμε να μεγαλώσει. Δε θέλω να κοιτάζεις με τα καθάρια βλέμματα που επιστρατεύεις για να πεις όλα τα ανήκουστα, όλα αυτά που δεν εννοείς και δε με νοιάζει αν τα εννοείς. Δε θέλω να φοβάσαι και να συννεφιάζεις, μια μόνο χαραμάδα να μου αφήσεις, να μπαίνω πού και πού να σου λέω παραμύθια για να μη νιώθεις μόνος. Εγώ έχω μάθει καιρό τώρα να μένω μόνη, αλλά εσύ δε θα τα καταφέρεις κι αυτό δεν το λέω επειδή δε σ' εμπιστεύομαι, μη σε κατακυριεύσουν πάλι τα ανασφαλή ερωτηματικά σου, δε θέλω πάλι να λέμε τα ίδια.
Αχ και να 'ξερες! Να χα τη δύναμη να σου πω ένα αυθάδικο "σφίξε μου το χέρι", γιατί κι εγώ-μη θαρρείς-το χω ανάγκη πού και πού το ρομάντζο μου,για να νιώθω λιγάκι αντιηρωίδα. Το παιδέψαμε πολύ ρε αδερφέ μου κι εγώ να υπεραναλύω δεν ξέρω, δεν μπορώ και δε θέλω να προσπαθήσω. Ξέρω μόνο πώς να αγγαλιάζω οδυνηρά, πώς να κλέβω πεσμένες βλεφαρίδες και πώς να μιλάω δυνατά για αλλόκοτα πλάσματα που δε γνώρισα ποτέ κι ούτε ποτέ μου θα γνωρίσω.
Θέλω να μάθω όλους τους τρόπους να τελειώσεις μια ιστορία. Μάθε τους μου, σε παρακαλώ.

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

.

Eκείνη γεννιέται προγραμματισμένα και φέρνει φιέστες και κανονιοβολισμούς στην οικογένεια.Της έμαθαν να στολίζει τα μαλλιά της με κορδέλες πριν φύγει από το σπίτι μα πάντα γύριζε βρώμικη και ατημέλητη. Της άρεσε να της διαβάζουν αλλόκοτες ιστορίες και να της ζωγραφίζουν πάντα με μπλε και κόκκινο, ποτέ με άλλα χρώματα. Πείσμωνε και επέμενε σε κάθε παιχνίδι που έχανε, όχι γιατί είχε μάθει να κερδίζει, αλλά γιατί φοβόταν να χάνει. Έκανε ολοστρόγγυλα τα άλφα, ακανόνιστα τα γιώτα, ίσως όχι και τόσο κομψά τα ταυ. Επαναλάμβανε μικρές δικές της προσευχές κάθε βράδυ και αγαπούσε να μισεί την Κατερίνα της. Ήταν ερωτευμένη με τα βιβλία, την Εύα, τις λιχουδιές. Έκρυβε τα σοκολατάκια στην τσέπη, έτρωγε γαβάθες σούπα, δεν είχε ενοχές που ήταν στρουμπουλή και αδέξια. Πετάριζε τα γαλάζια μάτια της αθόρυβα, φώναζε αθόρυβα, έφευγε αθόρυβα, αγαπούσε αθόρυβα. Χόρευε διστακτικά με τον παππού της το "άστα τα μαλλάκια σου", γελούσε με τη μαμά περιπαικτικά όταν της έβαζε Χατζιδάκι. Κοριτσάκι έκανε τα πρώτα βήματά της σε παιδικά ρομάντζα και έκλαψε λίγο που δεν την ήθελε ο μεγάλος της έρωτας. Την παρηγόρησε πολύ απρόσμενα ο μπαμπάς ένα μεσημέρι μετά το σχολείο και την επόμενη μέρα αποφάσισε να μην τον θέλει πια και να μην το κοιτάζει σαν ξελιγωμένη στο φροντιστήριο. Μετά μεγάλωσε. Δυνάμωνε τις ενοχές της, γιγάντωνε τις αμφιβολίες της, οπλίζονταν με τις δειλίες της. Κλασικά εικονογραφημένα, έλεγε και βούταγε πάλι στα βιβλία μπας και ξεχαστεί. Διάφανη και έυθραυστη, ευερέθιστη κι ειρωνική, με κάτι μάτια λίγο αθώα, λίγο χαωμένα, λίγο αδιάφορα, λίγο εδώ και λίγο πουθενά. Άργησε να εγκολπωθεί και να ορθοποδήσει, δίσταζε πολύ, δείλιαζε ακόμα περισσότερο. Χτένιζε τα μαλλιά της κάθε πρωί και φορούσε πάντα μπλε πουλόβερ από συνήθεια. Η καρδιά της πετούσε και ήθελε να σπάσει και να θρυμματιστεί σε εκατομμύρια μικρά-ανεπαίσθητα σχεδόν κομμάτια-που θα έτρεχαν και θα έτρεχαν κι εκείνη για πρώτη φορά στη ζωή της δε θα τα προλάβαινε. Έπειτα ήρθε αυτός κι εκείνη επένδυσε σε αυταπάτες και εφηβικές ονειροπλασίες. Άρχιζε να ξεθάβει την παρατηρητικότητα, εμμονή στις λεπτομέρειες, καμιά σημασία στα βασικά. Όλα στο κεφάλι της ρημαδιό, θύελλα κι αυτός πάντα εκεί να την παρηγορεί που μπορεί και βλέπει φως στο απόλυτο μαύρο. Μετά μεγάλωσε κι άλλο. Κι άρχισαν οι βόλτες τις Κυριακές, οι συναυλίες, τα παιχνίδια τ΄άλλα-που δεν είχε συνηθίσει, αυτός, ο άλλος κι ο δείνα, τα ονόματα τα άπειρα, τα χαμόγελα, οι συζητήσεις, οι πολιτικοί καφέδες, δυο-τρεις μαλακίες, τα τσιγάρα, το αλκόολ, οι ανησυχίες των 18. Τώρα μεγάλωσε κι άλλο. Και δεν έπαψε να πιστεύει βλακωδώς σε βιπερνόρα ροζ και χιλιοδιαβασμένα, για εκείνον που κρύβεται κι αυτός σε μια δικιά του ιστορία, το ίδιο ανιαρή και κλισέ σαν τη δική της και που περιμένει σε μια γωνία της Σβώλου, πίσω από το σινεμά, ένα ανοιξιάτικο βροχερό απόγευμα.

Εκείνος γεννιέται καταλάθος, αλλά τον αποδέχονται στην πορεία. Του μαθαίνουν να λατρεύει τη φύση, τα ζώα και το άλλο φύλο. Συνήθιζε να παίζει μέχρι να μην αντέχει άλλο με τα καλοκαιριάτικα παιδιά του νησιού και να μη σαστίζει κάθε φορά που φώναζαν βρισιές σε μια γλώσσα περίεργη, που δεν καταλάβαινε. Από μικρός ήξερε να μη σαστίζει με ό,τι δεν καταλάβαινε. Ρωτούσε συνέχεια κι αν δεν του έδιναν και καμιά σπουδαία απάντηση, συμπαθούσε το ξένο και το ακαταλαβίστικο μ' έναν πολύ πηγαίο τρόπο. Ακατέργαστος. Λάτρευε τις πίτες της γιαγιάς του, τον Σαντάνα και τις ορειβασίες με τον μπαμπά του. Η πολιτική βρώμαγε στο σπίτι κι αυτός μικρός άκουγε μεγαλίστικες συζητήσεις με γουρλωμένα μάτια. Δεν ξέρει κανείς αν τον αγάπησαν, αλλά του έμαθαν ν΄αγαπά μ' έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Μεγάλωσε μετά. Μιλούσε μ' ένα συρριστικό σίγμα που δε θορύβησε κανέναν στο σπίτι, το 'χε το γονίδιο. Ψέυδιζε μ' έναν πολύ χαριτωμένο τρόπο. Έπαιζε ποδόσφαιρο και κρυφοκοίταγε τα κορίτσια που λιάζονταν κάθε που τη σκαπούλαραν από την αφόρητη Γεωμετρία. Έτρεχε στην αυλή, του φώναζαν να ηρεμήσει κι αυτός δεν μπορούσε να ηρεμήσει, δεν ήθελε. Μετά μεγάλωσε κι άλλο. Και ήρθαν τα πρώτα σκιρτήματα αλλά δεν τα εξωτερίκευε, ήταν αντράκι. Δοτικός σε 2-3 φίλους μονάχα. Τι τα θέλουμε τώρα τα κορίτσια. Τ' απογεύματά του ήταν γεμάτα μουσικές, τσακωμούς με την Άννα και βόλτες με τα αλητάκια. Το τελευταίο απόγευμα πριν τα 16 όμως δεν είχε τέτοια. Είχε ένα τηλεφώνημα, δυο ουρλιαχτά, τη μαμά παγωμένη, την Άννα να κλαίει. Έφυγε. Πήγε και κλείστηκε κι άκουγε Σαντάνα, έτσι θα ήθελε άλλωστε, να πεθάνει με ροκ λυγμούς και τζαζ πενιές. Μετά μεγάλωσε απότομα. Άκουγε ρεμπέτικα και διάβαζε αχόρταγα. Η κοπέλα που τον γλυκοκοίταζε ήταν εκεί μα αυτός δεν είχε μάτια να δει. Τον κατάφερε. Τα ¨"φτιάξαν". Κάπνιζε στα κλεφτά, μην τύχει και τον ανακαλύψουν οι φίλοι και το κορίτσι. Τ' αγαπούσε το κορίτσι μ' έναν πολύ δικό του τρόπο. Έπειτα, όπως πάντα συμβαίνει με κάποιο αγόρι σαν κι εκείνον, έφυγε το κορίτσι. Έβαλε Σαντάνα και δάκρυσε λίγο. Και μεγάλωνε κι άλλο. Και δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει πως ο Σαντάνα ταιριάζει σε κάθε περίσταση. Κλαίει και δεν το νοιάζει διόλου που μια γαμημένη μαλακία λέει πως οι άντρες δεν τα κάνουν αυτά.

Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Κι άλλη Κυριακή.

  Πρέπει να αποκηρύξω τις Κυριακές μου, είναι από καιρό γεμάτες κλάματα. Τι να γίνει, πρέπει. Να μη βλέπω τα σωστά ποτέ ξανά και πληγώνομαι που δε με χώρεσαν. Θα μου λείπεις κάθε φορά που χαμογελάω με ατσούμπαλες κινήσεις και κάθε φορά που βρέχει στο μπαλκόνι. Τα πλυντήρια που δε βάζω, τα ξυπνητήρια που δεν ακούω, οι διαλέξεις που δεν προσέχω, οι οδηγίες που δεν υπακούω, τα φανάρια που ξεπερνάω αυθάδικα, όλα γίνονται ένα γιγάντιο στόμα έτοιμο να με κατασπαράξει σαν τα μυθικά τέρατα που τώρα με τρομάζουν πιο πολύ απ' όσο με τρόμαζαν μικρή. Η μαμά μου δεν είναι εδώ για να μου δημιουργεί την ανάγκη της αυτονόμησης, ούτε η Ράνια για να μου εμπνεύσει τους χαλαρές ακανονιστίες, εσύ γενικά δεν είσαι εδώ και έχεις πάψει να μου εμπνέεις πράγματα πέρα από φόβο. Άθελά σου.
 Αυτός κι αυτή φιλιούνται στα κλεφτά, εσύ χορεύεις, εγώ χαμογελάω, εκείνη έχει κατακτήσεις υπεράριθμες μα είναι δύστροπη, εγώ ανασφαλής, εσύ ανυποψίαστος, πρέπει να πάμε να δούμε τον Βυσσινόκηπο, να γραφτούμε στο φωτογραφικό όμιλο, να περάσουμε από το στέκι μεταναστών, μια χαλαρή μπύρα μετά την ταινία, χαράμισε λίγη ώρα να σου πω δυο βλακείες στα γρήγορα, γεμίστε τις μέρες σας με πράγματα, προλαβαίνουμε-δεν προλαβαίνουμε, μη σκέφτεσαι, μην το πολυαναλύσεις, η παράσταση σολντ άουτ, θα πάμε την άλλη Τετάρτη, θα περπατήσουμε στην παραλία για να ρουφήξουμε ήλιο και θα σχεδιάζουμε ταξίδια που ποτέ δε θα κάνουμε.
 Να βρέχει, να με σκεπάζεις με τα χέρια και την ομπρέλα σου, να τρέχουμε γιατί είμαστε παιδιά και να τσαλαβουτάμε στις λακκούβες αλλά κανείς να μη μας μαλώνει, να γράφω όλες τις κλισεδούρες του κόσμου κι εσύ να γελάς, να σε περιμένω στην άκρη της σκάλας, "πέφτουμε" να ουρλιάζεις κι εγώ να μην ακούω. Να μου λες σαχλαμάρες, πως είμαι όμορφη και γλυκιά, να χορεύω σαν τρελή, να εκτροχιάζομαι και συ να με κοιτάς άπραγος, αμμέτοχος. Να θες να με σώσεις από τους κακούς, αλλά να το ξεχνάς την άλλη μέρα επειδή παρακοιμήθηκες κι εγώ να σου κρατάω κακία μέχρι το πρώτο μας φιλί, μέχρι το αντίο μας για καληνύχτα και τις ασυναρτησίες σου ανάκατες με παράπονα, υπαρξιακά και λίγο αλκόολ.
 Είχαμε δει στην πλατεία δυο πιτσιρίκια σε μηχανοκίνητο, τ' αγόρι οδηγούσε κι είχε το κορίτσι υπό την προστασία του. Είχαμε δει το παιδί στο αναπηρικό καροτσάκι που πήγαινε βόλτα την κοπέλα του. Είχαμε δει τα παππούδια αγκαλιασμένα στο Λευκό. Είχαμε δει δυο τυπάδες χέρι-χέρι στην Άνω Πόλη. Είχαμε δει και 'μας κάπου ανάμεσά τους, αλλά δεν πιστέψαμε στιγμή πως τους μοιάζουμε.
 Βλέπω μανιωδώς βιντεάκια της Ματούλας και ανασκαλεύω τα λόγια σου, δεκάρα δε δίνω που είσαι μακριά. Δίνω δηλαδή. Σκατά.
 

Κυριακή 27 Ιανουαρίου 2013

Κυριακή.

M' εκνευρίζουν τα άπειρα κιλά αυτοαναφορικότητας που κουβαλάω, μ' εκνευρίζει που δε βρίσκω τα φιλτράκια στην τσέπη της τσάντας μου, που δεν μπορώ να κάνω ούτε μια εικόνα στο στίχο "πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου είπες σ' αγαπώ", μ' εκνευρίζει που πια δε μεθάω γιατί φοβάμαι την έκθεση, μ΄εκνευρίζουν οι τσιτάτες ευχές για "καλό σαββατοκύριακο", ή για "μια ευχάριστη κυριακάτικη βόλτα", γιατί εγώ έχω πάψει πια να μετράω τις μέρες, μ' εκνευρίζει που πια δε με βρίσκω πουθενά, που δεν μπορώ ν' ακούσω ολόκληρα τραγούδια, που ξυπνάω με αναφιλητά στις 4 το χάραμα για να ξανακοιμηθώ και να ξαναπνήσω εκατομμύρια φορές μέχρι να πνιγώ στους εφιάλτες. Μ' εκνευρίζει που ποτέ δεν είσαι εδώ, ακόμα και να είσαι, μ' εκνευρίζει που δε λένε ευθέως αυτό που πιστεύουν, μ' εκνευρίζει που γράφω για πράγματα που μ' εκνευρίζουν λες και είμαι 15 χρονών. Μ' εκνευρίζει ο κρύος καφές, που έχω να πάρω ζάχαρη κι αλάτι πάνω από 2 μήνες κι όλα τα φαγητά βγαίνουν άνοστα, μ' εκνευρίζει πιο πολύ που η ίδια μου η ζωή τον τελευταίο καιρό είναι άνοστη. Μ' εκνευρίζει που όσο και να ψάξω δεν έχω ούτε 2 αναμνήσεις της προκοπής, μ' εκνευρίζει που συνειδητοποιώ ότι εκβιάζω τη φαντασία μου, μ' εκνευρίζει που τώρα που γράφω, στάχτες με δακρύζουν. Μ' εκνευρίζει που είσαι ανυποψίαστος και πάντα θα 'σαι, που στο τηλέφωνο δεν ήθελα να σ' αποχαιρετίσω μ' ένα ψυχρό "καλή εξεταστική", μ' εκνευρίζει που ούτε κι εγώ η ίδια δεν ξέρω πώς θα ήθελα να σ' αποχαιρετίσω. Μ' εκνευρίζει που περνάω το στάδιο της σύγκρισης, που εισχωρώ σε μικρότητες που πάντα κατακεράυνωνα, που κάνω 3 μέρες για να δω μια ταινία. Μ' εκνευρίζει που καπνίζω περισσότερο απ' όσο διαβάζω, μ' εκνευρίζουν οι σελίδες οι αψεγάδιαστες, τα κρύα γράμματα, τα φρικτά τους άρθρα, μ' εκνευρίζει τ' όνομά σου γιατί πάντα μπροστά μου είναι, μ' εκνευρίζει που θέλουν να με μπάσουν σ' ένα χρονοδιάγραμμα, μ' εκνευρίζει που παλεύω για το τίποτα, που ξεπουληθήκαμε έτσι αμαχητί, που φαντασιώνομαι την ανάσα σου στο λαιμό μου, που το σπίτι είναι κρύο γιατί δεν έχουμε να το ζεστάνουμε, που μετράω τις ώρες και τις προθεσμίες με τσιγάρα, που οι αλκοολικές νύχτες με τρομάζουν πια, που μου λείπει που όταν κλαίω δεν είσαι εδώ να μου πεις δυο χαζόλογα κι εγώ να τα θεωρήσω τις μεγαλύτερες σοφίες, αλλά να μη στο πω, μ' εκνευρίζει που δεν μπορώ πια να σε ψυχολογήσω, ή τουλάχιστον ν' αυταπατώμαι ότι μπορώ. Μ' εκνευρίζει που βλέπω το κενό και δεν οπισθοχωρώ, μ' εκνευρίζει που πάω να συνηθίσω την απουσία σου. Ή την απουσία εκείνου που πλέον δε θα 'ρθει ποτέ.

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013

Fade into you.

Να χαμογελάω σα χάνος στη σκέψη σου και να σε αναπλάθω με χρώματα του κόκκινου και του μπλε. Να 'σαι ζωγραφισμένος στην απέναντι πολυκατοικία, καρφωμένος στο βλέμμα του γέρου που καπνίζει, στην πίσω ακριανή θέση του λεωφορείου, στην οδό της αγοράς υπ' αριθμόν 23, στη συλλογή με τα σιντί μου που κάποτε είχες ψαχουλέψει, στα κάμελ τσιγάρα που τραβάς αχόρταγα, στις παράξενες πολιτείες που θέλω να ταξιδέψω και να περπατήσω μ' ανοιχτή οροφή, ούζο, άστρα κι εσένα. Σε βρίσκω κάθε μέρα κι ας μην είσαι εδώ, στις βόλτες το χάραμα, στο τετράγωνο εκείνο, στις μαύρες βλεφαρίδες και στα δαγκώματα πάσης φύσεως. Ανυποψίαστοι χειμώνες και ξέγνοιαστα καλοκαίρια σαν ταινιούλα από τις πιο βιπερνόρα περνούν μπροστά μας. Εσύ στον καναπέ να καπνίζεις κι εγώ να ρουφάω αχόρταγα τον καπνό και τα λόγια σου. Το συριστικό σου σίγμα και τις ανασφαλείς σου σοφίες. Στα παραμύθια με καλούς λύκους και στο Θανάση. Στο γυάλινο μονόκερο, στους απελπισμένους λογαριασμούς, στα κρύα παπλώματα.
Ζω για τους πλατωνικές σου εγκεφαλικότητες και για τα σκόρπια σου κοπλιμέντα.
Και μου 'χε λείψει να μιλάω με φίλες για 'σενα και να σου λέω τα μισά απ' τα πορίσματα. Όταν οι ελπίδες μου εκπορνεύονται, θέλω να τις πουλήσω όλες και να μείνω μόνη μου. Και φοβάμαι και τους αφελείς σου ετεροκαθορισμούς σου και την ανόητη ευπιστία μου.

Zούμε με τις αντιφάσεις μας.