Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

.

Πώς αλλιώς; Αφού αγαπιούνται οι άνθρωποι. Πώς αλλιώς.



Κι όλο διαβάζω το μονόγραμμα κι έχω αυτοκτονικές τάσεις. Κι όλο απογοητεύομαι και μετά μπάζω τις κυκλοθυμικότητες(πώς λέγεται η λέξη αλλιώς δε θυμάμαι κι ούτε που θέλω να ψάξω-καιρός επιτέλους για λίγες ανορθογραφίες) σε βάζα με νερό παλιό.


Πώς αλλιώς-σου λέει. Αφού.Οι.άνθρωποι.αγαπιούνται.πώς. αλλιώς.

Πέμπτη 1 Δεκεμβρίου 2011

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

ΟνειρΩξεις.

"Τις νύχτες συνήθως ντυνόσουν με κάτι φανταχτερά χρώματα και γυρνούσες τις θεατρικές παραστάσεις σα τρελή, μη και χάσεις καμιά, μη και σε θεωρήσουν αστοιχείωτη οι κουλτουριάρηδες κύκλοι σου κι εκείνος εκεί ο πολύ όμορφος και γοητευτικός που μάλλον είχε δείξει πως ενδιαφέρεται-αλλιώς τι στο καλό ήταν αυτές οι φιλοφρονήσεις που έδιναν και έπαιρναν κάθε που βρισκόσασταν σε κοινές παρέες;.Όμως όλα άλλαξαν από εκείνη τη βραδιά. Είχες αποφασίσει πως το σχέδιο κατάκτησης όχι κάποιου συγκεκριμένου 40άρη, άλλα του κόσμου ολάκερου, που κατάστρωνες χρόνια τώρα, θα ενσαρκωθεί μέσα σε μια βραδιά και θα μετουσιωθεί σε πραγματικότητα με λίγες μόνο σωστές και εύστοχα μελετημένες κινήσεις.
 Ένιωθες τόσο ελκυστική μέσα στο στενό μαύρο φόρεμα σου-εκείνο που κάνει το ντρεπάρισμα στο στήθος κι έπειτα πέφτει ριχτό, αναδεικνύοντας την ευθυτενή και εντυπωσιακή σιλουέτα σου. Το είχες συνδυάσει με τις απίθανες βυσσινί σου γόβες, που είχες αγοράσει πάμφθηνα, μπορεί και μισοτιμής, από ένα παζάρι στη Μονμάρτη. Και μετά είχες βάλει το κοκκινάδι στα σαρκώδη χείλη σου και τα μικρά μαργαριταράκια στ' αυτιά-δώρο από κάποιον αγαπημένο, μα δε θυμάσαι από ποιον. 'Ησουν ένας πραγματικός πειρασμός και τραβούσες τα βλέμματα μ' ένα και μόνο σου ειρωνικό γέλιο-τόσο γοητευτικό, ικανό να παγιδεύσει τον αντίπαλο και να τον κάνει ισόβια θήραμα. Και έδειχνες να περνάς πανέμορφα, έπινες κατακόκκινο κρασί-σαν τα χείλη σου κι αυτό-φλέρταρες κι έλεγες ένα κάρο έξυπνες ιστορίες, χρωματιστές και ταιριαστές κι αυτές-πώς θα μπορούσε άλλωστε να μιλάει ασυνάρτητα μια κάποια που 'χει διαβάσει τόσα λόγια! Ήταν η νύχτα που τον γνώρισες. Και μόλις τον είδες, σα να πάγωσε και η μουσική και τα βλέμματα και οι χοροί και οι κουβέντες-σα να πάγωσε η ίδια σου η ύπαρξη-εξαϋλώθηκε μέσα στις πολλές χαρές και τα γέλια. Κι έγινες ένα σώμα περιφερόμενο στο χώρο, μετέωρο, σχεδόν νεκρό. Τον κοίταζες έντονα-λακκάκια στα ζυγωματικά κάθε που χαμογελούσε, μάτια σπινθιροβόλα, χέρια μακρυά και σίγουρα. Ένιωσες όπως νιώθεις κάθε φορά που παθαίνεις έρωτα. Και κάτι περισσότερο, τώρα δεν ήσουν εσύ, ήταν κάποια άλλη, δύσκαμπτη μέσα στο ακριβό φόρεμα, δειλή στην άρθρωση ακόμα και κόκκινων ψιθύρων. Και ήταν τότε που σε πλησίασε και σου συστήθηκε. Άρης. Μηχανικός στο Λονδίνο, εργένης, στα 38. Πόσο όμορφος, έτσι που τα καστανά μαλλιά του πέφτουν στα μάτια του και πλαισιώνουν το πρόσωπό του. Πόσο όμορφος και μοναδικός! Μιλούσατε για ένα σωρό πράγματα-τη δουλειά, τις ταινίες, τα θέατρα(τόσα είχες δει!), τα βιβλία,τις μουσικές, τον Κοκτώ, τον εξπρεσιονισμό και τ' άλλα ρεύματα που συνάντησατε στα ταξίδια και τις εκθέσεις-πολλές κι αυτές. Και τότε ήταν που έσκυψε και σε φίλησε, διεκδικητικά και τρυφερά μαζί-έτσι που μόνο αυτός σ' είχε φιλήσει μέχρι τώρα. Κι ήσουν έτοιμη, έτοιμη πια να κατακτήσεις τον κόσμο και να πεις πως τα κατάφερες."

-"Ναι Μήτσο μου, οι κάλτσες σου είναι μανταρισμένες και καλοπλυμένες-τρίτο συρτάρι, δίπλα στο γαλάζιο σου σώβρακο. Έλα άντε, θα κρυώσουν οι φακές."

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

12.08

Είναι πολύ δύσκολο να αποτυπώσω στο χαρτί κάτι τέτοιο. Είναι τόσο δύσκολο, όσο το να σε αντιλαμβάνομαι στο χώρο γύρω μου και να μη τρέμω, να μη νιώθω δύσκαμπτη και μελαγχολική. Είναι απ' αυτά τα πολύ ιδιότυπα σ'αγαπω, ή εκείνα τα εκκωφαντικά μουλείπεις, παρατατεμένα, τραβηγμένα στην άρθρωση να ακούγονται αιώνες. Δεν τα χω ζήσει, εικάζω. Μέχρι τώρα έχω ζήσει τις σχεδόν προοπτικές, τους σχεδόν έρωτες και τους σχεδόν ανθρώπους-και πίστεψέ με, έχουμε πολλούς από δαύτους. Θα 'ταν όμορφο να συνέχιζε κάτι, απροσδιόριστο τι, αλλά κάτι, μεταξύ μας. Αν μπορούσα να μπω σε μια έννοια που λέγεται αλήθεια και ντυθώ με τα πιο έντονα χρώματά της, μάλλον κάτι παρόμοιο θα σου λεγα. Μπορεί και να δυσκολευόμουν να σου απευθύνω το βλέμμα μου. Αλλά-πραγματικά-όσα αποκαλώ έρωτα κι όσα βαφτίζω ανάγκη, ενσαρκώνονται πλήρως στο όνομά σου. Και κλαίω και απελπίζομαι. Και δεν ξέρω αν αυτό συμβαίνει που αποφάσισα για πολλοστή φορά να σε βγάλω από τη ζωή μου ή αν είμαι σίγουρη πως δε θέλω και πως ποτέ δε θα τα καταφέρω. Γιατί εσύ όσο μακριά κι αν είσαι, όσα ψέματα κι αν έχεις αντέξει κι όσες ανασφάλειες κι αν έχεις υποστεί, πάντα θα κρύβεσαι πίσω από τα γράμματα, πίσω από τις νότες και τα παράλληλα σύμπαντα. Και έχω ανάγκη πια από τη τριβή. Κι εσύ το ξέρω. Και δεν καταλαβαίνω πια, τι περιμένω ακόμα. Παρατηρώ ότι τα κείμενα 2 ολάκερων χρόνων, είναι ίδια. Ίδιες λέξεις, ίδια ατμόσφαιρα, ίδια και απαράλλαχτη δειλία, ίδια όλα. Φοβάμαι όμως και δεν ξέρω πια αν εσύ έχεις τη δύναμη πλέον να με ξεμπερδέψεις για μια ακόμα φορά.

Καληνύχτα.

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

.

Πώς.
Να θυμάμαι ένα τίποτα και να μην κλαίω.
Μην ψιθυρίζω ψέματα και στίχους.
Μη φοβηθώ που είναι σκοτεινά τα μάτια τους.
Πώς.
Πώς μιλάει η σιωπή για σένανε. Ή για μας
που δε γνωριστήκαμε ποτέ
κι ας ανταλλάξαμε μικρές ανάσες
στο σκοτάδι.
Να 'ρχομαι να κλέβω βραδιές βραδιές τα ερωτηματικά σου.
Εγώ αυτό ήθελα. Αυτό το πώς.
Μην παρεκκλίνεις, ξόφλησες.
Μη τρέξεις και χαθείς.
Μίλα ήσυχα κι απλά.
Και να τους κοιτάς στα μάτια, όσοι κι αν είναι.
Αυτό το ρημάδι το πώς.
Αυτό το πελώριο, το ακατανίκητο, το ανεκπλήρωτο, το μελαγχολικό
και το ανείπωτο παιγνίδι.
Λύκος της στέπας και αναστεναγμοί.
Μουσικές και έρωτας για αμφιβολίες.
Διψάς και θες να πιεις λέξεις λέξεις όλο λέξεις.
Ούτε λόγια, ούτε χαμόγελα, ούτε εικόνες, ούτε θύμησες. Λέξεις.
Το πώς εκείνο.
Ιδίως αυτό θες να το κομματιάσεις.
Μόνο αν δεις τα κομμάτια του παζλ ξέχωρα καταλαβαίνεις.
Μαζί όλο κάτι χάνεται.
Κι από ένα τίποτα ξεκινά ο κόσμος.
Κι από μια ερώτηση ο παράδεισος ολάκερος.
Κι ένα πώς, που ξεπηδά από τα παιδικά σου χρόνια.
Σαν.
Μπαλαρίνες και καρυοθραύστες και πυρετός και γιορτές.
Κι είσαι τόσο παιδί ακόμα.
Και δεν ξέρεις πώς γράφεται ο έρωτας
κι αμφιβάλλεις αν ποτέ θα μάθεις.
Ανορθογραφίες.
Τόνο στο πώς,
μην ξεχάσεις.

Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Κι αν δε στο πουν, να μάθεις να το κλέβεις.

Πώς σ' αρέσει να γίνεσαι ρετρό, να μιλάς με χρώματα, να ξερνάς νότες, να αγγίζεις στίχους, να λες πράγματα δικά σου, να περνάς ώρες ατέλειωτες με κάποιον που μέχρι πριν λίγο καιρό, κρυφοκοίταζες με κλεφτές δειλές παιδικές ματιές(ξέρω, θα μπορούσες να βάλεις κι άλλα προσδιοριστικά, μα είσαι κορασμένη από τις λέξεις)! Να ακούς, πιο πολύ τώρα, πιο πολύ από ποτέ, θες, τραγούδια παλιά, εκείνα που μιλούσαν για παραμύθια, για λάγνα βλέμματα-καστανά κατά προτίμηση- και για χάδια στα μαλλιά, για φιλιά στο στόμα και για βόλτες με άρωμα γιασεμιού και γεύση κερασιού-ή κάτι παραπλήσιου, κάτι που μυρίζει νοσταλγικότητα οπωσδήποτε. Ίσως η διάθεση σου, παίρνει επιτέλους θετικό πρόσημο, ίσως πάλι και όχι, μα δεν ενδιαφέρεσαι πια για τους ορισμούς, αρκετά σε βασάνισαν, αρκετά σε έκαναν νωθρή και τρομακτικά αδύναμη. Ξέρεις πως, τώρα, εσύ διαλέγεις τους ανθρώπους που θες να σε περιτριγυρίζουν, εσύ διαλέγεις τις μουσικές σου, τα ποιήματά σου, τις διαδρομές σου. Και όλα μετουσιώνονται σε πραγματικότητα και ενσαρκώνουν ρόλους πελώριους, που παλιά απλά εσύ μυθοποιούσες και σκοτείνιαζες που νόμιζες πως δεν μπορείς να  φτάσεις-ούτε να γίνεις μια απ' αυτούς. Και όμως, τώρα, που όλα γίνονται κι όλα τα σημάδια δείχνουν φωτεινά κι όλα στη ζωή σου είναι εδώ, είναι τώρα και σε καλούν να τα αρπάξεις, εσύ δε θες πια(επιτέλους!)να καθίσεις μέσα και να οχυρωθείς και να μεμψιμοιρείς για τις δειλές σου αντιστάσεις. Δε στο κρύβω, πολλές φορές φαίνεται πως τα σκέφτεσαι. Πως τα στριφογυρνάς στο μυαλό σου και τα ισοπεδώνεις, μη τύχει και τολμήσουν και σε κάνουν να αφεθείς. Αλλά, εσύ, αρχίζεις και ορθοποδείς και σκιτσάρεις πάλι δράκους και νεράιδες, όπως τότε, που ήσουν μικρούλα. Εσύ, πια βλέπεις, νιώθεις, συνειδητοποιείς πως αυτό που αποκαλούν έρωτα, τελικά είναι κάτι το υλικό, κάτι που μπορεί να μπει σε σχήματα και ονόματα και προωθητικά ερωτηματικά. Εσύ πια, τραγουδάς με όλη σου τη δύναμη και ξεχνάς τις φοβίες του παρελθόντος και τα σπαρακτικά κλάματα μιας απύθμενης μελαγχολίας-εφηβεία θα τη βαφτίσουν κάποιοι, απουσία εσύ.
Μαθαίνεις να κλέβεις τις ματιές τους και τα σ' αγαπώ τους, εσύ, που άλλοτε απλά καθόσουν στην άκρη και τους παρατηρούσες. Και καταλαβαίνεις, πως όσο μεγαλώνεις, τελικά θα περάσουν πολλοί, που να λέγονται "Κώστας, Φάνης, Θοδωρής ή Δημήτρης" και όλοι πάντα θ' αφήνουν από κάτι δικό τους, είτε ένα ματωμένο ίχνος, είτε ένα δίστιχο στον τοίχο σου, είτε μια καλημέρα στην πορεία, είτε ένα περίτρανο "σεχωανάγκη τώρα που νυχτώνει", έτσι αυθάδικο και εκλιπαρητικό. Να σαι δυνατή μόνο και να μη φοβάσαι που η ζωή έχει εκατομμύρια σημεία στίξης και άλλα τόσα γράμματα, να μη φοβάσαι να δώσεις, να μη φοβάσαι να βλέπεις στα μάτια.
Και να αγαπάς, να αγαπάς και να τους το λες, μπορεί να μην το καταλάβουν, μα εσένα μη σε νοιάζει, θα προχωρήσεις και θα σαι πάντα εσύ, το πλάσμα εκείνο που διαβάζει Λειβαδίτη και δακρύζει με το Σιδηρόπουλο, το πλάσμα εκείνο που θέλει πολύ να σκαλίσει το όνομά του στο παγκάκι των εφηβικών ερώτων, αλλά δεν ξέρει γιατί δε τολμά, μπορεί ίσως επειδή είναι νωρίς ακόμα, μα ο κόσμος έτοιμος και απέραντος εκεί έξω, απέραντος, τ ακούς; Διάβασέ μου λίγο για Μαρίες Νεφέλες και κρύψε με εδώ, σε μια εσοχή της παλάμης σου, μη φύγω, έχει κρύο απόψε.
Κι αν κλισέ σου φαίνονται τα λόγια, δεν πειράζει πια, συνήθισες, μην ξεχνάς μόνο να μιλάς, να λες τις ιστορίες σου, να κλείνεις σε συρτάρια τις ενοχές σου και τα "μήπως" και τα "αν" σου και να μην τ' ακούς, τώρα ειδικά που ξεκινά η ζωή, η δική σου, που νιώθεις πως όλα έρχονται, όλα τα χρωματιστά-και τα σκοτεινά-ακόμα κι αυτά, δικά σου θα ναι.
Και εκείνο που πιότερο θέλω να σου πω, όχι ως άλλος εαυτός, ούτε στη θέση συμβουλάτορα, είναι να μη φοβάσαι να ψιθυρίσεις τις αλήθειες σου πια. Εκείνος που φεύγει-και πιο πολύ εκείνος που έρχεται-ξέρει πάντα, κι αν δεν ξέρει, θα μάθει ν'ακούει. Να, κοιμίσου,σε λίγο ξημερώνουν τα  αλλιώτικα καλύτερα.

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Ένας χρόνος.

Είναι που χειμωνιάζει και η διάθεση για ποιήση κορυφώνεται. Είναι που βάζει κρύο κι εσύ θες όσο τίποτα εκείνον τον άνθρωπο να σε ρωτήσει αυτό το φοβερό, που σε ταράσσει ολόκληρη, που κάνει το σώμα σου να πάλλεται κάτω από τη βροχή, αυτό το "Ποιοςσεπείραξεκαισυννέφιασεςκαρδιάμου;", συρριστικά, ψιθυριστά, σχεδόν ακροβατικά. Είναι τρομερές αυτές οι μέρες, κάθε μέρα εντονότερη, κάθε στιγμή δοτικότερη, κάθε καινούριος άνθρωπος-εισβολέας, γοητευτικότερος από τον προηγούμενο. Πιο πολύ από ποτέ, έχεις ανάγκη να ακούσεις πράγματα. Όχι όμορφα διατυπωμένα, αλλά αληθινά. Γυμνά και σκέτα. Και ακόμα πιο πολύ από ποτέ, έχεις την αίσθηση αυτή της σχεδόν πληρότητας, που θα μπει στο ολότελα, όταν έρθει το χιλιοειπωμένο. Και νιώθεις έφηβη και νιώθεις ενήλικη και νιώθεις ανώριμη με εκλάμψεις ωριμότητας και νιώθεις χαρούμενη-οριακά ευτυχισμένη και νιώθεις άλλες τόσες αντιφάσεις και αρχίζεις να μιλάς με γρίφους και πότε πότε με στίχους και να κοιτάς τους άλλους στα μάτια αχόρταγα σα να αποζητάς και να εκβιάζεις τις αλήθειες τους. Σα να εκβιάζεις ένα χάδι στα μαλλιά-κι ας είναι ό,τι πιο ηλίθιο έχει ακουστεί. Και θες, πραγματικά θες να τον γνωρίσεις, αλλά βαφτίζεις τις συνθήκες δύσκολες-που μπορεί και να ναι-και οπισθοχωρείς. Μόνο που τώρα, είναι η πρώτη φορά που δε σε κατηγορείς, μπορεί επειδή υπάρχουν γύρω σου ενδείξεις, μπορεί επειδή τα σημάδια που φάνταζαν πριν ένα χρόνο δυσερμήνευτα, τώρα εσύ μπορείς και τα εξηγείς, χωρίς να χρειαστείς υπεραναλύσεις και ανασφαλή δίπολα. Έρωτας, αγάπη μου. Έρωτας για τα 19 σου χρόνια, που παλιότερα θα τα καταριόσουν, ίσως και να τα χλεύαζες. Έρωτας για τις αλήθειες των γύρω σου, τα μάτια, τις κολακείες, τις δειλίες τους, τα λόγια τους, τους μορφασμούς τους.
Κάποιος, κάποτε, είχε πει, πως, όταν αρχίζεις, λίγο, λιγάκι μόνο, να καταλαβαίνεις και να (νομίζεις πως) αγαπάς τους ανθρώπους, τότε είσαι έτοιμος να ζήσεις πραγματικότητες.
Δεν ξέρεις στ' αλήθεια πώς γράφονται τα παραμύθια, ή πώς γυρίζονται οι ταινίες, ή πώς ακόμα ακόμα κάνεις ένα κείμενο όμορφο και πώς βάζεις ταιριαστές λέξεις σε σειρά. Ξέρεις όμως, πως τελικά, τα κλισέ για μοίρες και αναπάντεχα ξεσπάσματα είναι αληθινά πέρα ως πέρα.
Κοίτα που τελικά τη χρησιμοποιείς, αυτή τη λέξη. Αλήθεια.

http://www.youtube.com/watch?v=N7pwiLz4Z4Q

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2011

Κάπως ανέλπιστα.

-Όχι μωρέ, το 'κοψα εδώ και κάτι μέρες.  Καπνίζω μόνο αυταπάτες τώρα.
-Καλές είναι κι αυτές, κάνουν παρέα με εκείνη εκεί την ύπουλη, την αίσθηση του ανικανοποίητου-μιας και είδαμε τη ταινία του πρίγκηπα-και τις χίλιες δυο ανασφάλειες του έρωτα.
-Ο έρωτας, λέει, περίεργη λέξη. Βεβηλώνεται και ευτελίζεται στις υπεραναλύσεις και στις απόπειρες για πεζότητα.
-Είναι που θέλουν, οι άνθρωποι, να μάθουν και να φανούν. Είναι, λένε, που ερωτεύονται και εκτίθενται καθημερινά με μουσικές. Είναι που σε κοιτάζουν μπας και δείξουν κανά βλέμμα ενοχής και αποζήτησης και έπειτα φεύγουν πάλι, γιατί αγαπούν το φευγιό.
-Ασφαλίζεσαι και φαντάζεις απόμακρη, άγρια και περίεργη.
-Είναι θέμα συστολής.
-Ταιριάζουμε.
-Χαίρομαι που ακούς Ντύλαν και έχεις το θάρρος θράσος να με φιλάς.
-Τι νιώθεις τώρα πια, ένας Θεός τους ξέρει.
-Λέω να το ξαναρχίσω.
-Ούτε συ τα πας καλά με τις υποσχέσεις, κατάλαβα.
-Πάω να διαβάσω κάτι βιβλία που όλο παρατάω στη μέση-καιρό τώρα.
-Κι εγώ το κάνω. Και με άλλα όμορφα πράματα. Σα να φοβάμαι.
-Καληνύχτα.


Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Έρωτας αγάπη μου θα πει.


Την Πέμπτη, λες πως θες (;) να με δεις.
Τσεκάρεις το ημερολόγιο με έναν κύκλο
όχι ακριβώς κόκκινο
κι ας μη χρησιμοποιείς σχεδόν ποτέ σου αυτό το χρώμα.
Σκέφτομαι πώς γράφεται η ανυπαρξία
αν δεν θ' ανήκω στις προοπτικές σου.
Και οι αλεπάλληλοι έρωτες να σε δείχνουν με το δάχτυλο
που βιάστηκες κι έβγαλες εκβιαστικά συμπεράσματα
μια περασμένης χιλιετίας.
Σκέφτομαι ακόμα να σου στείλω 2-3 λόγια καλλιγραφικά
μπας και συγκινηθείς από το τότε
και βαλθείς να θυμάσαι.
Ή να σε ταρακουνήσω με καμιά αυτοκτονική απόπειρα
μήπως κι ο οίκτος σου σταθεί ικανός
να χαρίσει μια μονάχα ματιά
στα γεμάτα αίματα δάχτυλά μου.
Ή να κάνω εκείνο εκεί το ακραίο,
το δύσκολο και το αναπόφευκτο.
Μα στέρεψα, μάτια μου από κουράγια
και από ευθείες συγκρούσεις.
Και δεν είναι που σ αγαπώ
είναι που δεν ξέρω τι θα πει
κι αν εσύ όντως
με περιμένεις τις Πέμπτες
εκείνες, που η βροχή σιγοντάρει
και τα σώματα ετεροκαθορίζονται.
Απτόητη, πίσω από ασθμαίνοντες χτύπους
τότε
θα σου μιλώ
για όλα όσα πέρασαν
και για τα μαύρα μαλλιά σου που
σχεδόν με πνίγουν.
Και ξέρω,
είναι ό,τι χειρότερο να
αποζητάς κάτι
και να θες μετά να το χωρέσεις στους προδιορισμούς σου.
Θα σου τηλεφωνήσω την Πέμπτη, να δω αν είσαι καλά.

(...)

Φοβάμαι πως θα μείνω μια μέρα
να κοιτώ τους παρελθοντικούς μου χρόνους
τα πεισματάρικα "αρέσω"
και τις αλήτικες φωνές να κραυγάζουν
και δε θα χω άλλη δύναμη να σε πιάσω
θα χει στερέψει ο νους
να λέει ψΑΙματα
και θα λιθοβολεί
τη δειλία μας.
Να ξέρεις δεν θα σε ερωτευτώ ξανά
Κι ούτε μισή ευθύνη δεν κρατάς για τους παροξυσμούς μου






Σάββατο 27 Αυγούστου 2011

-

Λες και το κάνεις επίτηδες. Λες και δεν ξέρεις, δεν πείθεσαι πια. Βάζεις τις καταθλιψάρες σου και φοράς το παγωμένο σου βλέμμα. Κι ας σου χουν πει οτι είναι όμορφο το βλέμμα σου-δεν τους πιστεύεις, είσαι λίγη γι αυτούς. Κι έτσι γυρνάς στο σπίτι, περιφρονείς τον καθρέφτη, λίγες οι φορές άλλωστε που συμφιλιώθηκες με δαύτον και πετάς τα λόγια και τα ρούχα. Φύσημα, αναπνοές και απογοήτευση. Χωρίς λόγο. Είναι σα να παραδίνεσαι σε ανθρώπους και να μην το εκλαμβάνουν. Είναι σα να κραυγάζεις, να αποζητάς ικετευτικά εκείνο το "Μην κλαις" κι ας μην το εννοούν, τόσο που καταντάς γραφική και τους απωθείς.
Ξέρεις πως όλα πηγάζουν από την έλλειψη αυτού. Χτες υποσχέθηκες πολλά. Άκουγες το ίδιο τραγούδι ξανά και ξανά γιατί θύμιζε εσένα στα τότε. Μυρίζες εκείνη τη μυρωδιά την ανεπαίσθητη που μόνο αν κλείσεις τα μάτια και προσπαθήσεις να κάνεις κάτι που λέγεται νιώθω, έρχεται.Έμπηξες τα κλάματα και ένιωσες στατική. Κι ας κατάφερες. Ένα άλλο μισό θέλεις, πλέον να είναι εδώ η επιθυμία σου, μα δεν έχεις χέρια να την αδράξεις, ούτε καρδιά να την κυνηγήσεις(ποτέ δε θα μάθεις πώς γράφεται αυτή η λέξη), ούτε κότσια να πεις την αλήθεια. Δεν ξέρεις, έτσι κι αλλιώς δεν προσπάθησες η δειλή να μάθεις, αν σ' αγαπά αυτός που επιμένει. Φοβάσαι πως θα τον απογοητεύσεις. Κι είσαι τέλεια στις θεωρίες, μα στην πράξη ένα απόλυτο καχεκτικό πλασματάκι. Καχεκτικό σε δύναμη, σε θέληση, σε τόλμη. Σα να αφήνεις τη ζωή να περνά, ας την παρακολουθείς μπροστά σου να περνά, αμαχητί, να μην παίξεις και χάσεις. Κι ας είναι πολλά ή πολλοί με το μέρος σου, εσύ δεν πιστεύεις. Δεν πιστεύεις σε σενα. Κατάθλιψη μπορούν να αποφανθούν εκείνοι με τις λευκές μπλούζες. Πες μου, πώς είναι δυνατό να λατρεύεις τα χρώματα κι εσύ τη ζωή σου να τη βάφεις μόνο με μια παλέτα που έχει από το μπλε σκούρο μέχρι το μαύρο, τίποτα πιο πριν, τίποτα πιο μετά. Γιατί αυτή τη γαμημένη σου δειλία δεν την καταπνίγεις επιτέλους; Τί έχεις; Τί με τόνο, μαύρο και έντονο, σαν τα ερωτηματικά που ορθώνεις, ψυχαναγκαστικά σε κάθε κίνησή σου, λες και θέλουν συνοδεία, μη μείνουν μόνες όπως κι εσύ.
Όταν ήσουν μικρή, λίγο κτητική και αρκετά γκρινιάρα, πίστευες ότι δεν ταιριάζεις.Όταν λίγο μεγάλωσες τραβούσες τις τελειότητές σου κι ήθελες να γράφεις όμορφα. Έπειτα να είσαι αποδεκτή απ' όλους. Και κάθε που πήγαινε κάτι στραβά, λιγάκι μόνο, μια μικρή τόσηδα απόκλιση, ανέτρεπε τα πάντα. Και το εσύ σου, και τη δύναμή σου και τα όλα σου. Σε τσάκιζε.λες και η συντέλεια του κόσμου δεν απείχε πια πολύ. Και μάλλον δεν άλλαξες πολύ από τότε. Φοβάσαι κάθε μα κάθε σου βήμα,κάθε σου λέξη, κάθε παραμικρό μπέρδεμα.
Το πιο μικρό κολακευτικό σχόλιο, το μεγαλοποιείς, το γιγαντώνεις μα μόνο για λίγο, μετά ξαναβουλιάζεις στις ανασφάλειες σου και ας μην ξέρεις κολύμπι. Κανένα θέλω δεν προτάσσεις. Μόνο τα πρέπει παρατάσσεις σα στρατιωτάκια και τα αφήνεις εκεί, απέναντί σου να σε λιώσουν.Και περιμένεις κάποιον να σε σώσει. Καημένη μου. Κι όταν έρχεται αυτός ο άλλος, εσύ δεν του δίνεις το χέρι σου γιατί θες να πεθάνεις. Να αφυδατωθείς συναισθηματικά και να πεθάνεις.
Και είσαι σίγουρη πως αυτό είναι το πιο άθλιο κείμενο που έγραψες ποτέ σου. Και το πιο αληθινό.




Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Λαχταρώ

Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς,και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες,και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,
και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ’ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.
Και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ’ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν’ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ’ αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’ ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναλυτικό
Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

Sarah Kane

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

,


 
Δεν είναι λάθος φίλε μου.
Είναι μια πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας.
Μην ξαναπείς ψέματα, βρωμάνε. 

Κυριακή 14 Αυγούστου 2011

Φεγγάρια.

Τι να σου πω, μπορεί να ναι και οι θύμησες εκείνες που με έκαναν ν' αγαπώ τις ξυλομπογιές και τα ποιήματα. Δεν ήμουν πάντα έτσι, το ομολογώ. Απλά κάποτε κάποτε νιώθεις σαν, αναδρομικά να νοσταλγείς κάποια πράγματα που με έναν ανεξίτηλο, έντονο μαρκαδόρο έχουν γραφεί μέσα στο πετσί σου, κάτω από το δέρμα σου, σε ό,τι έχει απομείνει από την καρδιά σου. Θες είναι η μαμά μου που μου φερνε Νερούδα κι εγώ γέλαγα, που άκουγε Χατζηδάκι και εγώ δεν καταλάβαινα, που μου μιλούσε για κομμουνισμούς και εγώ δεν ήξερα καλά καλά τι θα πει δημοκρατία; Σπουδαία λέξη, μου είχε πει. Κι εγώ πάλι περιφρόνησα την ανάγκη της να υπάρχει μέσα από τις ιστορίες της.
Μπορεί να ναι και κάτι κλειστοφοβικά των μικράτων μου, που τώρα με κάνουν να θέλω να φύγω με βαλίτσες γεμάτες τίποτα και ν' ανασάνω λίγο άνεμο. Ή εκείνες οι βραδιές με ατέλειωτες συζητήσεις με πολύ προσωπικές αναμετρήσεις και περιλήψεις σιωπών σε επανάληψη. Είναι ωραίο, λέει η κυρία Έυα, που, μεγαλώνω και που τις αγοράζω ποιητικές συλλογές. Να σκεφτώ, τη Δημουλά, που έγραφε διθυράμβους για τη γυναικεία απομόνωση κι ας τη μισούσα που ήταν τόσο απαγκιστρωμένη από τον σύζυγο και που είχε ξεχάσει ολότελα τι θα πει συντροφικότητα, απλά και μόνο επειδή.
Λένε οι σοφοί, πως, μια κόρη ψάχνει τον πατέρα της στο σύντροφό της και πως, αναζητά ένα άλλο μισό δυνατό και ρωμαλέο. Σεξισμοί στο τετράγωνο. Μπούρδες τα Οιδιπόδεια και οι άλλες αρχαίες αρλούμπες. Δεν ξέρω αν ψάχνω αρνητικά φωτογραφιών ή αντίστροφες μετωπικές συγκρούσεις με κάρματα, αλλά εγώ πιστεύω πως σε σένα βρίσκω λίγο πολύ εκείνο τον τέλειο εαυτό μου, που ποτέ δεν ήξερα ότι σιγοκρυβόταν πίσω από τις κουρτίνες του εφηβικού δωματίου και πολύ περισσότερο αυτό που χάραξε μια κάποια που τη λένε τριβή, πολύ συγκεκριμένη και εύστοχα προδιαγεγραμμένη.
Ναι, της μαμάς μου τα μάτια έχω πάρει, μπορεί και τις ιδέες της-λίγες από δαύτες μάλλον, γιατί τις παρωχημένες τις κρατώ για αφορμές διαπληκτισμών. Και θα θελα-πολύ στ αλήθεια θα θελα να ξέρει. Γιατί δεν ξέρω, πώς να της πω πέρα από ένα ξερό ευχαριστώ, το άλλο, το πιο βαθύ και το πιο ειλικρινές, που ευτελότητες το ρήμαξαν και δειλίες το έπνιξαν. Και φοβάμαι, Εύα μου, μη γίνει εκείνο το αναπότρεπτο και δεν προλάβω να σου δείξω. Γι αυτό και σε κρατώ στην αγκαλιά μου σφιχτά τις τελευταίες μέρες. Είναι από τις λίγες αγκαλιές που δεν τις κάνω για να ασφαλιστώ. Να κάνω δυο τρεις μανούβρες και να πέσω για ύπνο. Να μου πεις για όλα εκείνα που θα ρθουν, θα ναι σίγουρα καλύτερα.
[...]
Συνεχίζουν όλα, όλα γύρω αλλάζουν μορφές και σκιώδεις καταπλήξεις. Είναι μια ανάγκη κι αυτή απ' τις πολλές ανθρώπινες, να πασχίζεις να ακολουθήσεις το νήμα. Δεν ξέρω πως οι άνθρωποι λένε με όμορφες λέξεις και με διαφορετικούς τρόπους τα σαγαπώ τους ή ακόμα  αν κλαίνε πάνω στα χαρτιά, όταν στέλνουν γράμματα σε δικούς τους που έχουν χαθεί και δε λένε για έναν ανεξήγητο τρόπο να απαντήσουν στα χάρτινα φιλιά. Ούτε ξέρω πώς μιλάνε για ό,τι τους τρομάζει, ό,τι τους απειλεί ή χειρότερα, ό,τι τους κάνει να πονάνε.
Έχασες, έμαθα, κάτι που πολύ αγαπούσες. Και γέμισες, έμαθα το σπίτι ερωτήματα. Και έφτυνες. έμαθα, το θεό που σε έσβησε από τις προτεραιότητες του. Και έπειτα, πως ζηλεύεις λιγάκι, έμαθα, αυτούς που ακόμα πιστεύουν ή τουλάχιστον, για να ακριβολογούμε αυτούς που έχουν ακόμα το σθένος να παραμυθιάζονται.
Δεν ξέρω αν όλα είναι εντάξει ή αν θ αλλάξουν, ή αν έχουν από καιρό καθοριστεί και μεις απλά παρακολουθούμε με στεγνά στόματα και με παλλόμενα σώματα το θάνατο. Δεν ξέρω καν σήμερα αν  είσαι και πολύ μέσα στις λέξεις μου, όλως περιέργως. Μπορεί να ξετρύπωσες αυθάδικα πίσω από τους φθόγκους, μα εγώ σήμερα δεν ήθελα να σε μπάσω στα γραφτά μου.
Και ούτε ξέρω ακόμα τι θα κάνω με σενα, με μενα, με τους άλλους, με το φευγιό το ακατανίκητο. Δε μου αρκεί αυτή η διάθεση, αν και μπορώ και με λιγότερα.

Βουτιά από ψηλά.

Άρχισα ν'ακούω Ενδελέχεια και Διάφανα Κρίνα, ένα απόγευμα κρύο του Φλεβάρη και από τότε σκέφτομαι πως πρέπει οπωσδήποτε ν 'αρχίσω μια συλλογή με βυνίλλια. Και Jethro Tull, έτσι για τις χαρουμενιές μας, που είναι λίγο λιγότερο χαλιναγωγημένες τον τελευταίο καιρό.Και θέλω να πιάσω το μολύβι και να σβήσω τα πάντα. Και να γράφω σαν εκείνη την εκκεντρική τύπισσα, που δεν τη νοιάζει κι αν τη νοιάζει, δεν το δείχνει.

Αξίζει τον κόπο
να σαι όπως θες,
να κάνεις έρωτα με όποιον θες,
να μην ακούς τις μίζερες μικροαστές,
να προσπαθείς να μη γίνεις μία απ' αυτές,
να βγάζεις λεφτά για να βουλιάζεις
στα ταξίδια,
και στα κοινωνικά φλερτάκια
και στις αδιέξοδες εναλλακτίλες
και να συζητάς για τις γυναίκες με τ' αλογίσια μάτια
και για τους άνδρες με τα μεγάλα στόματα
και για τα παιδιά με τα αθώα χαμόγελα
και για τη Γώγου
και για τις μουσικές
και για τους χίλιους τρόπους 
να αλλάξουμε τον κόσμο
και για το μέλλον μας
που είναι η επανάσταση και ο κομμουνισμός(έτσι Φ; )
που είναι τα ονειρεμένα βράδια με Θανάση στο ραδιόφωνο
και με πικροδάφνη στο χέρι
που είναι τα κυριακάτικα πρωινά
που αποφάσισα πως αγαπώ
που είναι οι κρύες χειμωνιάτικες Παρασκευές
που είναι τα βρεγμένα σεντόνια
που είναι το πικραμύγδαλο στα μαλλιά
που είναι εσύ και εγώ
που είναι η εφηβεία σε πλάγια μετωπική
που είναι τα καημένα ατομάκια 
χωρίς προσωπικότητα
που βίαια προσπαθούν να χώσουν τον εαυτό τους
σε δήθεν και πρέπει
και δε χωρούν και περισσεύουν
που είναι το καστανό των μαλλιών
και το γαλαζοπρασινο των ματιών
που είναι το κοκκινάδι στα χείλη
που είναι η ενηλικίωση
που σου μαθαίνει κάτι λίγα
απο ΄σένα
και που σου λέει
κολύμπα μωρή και
μη βουτάς το κεφάλι στην άμμο.

Τα κατάφερα, ή είμαι σε καλό δρόμο τουλάχιστον!
Υ.Γ: Και πού σαι, η θέα είναι εξίσου όμορφη, είτε κοιτάς από πάνω, είτε από κάτω.


Σάββατο 13 Αυγούστου 2011

13-8

Tie yourself to me
No one else
No, you're not rid of me

Μετράς τις μέρες και σου βγαίνουν λειψές, όπως λειψά μένουν και τα λόγια και τα τραγούδια και όλα όσα μοιράστηκες με εκείνον, που αποκαλείς έρωτα της ζωής σου, χάριν αστεϊσμών, μα κατά έναν περίεργο τρόπο ξέρετε κι οι 2 πως, οι δοξασίες σχετικά με τα πιο σοβαρά πράγματα που έχουν ειπωθεί στα αστεία και τα ελαφρά, ισχύει πιότερο από ποτέ. Είχα ορκιστεί κάποτε, πως δε θα ξαναγράψω ερωτόλογα και πολύ περισσότερο οτιδήποτε αφορά εσένα. Αλλά ξύπνησα με εκείνο το τέλειο συναίσθημα της νοσταλγίας στο στόμα κι έτρεξα να επιβεβαιώσω στο ημερολόγιο την επετειακή φύση της μέρας. Σήμερα έχει πανσέληνο και έτσι για να υποστηρίξω λίγο ακόμα την ανακόλουθη ματιά μου, γράφω γι' αυτήν, μέρα μεσημέρι, διόλου ρομαντικά και με μια φρικτή ζέστη να θέλει να πνίξει κάθε ατμοσφαιρικότητα. Έχουν περάσει 2 χρόνια, από τότε που ήμουν παιδί και σε "γνώρισα". Η αλήθεια είναι, πως, δε σε γνώρισα ακριβώς, γιατί ξέρω πως οι συμπαντικές μανούβρες που χαράσσουν αυτό που βαφτίζουν κάρμα, στ' άστρα, είχαν κάνει πολύ καλά τη δουλειά τους και ήταν σα να σε ήξερα και πολύ περισσότερο σα να σε περίμενα μια ζωή. Μια ζωή μικρή και άχαρη, αλλά οπωσδήποτε γεμάτη από ελικοειδείς προσμονές αοριστιών. Κι εσύ μπήκες τέλεια μέσα σ' αυτές τις αοριστίες, χώρεσες ακριβώς κι ενσάρκωσες σαν τον πιο διακεκριμένο ηθοποιό, τους ρόλους που σου ανέθετα. Με είχες ρωτήσει στην πρώτη-πρώτη συζήτησή μας, για κάτι φεγγάρια και είχες κάνει ένα σχόλιο, για το πώς στροφάρω ή κάτι τέτοιο, που φυσικά εσύ δε θυμάσαι καν, γιατί όταν ήσουν 18, όλες σου οι δειλίες, συγκεντρώνονταν σε ίδιες κι απαράλλαχτες κινήσεις και σε ακόμα πιο ίδιες και απαράλλαχτες κατευθύνσεις. Τώρα κοντεύεις τα 21 και μάλλον έχεις σημειώσει κάποιες πρόοδους στις προσεγγίσεις σου. Ξέρεις, σκέφτομαι πώς θα ήταν τα πράγματα αν δεν υπολόγιζα τις συνέπειες και είχα κατεβεί Αθήνα. Σκέψου πως θα υλοποιήσαμε όλα όσα είχαμε υποσχεθεί, ποντάροντας σε ιδανικότητες. Εσύ, που με τόσο πείσμα επιμένεις, θα με πήγαινες εκεί που τον τελευταίο καιρό, κλωθογυρίζεις στην άκρη της γλώσσας σου, σχεδόν μανιακά και σίγουρα επιδεικτικά.

Lick my legs I'm on fire
Lick my legs of desire

 Δεν είναι μόνο το γαμώτο, που ενώ κάθε μα κάθε όνειρό μου κατακλύζεται με τις μορφές μας στο Ostria, που πάντα έλεγες πως επιβάλλεται να επισκεφτούμε, έτσι για να μάθεις λίγο και το μικρό τι εστί βόλτα στα Εξάρχεια, εγώ απομακρύνομαι ολοένα περισσότερο. Είναι ακόμα το ότι έχω ολότελα πλέον ανακατέψει χρώματα, πραγματικότητες και πλατωνισμούς και τα έχω αδειάσει σ΄ένα εκωφαντικό συνοθύλευμα στο πάτωμα, τα χω κάνει κομμάτια και αντιλαμβάνομαι πως όσο και να προσπαθήσουμε κι οι 2 μας, θα μας είναι σχεδόν αδύνατο να ξαναφτιάξουμε το παζλ, τουλάχιστον όχι ακριβώς όπως πριν. Νιώθω πολύ καλά πια, πάντως. Με κολακεύει, που εξακολουθείς διθυραμβικά να παινεύεις τα μάτια μου, αν και μόνο εσύ, βλέπεις μέσα τους και μου θυμίζεις τα παιδικά παραμύθια και εκείνον εκεί το μικρούλη πρίγκηπα που του έλεγε η αλεπού πως μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά, και πως την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια. Μ' αρέσει που έχω ταξινομήσει μ' έναν πολύ άτακτο τρόπο τις συνομιλίες μας και πια, δεν έχω και πολλή όρεξη να τις μοιράζομαι με άλλους, λες και θα βεβηλωθεί με κάποιον τρόπο η αξία τους. Μ' αρέσει ακόμα, που οι προτάσεις μου παύουν να είναι ελλειπτικές και γεμίζουν με συνδέσμους, να δέσουν ίσως μέσα τους εμάς και τα ονόματά μας, το δικό σου μάλλον, γιατί το δικό μου θα το ξεχάσεις, αν και αμφιβάλλω αν το μαθες και ποτέ.

Rude are the tongues of love
That speak of mercy for us all
And leave us only with a song
Είναι πολύ πιθανό να είμαι απ' αυτούς τους ανθρώπους που κάποια πράγματα  τα τραβάνε από τα μαλλιά, έτσι για να μετατρέπουν τα όνειρά τους σε ιστορίες, μα ποτέ σε γεγονότα, αν και οι κανονικοί, οι άλλοι, θα είχαν υλοποιήσει τα πάντα, απ' αυτά που εμένα και τους όμοιους μου-αν υπάρχουν εδώ που τα λέμε τέτοιοι-με τρομάζουν. Αν λοιπόν, σου χε τύχει κάποια άλλη, τώρα μάλλον θα μετρούσες μήνες έρωτα και θα μοιραζόσουν βόλτες υπό το σεληνόφως στην Πνύκα. Το ξέρω πως με κάλεσες, μη μου το χτυπάς κάθε τόσο, δεν είμαι πια παιδί.


Ξέρεις πόσο προσπαθώ να κρατηθώ για να μην ουρλιάξω, να μην παρατήσω όλα μου τα κανονικά, τα σιχαμένα που κατακυριεύουν την ύπαρξη και με κάνουν να παλέυω κάθε τόσο με χιλιάδες εαυτούς και να έρθω, να στα πω όλα, απλά και δικά μου και να αναμετρηθώ για πρώτη φορά με κάποιον που στ' αλήθεια ερωτεύτηκα και ας πιστεύουν οι πεζοί πως δε γίνονται τέτοια πράγματα.; Πολλές φορές, όταν σε συμβουλεύω να κρύψεις τα μάτια σου και να καλύψεις τα αυτιά σου και ν' αφουγκραστείς τις σιωπές μου, εύχομαι από μέσα μου να τα καταλάβεις όλα. Ποντάρω στην αδυναμία σου να ευλογείς το άγνωστο. 
So burry me in the kitchen
Burry me in the stones
Oh, bury me everywhere you go
In the shadows of the hallway
Oh, for we do no longer know
What we can no longer hold
On days like these our heads fill up with smoke
And our memories grow old
Only when you're gone
Only when you're gone
Only when you're gone
And away
Only when you're gone

Δεν ξέρω μάτια μου, τι θέλω πια να σου πω, δεν ξέρω καν αν θα σου ξαναμιλήσω. Θα στα στείλω όλα σε γράμματα για να μάθεις επιτέλους τι θα πει αυτοκαταστροφή.


Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

Aυτός.

Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον. 
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
 Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011

Ρημαδιό.



Είναι απ' αυτά τα αξημέρωτα βράδια, που χεις καπνίσει ένα κάρο τσιγάρα, έχεις ακούσει το ίδιο τραγούδι πάνω από 40.000 φορές, έχεις σκεφτεί όλους τους πιθανούς τρόπους να εξοντώσεις το σκοτάδι και έχεις κάνει φοβερές απόπειρες για να πειστείς πως είσαι καλά.
Και ίσως και να είσαι, εδώ που τα λέμε, μ' έναν πολύ περίεργο τρόπο, πολύ αιχμηρό και αρκετά δυσερμήνευτο.
Οι άμυνες σου είναι ιδιαίτερα τρομακτικές και πάντα μάλλον ακινητοποιούν τον άλλον, που καλείται να κάνει συνειρμούς και να σε μάθει λίγο καλύτερα, να μάθει λίγα περισσότερα από το χρώμα των ματιών σου και τις δυσλεκτικές σου νόρμες. Βιάζεσαι γιατί είσαι νέα και θες να ζήσεις τον έρωτα κι ας τον έδιωχνες συνειδητά τόσον καιρό, από κάτι που οι γραφικοί θα βαφτίσουν δειλία και οι ρομαντικοί ανάγκη. Δε σου φαίνεται λίγο περίεργο που σου διηγούμαι με τόσην άνεση τις ιστορίες μου; Χαμογελάς νοσταλγικά, παίρνεις το περισπούδαστο σου ύφος και μου λες με συριστικά φωνήεντα πως ο σουρεαλισμός είναι το φόρτε σου. Μου εξήγησες πώς σε προσφωνούσε ο αγαπημένος σου φίλος, γιατί θες να με συναντήσεις, πως έχεις ανάγκη να σε προσέχω, πως θες να είσαι ο πρώτος άνθρωπος που θα έχω για να πάρω τηλέφωνο στα δύσκολα.Μπορεί και πλέον να είσαι, δεν το αρνούμαι.Μετά από παύσεις δευτερολέπτων ή και αιώνων,απαντώ στριφογυρίζοντας στη γλώσσα μου άσχετα πράγματα, όπως για το ότι συγκινούμαι που η Ελένη καβάντζωσε τα 20 και για το ότι μ' αρέσει εκείνη η εικόνα που ποτέ μου δεν κατάλαβα.Μεγαλώσαμε και αλλάζουν οι σταθερές μας, έτσι μου είπες.Και ότι δεν έχω καταλάβει ακόμα τη δύναμή μου, μα συλλάβιζες την αγάπη σου και δε σε πρόσεχα, γιατί αφαιρέθηκα σε μια από τις τόσο ζεστές συζητήσεις μας.
Πλέον, σε πιστεύω σε κάθετι που μου προσάπτεις και για κάθετι που με επιβραβεύεις. Κι αν το δεις, είναι λίγο σα ν' αντιστράφηκαν οι ρόλοι, είμαι εγώ πια το παιδί που συμβουλεύεις και λατρεύεις να υπηρετείς. Να λούζεσαι με φόβους και να φονεύεις τα αλλόκοτα, να την προσέχεις αυτήνα γιατί θα σ' αφήσει και θα τρέχεις. Τι όμορφες οι αμηχανίες σου!
Δε σου χω πει ποτέ κάτι, μα ακόμα κι αν όλο αυτό που έχουμε μοιραστεί το αφήσω να ξεθωριάσει, να ξέρεις πως ήταν από τα πιο ωραία πράγματα που έχουν συμβεί στη χλωμή ζωή μου. Γέμισε χρώματα η ύπαρξη, φούσκωσε όνειρο και ντύθηκε με τα πιο αλλόκοτα υφάσματα. Κι είναι έτοιμη να δώσει, να δώσει χωρίς να τη νοιάζει να πάρει. Μου έδειξες τόσους δρόμους και έμαθα πώς είναι οι σκιαγραφήσεις σχέσεων. Το να εκτιμάς τα μικρούλια "αχ", τα ατέλειωτα βράδια με πυρετό, τις φωτεινές μέρες με εφημερίδα και συζητήσεις για το πώς θ' αλλάξουμε τον κόσμο, τα βροχερά απογεύματα με καφέ, τσιγάρο και διαφωνίες για το αν η φωνή του Θανάση είναι ελκυστικά βραχνή, ή αν είναι επιτηδευμένα σα πετιμέζι. Γιατί μου χεις μάθει κάτι και θα το κρατήσω με όλες μου τις σημειώσεις και όλα τα ποιήματα μου που σφραγίζουν τις περίεργες συναναστροφές: "Όταν δίνεις αγάπη μου, θα σου επιστραφεί στο πενταπλάσιο αυτό που λένε αλήθεια".


Τρίτη 2 Αυγούστου 2011

Ασυνέχειες.

Βαρέθηκα να ζω σε κανονικότητες. Τη ζήλεψα, κάθε άνθρωπο που μπορεί τόσο έντεχνα-και τόσο απλά- να κρύβει τις αλήθειες του πίσω από λέξεις ή εικόνες, τον ζηλεύω. Ψάχνω για κάποιο μου ταλέντο. Πουθενά. Λέω πως είμαι καλή στο να τραγουδώ, μα και κει κάπου το χάνω. Σίγουρα έχω ένα αναμφίβολο ταλέντο στην υπερανάλυση. Κι ένα άλλο στο να γίνομαι χώμα και να αναγνωρίζω τα λάθη μου και να προσπαθώ να τα τραβήξω να χωρέσουν στις τελειότητες μου. Δε χωράν και ξαναπροσπαθώ. Και απογοητεύομαι. Δεν ξέρω γιατί άρχισα το κείμενο, ίσως για να με κατηγορήσω για ανακολουθίες.

Μπορεί και να θελα, να γράψω μια φορά δέκα γραμμές, που να μην εμπεριέχουν εσένα. Δεν τα κατάφερα, ούτε δέκα είναι οι γραμμές, ούτε εσύ μου ξέφυγες, πάλι κρυμμένος νωχελικά κάπου πίσω από τις λέξεις είσαι.
Ούτε τίτλους δεν μπορώ να βάλω, πφ.

Υ.Γ: Κοίτα να δεις. Δέκα είναι. Να, ας προσθέσω, ούτε στο να προβλέπω μετρήματα είμαι καλή. Αποτύχαμε μωρέ και τι μ' αυτό;


Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

Fil.


Πρέπει  να έχω χάσει το μέτρημα. Αναπνέω μέσα από αυταπάτες, ούτε κι εγώ πια ξέρω πόσες. Απαγκιστρώνομαι από τις πιο άχαρες ελπίδες, που σε ξεπουλάνε για το τίποτα, σε ανύποπτο χρόνο. Να, γέρνεις το κεφάλι σου λίγο, παίζεις τα μάτια σου δυο τρεις φορές, τινάζεις βαριεστημένα τις βλεφαρίδες σου και όλα τα όνειρα που με προσοχή και-σχεδόν ιεροτελεστικά -είχες συλλέξει εξανεμίζονται, φεύγουν και σ' αφήνουν πάλι μόνη σου με όλες εκείνες τις ανασφάλειες που ορθώνουν οχυρά γύρω σου και σε πνίγουν μέρα τη μέρα και δε σ' αφήνουν πια να αναπνεύσεις χίμαιρες.
Ε τι να σου πω, ότι σ' ευχαριστώ που εκθείαζες τα μάτια μου και τα λόγια μου; Που με θεωρούσες ένα αποκούμπι σε κάθε δύσκολη στιγμή σου, λες κι εγώ δε φοβάμαι ποτέ, λες κι εγώ έιμαι η αήττητη κι η ατσάλινη. Δε σε κατηγορώ, ήθελα να με υπολογίζεις. Αλλά. Κουράστηκα. Θέλω να τα σβήσω όλα και να κάνω κάτι επιτέλους για 'μενα. Να ερωτευτώ, να δω, να μάθω, να αναπνέω όνειρα, όνειρα και όχι ψευτιές. Κόκκινα και πορτοκαλιά. Κανένα άλλο χρώμα. Ειλικρινά, δεν μπορώ να αποφασίσω αν όλο αυτό με 'σενα, με 'μενα, με την κατάστασή μας τέλος πάντων, μου έκανε καλό. Σίγουρα με στιγμάτισε. Ναι, μη γελάς. Ξέρεις τι είναι να είσαι ένα μικρό, τοσοδά ανθρωπάκι, κλεισμένο στον μικρόκοσμό του και ξαφνικά να έρχεται ένα χέρι, να τ 'αρπάζει σχεδόν γοητευτικά βίαια και να του ζητά έπειτα βοήθεια για αντάλλαγμα; Κι αγάπη, ας πούμε. Λες κι είχα αποθήκες από δαύτη κι από μιαν αάλλη, την αυτοπεποίθηση. Τίποτα δεν είχα, όχι πλησμονή, ούτε για δείγμα.Αλήθεια δε θέλω να ζω με ένα γιατί στο στόμα,  πες κάτι, δώσε μου μια υποτυπώδη εξήγηση γι όλα αυτά.
Γιατί λες ότι θες; Ενώ εγώ... Τέλος πάντων, πάλι μπερδεμένα ασυνάρτητα λόγια.
Να ναι καλά πάντως και τούτο το έρημο το τετράδιο που αντέχει τους παραλογισμούς. Ναι, ναι, μα και βέβαια, σε καταλαβαίνω.
ΜΗ με πιστέψεις, τίποτα δεν κατάλαβα. Τίποτα.




Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

Αθηνά.



Θα θελα να με λένε Νεφέλη και να έχω κατσαρά μαλλιά.
Να ντύνομαι σε κάτι εκκεντρικά χρωματιστά υφάσματα σαν εκείνες τις 50αρες που τις βλέπεις και λες πως έχουν σίγουρα ζήσει με όλο το είναι τους αυτό που λέμε δώσιμο.
Μόνο να γράφω κόκκινα πράγματα και ποτέ μαυρίλες και χιλιοειπωμένα ερωτόλογα σε κάποιον άγνωστο γνωστό.
Να είχα πει την αλήθεια στο μοναδικό άνθρωπο που μου γνώρισε τι θα πει πλατωνικός έρωτας. Και εφηβεία.
Να μπορώ όλες αυτές τις λέξεις που σκαν στο κεφάλι μου και με κάνουν να μην μπορώ να σταθώ όρθια, να τις βάλω σε μια σειρά και να διαγράψω επιτέλους όλα εκείνα τα κλισαρισμένα.
Να με θυμηθώ στα παλιά, τα όμορφα και τα ξεθωριασμένα, αλλά έντονη και φευγάτη, όπως πάντα θα ήθελα.
Και πιο πολύ θα θελα το "θα θελα" να το μετατρέψω σε "το έκανα".

κΑΣΤΡΑ



Αυτό το "σςς" σα σύρσιμο φιδιού που ώρες τώρα
κρατάς στις άκρες των χειλιών σου
θα θελα στ' αλήθεια να ρθω να στ' αρπάξω.
Βουλημικά κι αχόρταγα θα το κατατρώω
ενώ εσύ άπραγος δε θα χεις σάλιο να αρθρώσεις λέξη
ούτε δύναμη να μου βαστάξεις τα χέρια
για να μην ψηλαφίσω πόντο από τη δήθεν ύπαρξή σου.
Ναι,προσπαθώ να σε χωρέσω σε κόμματα
και αμφιβολίες
δε θες να με καταλάβεις
αν και προσποιείσαι.
Κι εγώ το κάνω.
Να αλληλοκατασπαραχθούμε
γιατί αυτό μας υπέδειξαν οι έρωτες;
Κι έπειτα να κάνουμε τεχνητές αναπνοές
μπας και περισώσουμε τίποτα
από ό,τι μυρίζει θάνατο;
Να σωπάσουμε και να γλειφουμε σα σκυλιά
τις πληγές
που ο ένας προκάλεσε στον άλλον
από χίμαιρες αγάπης
και δήθεν σεβασμούς-τόσο άλλωστε τους επικαλούμασταν;
Πες το ναι, κι ας είναι ψέμα
σαν κι αυτά που βεβήλωσες
σαν κι εκείνα που
σ' αράδιαζα για να κρύβομαι
από τη νωχελικότητα της δειλίας μου.
Αγάπη μου, μεγαλώσαμε
για παραμύθια.

Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

Φ.^2



Σάρκινος Λόγος-Γιάννης Ρίτσος




Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου. Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.
Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα.
Καλυμένη ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο
διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.
Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα.
Ἀρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα.
Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ,
τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.
Πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο.
Μιὰ γυάλινη σφαῖρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.
Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου.
Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις. Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη.
Ἕνας πέτρινος ταῦρος πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα.
Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.
Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.
Ψηλὰ στὸν ἀέρα ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα.
Φυλάξου. Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου.
Τὸ τρίχωμα τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.
Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα.
Κάτω ἀπὸ τὴ κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα,
πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα, σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση.
Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.
Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Φ.

Πλέον είμαι πεπεισμένη πως κάποιες ιστορίες σαν και αυτήν-ιστορίες ή παραμύθια ( ; ), δεν έχω αποφασίσει ακόμα πως να τις βαφτίσω-είναι τρομακτικά απρόβλεπτα προδιαγεγραμμένες, μέσα σ' όλες τους τις αντιφάσεις. Για παράδειγμα, σου αφήνει ακόμα την ίδια  αίσθηση η καλημέρα μας ή το αντίο μας; Εγώ νομίζω πως όχι. Κάθε φορά είναι αλλιώτικος ο τρόπος που κοιταζόμαστε, μιας και άλλοτε έχει αυτό το απρόσμενο του πρώτου ραντεβού κι άλλοτε το ρουτινέ της ανάγκης για απόδραση. Η ιστορία μας. Δεν μπορείς ακόμα να διανοηθείς πόσο προσπάθησα, έτσι;  Παιχνίδια άνευ όρων. Καημένο μου. Δεν ξέρεις, ίσως και να μη μάθεις ποτέ. Κάθε που με γεμίζουν εκείνες οι καταραμένες μου οι ανασφάλειες, ξέρεις τι σκέφτομαι; Εσένα τον χειμώνα. Και δεν ξέρω γιατί τη διαλέγω πάντοτε αυτή την εποχή, λες και δεν έχει άλλες πιο ευχάριστες ο χρόνος. Αλλά τι να κάνω. Τότε σε θυμάμαι, μέσα στο χειμώνα, πολύ έντονα. Χειμωνιάτικος στριφογυρνάς και βάζεις στα ακροδάχτυλά σου κανέλες και θυμάρια-κλεμμένα από κάποιο τραγούδι μάλλον ή βγαλμένα από κεινα τα δίστι/υχα που σκαρώναμε νύχτες απραξίας και εσωτερισμών. Και έπειτα τριγυρνάς και βάζεις αχόρταγα το πρόσωπό σου στα μαλλιά μου και δε λες κουβέντα παρά μόνο ξαγρυπνάς δίπλα μου και μου λες κάτι ασυναρτησίες για πικραμύγδαλα και αγάπες.
Η ιστορία μας. Να μου μιλάς και να κάθομαι να ακούω ατέλειωτες διηγήσεις και μετά να σου λέω πως νυστάζω και πως πρέπει να φύγω και εσύ να μου κρατάς τα πόδια και να παίζουμε σα μικρά παιδιά. Σημαίνει πως είναι αργά και πως όλα θα ναι εντάξει σε λίγη ώρα. Σημαίνει πως το "αγαπώ, φιλί" της Μαλβίνας, στο έλεγε και σένα η μαμά σου όταν ήσουν μικρός. Σημαίνει πως το "μη μ αφήνεις" κρύβει εκείνα τα αλεπάλληλα "σεχρειάζομαι". Μη φοβάσαι και θα γράψουμε κι άλλα στην ιστορία, φτάνει να το θες.

Δευτέρα 6 Ιουνίου 2011

Ευτ.

Eξεταστική σου λέει μετά. Δεν μπορώ να βουτήξω σε ποινικά και δικαιοπραξίες, λυπάμαι. Γύρω μου γίνονται τόσα, μα τόσα. Περνάω πανέμορφα. Πότε πότε με τσιμπάει η απουσία σου, αλλά ξεχνιέμαι με τα φλερτ, τις συναυλίες στα γρασίδια, τα πάρτυ στα αστεροσκοπεία, τους ήλιους και τα μεσημέρια στο μπαλκόνι με τάβλι και Πασχαλίδη. Έχω μάλλον γίνει αθεράπευτα μελό και ροζ. Μα δε με νοιάζει, τόσον καιρό περίμενα με ένα μαύρο κι ένα γκρι στο στόμα και στα μάτια, έφτασε επιτέλους η εποχή που με βρίσκει ήρεμη. Δεν μπορώ ν' αποφασίσω γιατί θέλησες επικοινωνία, ίσως γιατί ψυχανεμίστηκες πως ήμουν καλά κι άρχιζα να ξεπερνώ τα ψέματά σου. Έχω διαπιστώσει πως ο κόσμος είναι αλλιώτικος όταν τον βλέπεις με άλλα μάτια. Κάτι ανάλογο έλεγε ο Καζαντζάκης, το θυμάμαι αμιδρά σε αφιερώσεις πάνω σε κίτρινες σελίδε βιβλίων της μάνας. Έλεγα να κάνω απολογισμό του πρώτου έτους, αλλά όταν περνάς τόσο έντονα, μάλλον όσα λόγια και να πεις φαντάζουν ιδιαίτερα φτωχά. Οπότε θα μείνω με τις υπεραναμνήσεις. Και συνεχίζουμε.
Τελικά η ζωή είναι όμορφη. Περίεργη, αλλά όμορφη. Σαν πόρνη πολυτελείας, ας πούμε.
Αυτά για αρχή.

Κυριακή 15 Μαΐου 2011

Κάτι γίνεται εδώ.

Ωραία. Και από μια πρωτομαγιά με ήλιο κι έπειτα με βροχές και πονοκεφάλους αλλόκοτους και με σκατένια ψυχολογία και μ' ένα κάρο χάρτινους καρκίνους στο πιο περίεργο δεκαπενθήμερο της ζωής μου. Γεμάτο κι από κλάμα και από απόρριψη κι από Ζερβουδάκη κι από φιέστες κι από αψέντι κι από ανείπωτες χαρές κι από φρικτή ηττοπάθεια κι από ξενύχτια κι από γνωριμίες κι ένα σωρό ασυνάρτητες παραφιλολογίες και φιλοσοφικούς στοχασμούς. 2,3,4 έφευγα. Πάντα έφευγα για να είμαι ειλικρινής. Θα προσπαθήσω να είμαι ειλικρινής βασικά, όσο μπορώ. Γιατί μάλλον όταν ζεις κάθε μέρα τόσο έντονα συναισθήματα, κάτι βγαίνει τελικά σκάρτο και τελικά το χάνεις κάπου στο δρόμο. Μ' άφησες κι εσύ και απλά χαθήκαμε και βάλαμε τέλος όπως ακριβώς είχα(ν) προβλέψει καλοθελητές.
Έπειτα, την τελευταία βδομάδα, ήρθες εσύ, ο άλλος κι αλλιώτικος, που τ' όνομά σου είναι δυσδιάκριτο πίσω από τις γυριστές σου βλεφαρίδες κι εκείνο το μάυρο, σκοτεινό, αλλά τόσο μα τόσο καθαρό βλέμμα σου. Ντόμπρος φαίνεσαι σκέφτηκα, αλλά δεν υπερανάλυσα τις σκέψεις μου, γιατί το 'χω κάνει τον τελευταίο καιρό άπειρα και αποδείχτηκε πως δε βγαίνει σε καλό. Κυριακή, πάει ακριβώς μια βδομάδα και ζήτημα να 'χαμε ανταλλάξει 2 κουβέντες. Δεν έδωσα σημασία, μόνο τα μάτια σου είχα προσέξει και τα καλά λόγια που μια φίλη είπε για 'σένα. Δευτέρα τίποτα, εκπομπή, και καταστάσεις όμορφες μα διόλου ποιητικές. Τρίτη σχολή και έπειτα καφές με άλλα 10 άτομα, όμορφα παιχνίδια και μια φωνή που μένει. Πιο μετά, χαλαρή μπύρα μέχρι τις 10 γιατί έχουμε εγερτήριο είπαμε για την αυριανή πορεία. Μικρού μήκους. Γεμάτες συζητήσεις και τώρα προσέχω πέρα από τα μάτια εκείνο το λίγο ειρωνικό και γοητευτικότατο ταυτόχρονα γέλιο. Χαιρετιόμαστε και το πρώτο άγγιγμα είναι εκεί. Ξύπνημα νωρίς κι απλά ανταλλαγή μιας φευγαλέας καλημέρας, έτσι κι αλλιώς χαθήκαμε στον κόσμο τον πολύ. Μεσημεράκι πάλι με παρέα για καφέ και πιάνει εκείνη η βρόχα που μισώ και εσύ πολύ προστατευτικά, (εδώ προσέχω το πόσο αρρενωπός φαίνεσαι) μου λες να έρθω πιο κοντά σου για να μη βραχώ. Το απόγευμα οι εξελίξεις έτρεχαν και ξανασυναντηθήκαμε για να με ξαναγγίξεις έτσι φιλικά και περιπαικτικά κάπως και να πεις το όνομά μου 2-3 φορές. Ούτε πάλι δίνω σημασία αν και βλέπω καθαρά πια πως είσαι όμορφος μ΄έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Επόμενη μέρα, τρέξιμο, σχολή και βιβλιοθήκη, βλέμματα, μάτια βαθιά και γοητευτικά χαμόγελα,εκδηλώσεις και πορεία το απογευματάκι. Κι εκεί ένα χαμογελαστό τυπικό "γεια" και 2-3 ανάσες ασθμαίνοντας,μα γιατί; Μετά πάλι σφυρίζεις το όνομά μου και με φωνάζεις με το χαϊδευτικό μου και ανακαλείς στη μνήμη σου Λίνα για να ρωτήσεις τι έχω. Σου λέω τίποτα και εσύ χαμογελάς λέγοντας μου πως κι εσένα ώρες ώρες σε πιάνουν κάτι αντικοινωνικά άλλο πράμα. Ούτε πάλι δίνω ιδιαίτερη σημασία γιατί δείχνεις κοινωνικός και τους φοβάμαι εγώ δαύτους. Υπόσχεσαι ότι θα περάσεις το βράδυ κι εγώ κάτι νιώθω να με τσιμπάει αλλά και πάλι το θάβω και δεν το εκστομίζω. Έρχεσαι και ψυχανεμίζομαι κάτι κοιτάγματα εδώ κι εκεί , μα μπα, κι αυτά ιδέα μου θα' ναι. Από την ανασφάλειά μου, μπορεί να μετρώ το παραμκρό. Ώπα, ανασφάλεια ή ενδιαφέρον; Η Γιώτα μου λέει πως βλέπει και μου κλείνει το μάτι. "Σιγά μωρέ" απαντώ, μα μέσα μου σκέφτομαι: "Λες;". 5 λεπτά κι έρχεσαι πιο κοντά, πλησιάζεις το αυτί μου και μου λες πως με χαίρεσαι και πως χορεύω όμορφα. Λέω 2-3 βλακείες και ξανααπομακρύνομαι. Μα με καίει κάτι. Μερικά φλερτ διάσπαρτα στο πάρτυ κι ο απολογισμός όμορφος. Την επόμενη τυχαία, γρασίδια στη φιλοσοφική, συναυλία και κάνω πως αγνοώ κάτι βλέμματα περίεργα, πάλι αποδίδοντάς στα σε ονειρικές μου εικασίες και πάλι προσποιούμαι την ανήξερη. Πετάς το μπαλάκι και με ρωτάς για Όργουελ. Όμορφο χαμόγελο έχεις τελικά. Αστεροσκοπείο, σκύβεις με ρωτάς κάτι κι έπειτα μου γελάς, απαγορεύοντάς μου να λέω πολλές κουβέντες. Πλάκα έχει. Χορεύουμε, μου λες πως το 'χω και μετά ξαναστρέφω το βλέμμα, παίζοντας την ανήξερη.Κοιτώ το κινητό και με ρωτάς αν στέλνω σε κάποιον. Τσούκου απαντάω αμήχανα και είμαι βέβαιη πως έχω κοκκινίσει. "Σίγουρα;" επιμένεις και χαμογελάω ψιθυρίζοντας ένα ξέπνοο "ναι". Τρέχω με λαχτάρα στην Ελένη και της το λέω. Αναρωτιέμαι γιατί και χρεώνω στον εαυτό μου ότι ενθουσιάζομαι χωρίς ιδιαίτερο λόγο. Πολυτεχνείο κι είσαι πάλι μπρος μου. Η Ελένη λέει πως κοιτάς συνεχώς, μα εγώ ντρέπομαι κι εσύ χορεύεις με κάποια που μάλλον είναι πιο τολμηρή, ενώ πιάνω στον αέρα πως τη ρωτάς λίγο πριν φύγει γιατί και ότι δε θες να σ' αφήσει. Τόμπολα σα να λέμε, από τις λίγες. Συνεχίζω να χορεύω με ένα κάρο παρτενέρ και μετά βίας ρίχνω 2 βλέμματα την υπόλοιπη βραδιά αν και βράζω.Κατά τις 5 μου λες πως φεύγεις, σου απαντώ " έτσι απλά;" και μου λες "έτσι απλά, θα τα πούμε αύριο" και ενώ σου λέω πως μάλλον δε θα μπορέσω να έρθω βιβλιοθήκη με φιλάς στο μέτωπο. Ξαναβράζω.
Και μετά; Μετά βγαίνουμε κι είσαι πιο γοητευτικός από ποτέ, αλλά εγώ ανεξήγητα αμίλητη. Τίποτα το αξιοσημείωτο.
Κι αναρωτιέμαι και το συζητάω με φίλες και δεν ξέρω πια τι να κάνω και πως να διαχειριστώ. Τους αφήνω περιθώρια να το αναλύουν και να μου χαλάν την ψυχολογία, είμαι εγώ που υπερβάλλω, είμαι εγώ που ντρέπομαι και υψώνω τοίχους, είσαι εσύ που τόσο όμορφος στέκεις απέναντί μου κι άλλοτε κοντά μου, που μιλάς λες και ξέρεις, ή που δε σε γνωρίζω και μπορεί να 'σαι από κείνους που μισώ; Δεν ξέρω.
Την επόμενη μέρα, πάμε πάλι μεγάλη παρέα για μπύρα κι είμαι σαν τη μ.Παρασκευή και τα κορίτσια κρυφογελάν και απογοητεύονται(κι εγώ απογοητεύομαι, είναι η αλήθεια)με το πόσο δειλή τελικά έχω καταντήσει. Τετάρτη φοιτητικές εκλογές και σκας στη σχολή τόσο όμορφος, τόσο λαμπερός και δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου. Τρελαίνομαι παράλληλα, γιατί όλες οι κοπέλες σε κοιτούν και λένε πόσο άντρας είσαι, αν και πρώτο έτος και τι μάτια έχεις και τι φωνή κι άλλα τέτοια. Σκαλώνω. Περνά γρήγορα η μέρα κι εγώ νιώθω πως καίω στ' αλήθεια. Την επόμενη των εκλογών, βγαίνουμε για μπύρα. Εγώ εσύ και η Β. Με ρωτάς για πολλοστή φορά τι έχω και γιατί δε μιλάω και πάλι χρησιμοποιείς υποκοριστικά κι εγώ παίρνω μπρος σε μια στιγμή και σου λέω χίλιες ιστορίες και άλλα τόσα παραμύθια και νιώθω ολοένα και πιο πολύ την ανάγκη να σου πω κάθετι δικό μου, αλλά δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω πραγματικά.Χαιρετιόμαστε και η αποτίμηση της βραδιάς είναι κάτι παραπάνω από καλή. Και τέλος, ήρθε η χτεσινή μέρα. Και είσαι εκεί τόσο μαγικά απόκοσμος και όλες έχουν ξεροσταλιάσει και σε κοιτάν επίμονα κι εγώ γίνομαι υπερκοινωνική με τους γύρω και δεν έχω ιδέα γιατί τα κάνω όλα αυτά και απορρώ με το τι περίεργα παιχνίδια παίζει το μυαλό. Και πίνω μπύρες πολλές και σε κοιτάω λίγο, αλλά πάντα καμουφλαρισμένη ώστε να μην καταλάβεις το ελάχιστο και μετά παίρνω το μικρόφωνο και τραγουδάω και δε με νοιάζει τίποτα, τίποτα απολύτως. Και μετά μου χαϊδεύεις τα μαλλιά, μου λες όμορφα λόγια, γίνεσαι πολύ τρυφερός. Και όμως εμένα δε μου αρκούν αυτά, γιατί βλέπω πως είσαι ανοιχτός γενικότερα και επειδή μαθαίνω για την πρώην σου και ζηλεύω ( ; ) και επειδή αντιλαμβάνομαι ότι μάλλον μπορείς να έχεις όποια θες. Πφφ, δύσκολοι καιροί για δήθεν έρωτες.

Θα δείξει. Θα τη βρούμε την απάντηση.

Τρίτη 26 Απριλίου 2011

Κι ανάσα πια δεν έχεις.

Κάπου στα γραφτά μου είσαι και συ κρυμμένος. Κάθε που γράφω, έχω πάντα στο νου, εκείνα τα σ'αγαπώ των ανύποπτων στιγμών ή εκείνες τις μανούβρες που ούρλιαζαν έρωτα και να, δεν μπορώ να μη σε κρύψω, έστω και ανεπαίσθητα, πίσω από καμπύλες και σημεία στίξης. Κυρίως στα μισά ερωτηματικά μου, που αναζητούν πάντα εκπλήρωση, είσαι εκεί. Είσαι εκεί και σε πρόσωπα ξένα και σε μάτια απόκοσμα και σε βλέμματα αθώα, που λεν πως, κρύβουν τα πιο μεγάλα ψέματα, μα εγώ δεν το πιστεύω, ποτέ μου δεν πίστεψα τους στίχους και τις μεγαλοστομίες άλλωστε.
Είσαι εκεί στα χιλιοειπωμένα και στα ξεφτυσμένα, είσαι εκεί στα πρωτότυπα και τα αλλόκοτα, είσαι εκεί στο στέκι των εφηβικών μου χρόνων, στο τσιγάρο που στρίβω, στον καπνό που εκπνέω, στα ακροδάχτυλα τα καλλογραμμένα και στα στιλπνά μαύρα μαλλιά. Είσαι εκεί στα τραπεζάκια που φιλοξενούν ζευγάρια με τάβλι και ατέλειωτες ώρες ασυνάρτητης κουβέντας. Είσαι εκεί στα φοβάμαι, στα θέλω, στα βοήθαμε, στα έλα, στα ίσως, στα πότε, Στα τραγούδια, πιο πολύ στα τραγούδια μου, ξεπηδάς κάθε τόσο και είναι σα να μην ακούω πια τον ερμηνευτή, μα μόνο τη φωνή σου, ξέπνοη κάπως, λίγο βραχνή, με κείνη τη βραχνάδα που λάτρευα και κρεμιόμουν πάνω της.
Είσαι ακόμα ακόμα, εκεί, όταν μιλώ για έρωτες και θεωρίες, για πολιτική και δοξασίες, για συναυλίες και γρασίδια. Είσαι εκεί στις χαραγμένες στα παγκάκια αγάπες, στα ονόματα που σφυρίζουν τη ζωή, στους αποσπερίτες και τα δειλινά, στα τρέμουλα τα παιδικά, στις φοβερές εξετάσεις, που αποφασίζουν αν περνάς ή δεν περνάς, για να καταλήξεις τελικά, γιάπης ή όχι.
Είσαι εκεί στο σημείο που σε πρωτοείδα, στη φωτογραφία που πρωτοδιάλεξες, στα λόγια που πρωτοσυνάντησα, στις εναλλαγές των προσώπων, α και β ενικό, και μετά μόνο πληθυντικό και πάντα πρώτο. Είσαι εκεί που αγαπηθήκαμε.
Μα πιο πολύ, είσαι πάντα εκεί που οι φόβοι μας κουρνιάζουν και αποζητούν ένα χάδι, μια λέξη να γειάνουν, κάτι να τους γιατρέψει, κάτι να ξεχαστούν. Είσαι ολόκληρος τα εφηβικά όνειρα, οι παιδικοί χάρτες και τα οινοπνεύματα της ενηλικίωσης.
Να δούμε ποιος άραγε θα ξεχάσει πρώτος αγάπη μου.




Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

Θυμάσαι, ε;

Ναι, ξέρω πως με περιμένεις. Τόσες φορές μου το πες άλλωστε. Από τότε που γνωριστήκαμε μου το λες και το ξαναλές, σα να φοβάσαι-και δεν έχεις άδικο εδώ που τα λέμε-ότι δε θα 'ρθω στη συνάντηση μας. Όπως έκανα μ' εκείνα τα ραντεβού μας. Τα θυμάσαι μ;
Μα ναι,τα θυμάσαι.
Και με παρατηρείς συνεχώς  να σε μαλώνω, να σε φροντίζω και να σε ειρωνεύομαι, πάντα σα μαμά κι ας είμαι μικρότερή σου και ποτέ δε λες τίποτα, καλό ή έστω άσχημο,μα ξέρω. Και γοητεύεσαι και λατρεύεις να σε "διατάζω". Το είχες ανάγκη. Δεν ξέρω αν το έχεις πια.
Πριν από 'σένα δεν ήξερα πώς είναι να σε παρομοιάζουν με κάποια ηρωίδα βιβλίου.
Είναι τόσο τέλειο, όσο και να το κάνεις όνειρα ή το να περνάς από μέρη που αγαπούσες, από μέρη που μυρίζουν ακόμα παιδικότητα.
Γενικά, είναι πολλά αυτά που θα 'θελα να σου πω. Αλλά πάλι θα σε βάλω να ερμηνεύσεις τη σιωπή. Το κάνεις άλλωστε εξαιρετικά δεξιοτεχνικά.
Καληνύχτα

Ερμίν ή όπως αλλιώς θες.

Σάββατο 23 Απριλίου 2011

Ακόμη.

"Oύτε ένα αστέρι δεν ξεστράτισε ποτέ [...] ωραίε μου εαυτέ".




Πάει ένας χρόνος από τότε. Και στ' αλήθεια, φοβάμαι πως πια θα μείνω με τον εαυτό μου, τον άσχημο, τον ωραίο, τον αδίστακτο, δεν ξέρω κι εγώ με ποιον. Αλλά μάλλον θα γδυθώ από κάθε ρομαντισμό και κάθε προσμονή πια και δε θα περιμένω κανέναν. Ούτε κι εσένα με τα μελαγχολικά σου μάτια.
Μόνο το τηλεφώνημα που μου υποσχέθηκες. Μόνο σήμερα.
Για να αποστρατίσω από τις λίστες μου.
Και από τα τόσα ψέματα.

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

19.


19αρίσαμε,θαύμα!
Kαι τώρα,τι;;

Τετάρτη 20 Απριλίου 2011

Too sad that things went wrong.



Πρώτη μου φορά συμβαίνει αυτό.
Ναι,για όλα υπάρχει μια πρώτη φορά,σύμφωνοι.Μα δεν μπορώ να τις διαχειριστώ δαύτες.Ρε συ,πώς έγινε κι αλλάξαμε έτσι;Και πια δε σου μιλώ για τα καλοκαιρινά μεθύσια,ούτε για το πόσο η ζωή είναι όμορφη.Γιατί απλά δεν είναι όταν λείπεις,όσο και να προσπαθήσω να με πείσω.Δεν είναι.Kαι ξέχασα φυσικά,πως δε μιλάμε πια.
Θα τα καταφέρω μωρέ,μη νοιάζεσαι.Θα σε κατηγορήσω όταν θα μιλώ με παρέες για το πόσο σκάρτα φέρθηκες και πόσο πληγώθηκα από τις ανεξήγητες κουβέντες σου κι από εκείνες τις τρομακτικές σου συμπεριφορές.Θα κάνω ακριβώς ό,τι κορόϊδευα και θα βλέπω όλα τα πρωινά τον ήλιο να ανατέλλει και θα χω το όνομά σου στο στόμα μου,να μουλιάσει,να χαθεί επιτέλους γιατί μέχρι κι αυτό δεν το αντέχω πια πάνω μου.Ποτέ μου δε σε κατάλαβα,μα δεν προσπάθησα και ποτέ,γιατί μάλλον λάτρευα τις αρρωστημένες μας καταστάσεις.Νόμιζα πως υπήρχα μέσα από τα βλέμματά σου και από τις αφηγήσεις της-θλιβερής για 'σένα,συναρπαστικής για 'μένα,αλίμονο!-ζωής σου.
Δε θα σε μισήσω μωρέ,ποτέ δε θα το κατορθώσω κι ας προσπαθήσω όσο δεν πάει.Γιατί πάντα θα έρχεται μια γλυκιά αύρα κάθε που θα περνώ από εκείνα τα σημεία και κάθε που θα διαβάζω τα βιβλία σου.Κι ας με σιχαίνομαι που δεν έχω εγωισμό,το δίχως άλλο.Κι ας με σιχαίνομαι που δε θα φτάσω στο ελάχιστο τη δύναμή σου να φεύγεις.
Χέστηκα και για τις κοπέλες που βρίσκεις όμορφες.Δεν τις ζήλεψα,γιατί μάλλον μ' είχες πείσει ότι είμαι ξεχωριστή.Κι εγώ η ανόητη,πίστευα όλο και περισσότερο την ιστορία που από καιρό ήταν προδεδικασμένη.Κι εσύ έλεγες γεμάτος ειρωνία,πως αυτή θα είναι η δουλειά μου."Σκάσε και κολύμπα Αθηνούλα",σα να λέμε.*Πάυση για τσιγάρο,το σβήνω στο δευτερόλεπτο,θυμούμενη τις νουθεσίες σου περί υγείας και τα τοιαύτα κουραφέξαλα και το ξαναανάβω γεμάτη οργή,βήχω*.
Είδες πόσο γρήγορα αλλάζω ύφος στα γραφτά;Ναι,μα και βέβαια.Γιατί πονάω.Και νιώθω άρρωστη.Ο βραχνάς σου κι οι σκέψεις σου.Στα προφορικά είμαι καλύτερη ,φυσικά.Πόσος καιρός;Πάει πολύς;Όχι,ξέχασα και τα ημερολόγια τα έθαψα σε ντουλάπια μήπως και τρομάξω όταν τα ξαναδιαβάσω.
Έφυγες μια μέρα έτσι απλά,χωρίς εξηγήσεις.Μα είχες πλάσει πολύ στρατηγικά την απόδραση από τα δεσμά μου.
Ελεύθερος είσαι και ας το βρίσκω θράσος να θες να μου ξαναμιλήσεις.Κι ας προσποιούμαι πως δεν ακούω καλά,μόνο και μόνο για να παρατείνω λίγο την ώρα που θα ακούω την ανάσα σου στο ακουστικό.
-Μην πίνεις άλλο.
-Ναι,σιγά.