Τι να σου πω, μπορεί να ναι και οι θύμησες εκείνες που με έκαναν ν' αγαπώ τις ξυλομπογιές και τα ποιήματα. Δεν ήμουν πάντα έτσι, το ομολογώ. Απλά κάποτε κάποτε νιώθεις σαν, αναδρομικά να νοσταλγείς κάποια πράγματα που με έναν ανεξίτηλο, έντονο μαρκαδόρο έχουν γραφεί μέσα στο πετσί σου, κάτω από το δέρμα σου, σε ό,τι έχει απομείνει από την καρδιά σου. Θες είναι η μαμά μου που μου φερνε Νερούδα κι εγώ γέλαγα, που άκουγε Χατζηδάκι και εγώ δεν καταλάβαινα, που μου μιλούσε για κομμουνισμούς και εγώ δεν ήξερα καλά καλά τι θα πει δημοκρατία; Σπουδαία λέξη, μου είχε πει. Κι εγώ πάλι περιφρόνησα την ανάγκη της να υπάρχει μέσα από τις ιστορίες της.
Μπορεί να ναι και κάτι κλειστοφοβικά των μικράτων μου, που τώρα με κάνουν να θέλω να φύγω με βαλίτσες γεμάτες τίποτα και ν' ανασάνω λίγο άνεμο. Ή εκείνες οι βραδιές με ατέλειωτες συζητήσεις με πολύ προσωπικές αναμετρήσεις και περιλήψεις σιωπών σε επανάληψη. Είναι ωραίο, λέει η κυρία Έυα, που, μεγαλώνω και που τις αγοράζω ποιητικές συλλογές. Να σκεφτώ, τη Δημουλά, που έγραφε διθυράμβους για τη γυναικεία απομόνωση κι ας τη μισούσα που ήταν τόσο απαγκιστρωμένη από τον σύζυγο και που είχε ξεχάσει ολότελα τι θα πει συντροφικότητα, απλά και μόνο επειδή.
Λένε οι σοφοί, πως, μια κόρη ψάχνει τον πατέρα της στο σύντροφό της και πως, αναζητά ένα άλλο μισό δυνατό και ρωμαλέο. Σεξισμοί στο τετράγωνο. Μπούρδες τα Οιδιπόδεια και οι άλλες αρχαίες αρλούμπες. Δεν ξέρω αν ψάχνω αρνητικά φωτογραφιών ή αντίστροφες μετωπικές συγκρούσεις με κάρματα, αλλά εγώ πιστεύω πως σε σένα βρίσκω λίγο πολύ εκείνο τον τέλειο εαυτό μου, που ποτέ δεν ήξερα ότι σιγοκρυβόταν πίσω από τις κουρτίνες του εφηβικού δωματίου και πολύ περισσότερο αυτό που χάραξε μια κάποια που τη λένε τριβή, πολύ συγκεκριμένη και εύστοχα προδιαγεγραμμένη.
Ναι, της μαμάς μου τα μάτια έχω πάρει, μπορεί και τις ιδέες της-λίγες από δαύτες μάλλον, γιατί τις παρωχημένες τις κρατώ για αφορμές διαπληκτισμών. Και θα θελα-πολύ στ αλήθεια θα θελα να ξέρει. Γιατί δεν ξέρω, πώς να της πω πέρα από ένα ξερό ευχαριστώ, το άλλο, το πιο βαθύ και το πιο ειλικρινές, που ευτελότητες το ρήμαξαν και δειλίες το έπνιξαν. Και φοβάμαι, Εύα μου, μη γίνει εκείνο το αναπότρεπτο και δεν προλάβω να σου δείξω. Γι αυτό και σε κρατώ στην αγκαλιά μου σφιχτά τις τελευταίες μέρες. Είναι από τις λίγες αγκαλιές που δεν τις κάνω για να ασφαλιστώ. Να κάνω δυο τρεις μανούβρες και να πέσω για ύπνο. Να μου πεις για όλα εκείνα που θα ρθουν, θα ναι σίγουρα καλύτερα.
[...]
Συνεχίζουν όλα, όλα γύρω αλλάζουν μορφές και σκιώδεις καταπλήξεις. Είναι μια ανάγκη κι αυτή απ' τις πολλές ανθρώπινες, να πασχίζεις να ακολουθήσεις το νήμα. Δεν ξέρω πως οι άνθρωποι λένε με όμορφες λέξεις και με διαφορετικούς τρόπους τα σαγαπώ τους ή ακόμα αν κλαίνε πάνω στα χαρτιά, όταν στέλνουν γράμματα σε δικούς τους που έχουν χαθεί και δε λένε για έναν ανεξήγητο τρόπο να απαντήσουν στα χάρτινα φιλιά. Ούτε ξέρω πώς μιλάνε για ό,τι τους τρομάζει, ό,τι τους απειλεί ή χειρότερα, ό,τι τους κάνει να πονάνε.
Έχασες, έμαθα, κάτι που πολύ αγαπούσες. Και γέμισες, έμαθα το σπίτι ερωτήματα. Και έφτυνες. έμαθα, το θεό που σε έσβησε από τις προτεραιότητες του. Και έπειτα, πως ζηλεύεις λιγάκι, έμαθα, αυτούς που ακόμα πιστεύουν ή τουλάχιστον, για να ακριβολογούμε αυτούς που έχουν ακόμα το σθένος να παραμυθιάζονται.
Δεν ξέρω αν όλα είναι εντάξει ή αν θ αλλάξουν, ή αν έχουν από καιρό καθοριστεί και μεις απλά παρακολουθούμε με στεγνά στόματα και με παλλόμενα σώματα το θάνατο. Δεν ξέρω καν σήμερα αν είσαι και πολύ μέσα στις λέξεις μου, όλως περιέργως. Μπορεί να ξετρύπωσες αυθάδικα πίσω από τους φθόγκους, μα εγώ σήμερα δεν ήθελα να σε μπάσω στα γραφτά μου.
Και ούτε ξέρω ακόμα τι θα κάνω με σενα, με μενα, με τους άλλους, με το φευγιό το ακατανίκητο. Δε μου αρκεί αυτή η διάθεση, αν και μπορώ και με λιγότερα.
Μπορεί να ναι και κάτι κλειστοφοβικά των μικράτων μου, που τώρα με κάνουν να θέλω να φύγω με βαλίτσες γεμάτες τίποτα και ν' ανασάνω λίγο άνεμο. Ή εκείνες οι βραδιές με ατέλειωτες συζητήσεις με πολύ προσωπικές αναμετρήσεις και περιλήψεις σιωπών σε επανάληψη. Είναι ωραίο, λέει η κυρία Έυα, που, μεγαλώνω και που τις αγοράζω ποιητικές συλλογές. Να σκεφτώ, τη Δημουλά, που έγραφε διθυράμβους για τη γυναικεία απομόνωση κι ας τη μισούσα που ήταν τόσο απαγκιστρωμένη από τον σύζυγο και που είχε ξεχάσει ολότελα τι θα πει συντροφικότητα, απλά και μόνο επειδή.
Λένε οι σοφοί, πως, μια κόρη ψάχνει τον πατέρα της στο σύντροφό της και πως, αναζητά ένα άλλο μισό δυνατό και ρωμαλέο. Σεξισμοί στο τετράγωνο. Μπούρδες τα Οιδιπόδεια και οι άλλες αρχαίες αρλούμπες. Δεν ξέρω αν ψάχνω αρνητικά φωτογραφιών ή αντίστροφες μετωπικές συγκρούσεις με κάρματα, αλλά εγώ πιστεύω πως σε σένα βρίσκω λίγο πολύ εκείνο τον τέλειο εαυτό μου, που ποτέ δεν ήξερα ότι σιγοκρυβόταν πίσω από τις κουρτίνες του εφηβικού δωματίου και πολύ περισσότερο αυτό που χάραξε μια κάποια που τη λένε τριβή, πολύ συγκεκριμένη και εύστοχα προδιαγεγραμμένη.
Ναι, της μαμάς μου τα μάτια έχω πάρει, μπορεί και τις ιδέες της-λίγες από δαύτες μάλλον, γιατί τις παρωχημένες τις κρατώ για αφορμές διαπληκτισμών. Και θα θελα-πολύ στ αλήθεια θα θελα να ξέρει. Γιατί δεν ξέρω, πώς να της πω πέρα από ένα ξερό ευχαριστώ, το άλλο, το πιο βαθύ και το πιο ειλικρινές, που ευτελότητες το ρήμαξαν και δειλίες το έπνιξαν. Και φοβάμαι, Εύα μου, μη γίνει εκείνο το αναπότρεπτο και δεν προλάβω να σου δείξω. Γι αυτό και σε κρατώ στην αγκαλιά μου σφιχτά τις τελευταίες μέρες. Είναι από τις λίγες αγκαλιές που δεν τις κάνω για να ασφαλιστώ. Να κάνω δυο τρεις μανούβρες και να πέσω για ύπνο. Να μου πεις για όλα εκείνα που θα ρθουν, θα ναι σίγουρα καλύτερα.
[...]
Συνεχίζουν όλα, όλα γύρω αλλάζουν μορφές και σκιώδεις καταπλήξεις. Είναι μια ανάγκη κι αυτή απ' τις πολλές ανθρώπινες, να πασχίζεις να ακολουθήσεις το νήμα. Δεν ξέρω πως οι άνθρωποι λένε με όμορφες λέξεις και με διαφορετικούς τρόπους τα σαγαπώ τους ή ακόμα αν κλαίνε πάνω στα χαρτιά, όταν στέλνουν γράμματα σε δικούς τους που έχουν χαθεί και δε λένε για έναν ανεξήγητο τρόπο να απαντήσουν στα χάρτινα φιλιά. Ούτε ξέρω πώς μιλάνε για ό,τι τους τρομάζει, ό,τι τους απειλεί ή χειρότερα, ό,τι τους κάνει να πονάνε.
Έχασες, έμαθα, κάτι που πολύ αγαπούσες. Και γέμισες, έμαθα το σπίτι ερωτήματα. Και έφτυνες. έμαθα, το θεό που σε έσβησε από τις προτεραιότητες του. Και έπειτα, πως ζηλεύεις λιγάκι, έμαθα, αυτούς που ακόμα πιστεύουν ή τουλάχιστον, για να ακριβολογούμε αυτούς που έχουν ακόμα το σθένος να παραμυθιάζονται.
Δεν ξέρω αν όλα είναι εντάξει ή αν θ αλλάξουν, ή αν έχουν από καιρό καθοριστεί και μεις απλά παρακολουθούμε με στεγνά στόματα και με παλλόμενα σώματα το θάνατο. Δεν ξέρω καν σήμερα αν είσαι και πολύ μέσα στις λέξεις μου, όλως περιέργως. Μπορεί να ξετρύπωσες αυθάδικα πίσω από τους φθόγκους, μα εγώ σήμερα δεν ήθελα να σε μπάσω στα γραφτά μου.
Και ούτε ξέρω ακόμα τι θα κάνω με σενα, με μενα, με τους άλλους, με το φευγιό το ακατανίκητο. Δε μου αρκεί αυτή η διάθεση, αν και μπορώ και με λιγότερα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου