Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Πέρα Δώθε.

Αρχίζει και ντύνεται τα κρύα του και 'συ θες να χουχουλιάζεις κάτω από το πάπλωμα και να βλέπεις ένα ζευγάρι μάτια στο σκοτάδι. Να λαμπυρίζουν οι απουσίες, να ταιριάζουν σαν παζλ τα μέλη, να μην ακούς πια για αφόρητες προοπτικές και καταχρηστικές ελπίδες. Να περιμένεις πώς και πώς τις Τρίτες και τις Πέμπτες, για να μυρίζεις ανθρωπίλα. Όχι ανθρωπιά, αυτή ενέχει εντιμότητα. Απλή, σκέτη, ανόθευτη ανθρωπίλα. Να χώνεις τη μούρη σου αχόρταγα σε μαλλιά και λαιμούς, ν' ακούς κάθε άσχετη ακυρίλα, να γελάς με κρύα ανέκδοτα. Να μαλώνεις για πολιτικές ανούσιες αντιπαραθέσεις, να δίνεις μία και να σπάνε, να αμφισβητείς τους κάποτε μέντορες και τις διδαχές τους. Να τον σκέφτεσαι και να τον σβήνεις. Να τον έχεις μια για πάντα ξεχάσει λες και ποτέ του δεν υπήρξε, ποτέ του δεν πέρασε. Να ανοίγεσαι πιο πολύ στις αγκαλιές και πιο πολύ στα ξέμπαρκα φιλιά, δε κοστίζουν άλλωστε κι εσύ πια λεφτά δεν έχεις και προτιμάς πια τα ακοστολόγητα. Να σου κάνουν προξενιά και να κατατροπώνεις τις ανασφάλειές σου, μα δε θέλω να με αντιμετωπίζετε σαν 40χρονη γεροντοκόρη, αφήστε με ήσυχη. Εγώ θα βρω το δρόμο μου, κι ας είμαι παράξενη και δειλή. Αλκοολούχες νύχτες με τη Χιονάτη, τη φαντασία και τα μακρόσυρτα σαγαπώ στο μυαλό καρφωμένα, μην τύχει και ειπωθούν. Το φλάουτο που δένει τόσο καλά με τη φωνή σου, τα λόγια τα ολοστρόγγυλα να τ' αφουγκράζεσαι και να τα προσπερνάς. Πλυντήριο, πέος, λάθος. Στο Βόλο με το τρένο, για τσίπουρα. Ν' ακούς Μπαλάφα στο κουλτουριάρικο σουβλατζίδικο και να σε πιάνει κάτι μεταξύ γέλιου και κλάματος. Τα δάκρυα δεν τα κρύβεις, τ' αφήνεις να κυλάνε. Τις μουσικές του τις θυμάσαι πάντως κι ας προσποιείσαι. Μικρή ήσουν όμως, θα πεις. Δεν ήξερες, θα πεις. Γινόμαστε ένα ρημαδιό, τα πάντα άνω κάτω, σε ξεριζώνουν να πονέσεις, σε κοιτάζουν όλο χλεύη. Πίσω από τη σκληράδα τον βλέπεις να περνάει. Θες να τρέξεις, να τον αγγίξεις, να του πεις ασυναρτησίες και να του θυμίσεις-αν έχει μάθει να θυμάται-τις παιδικές σας τρέλες. Προβάρεις να του πεις κάτι σαν "Έχεις κάτι από τις μνήμες και τις στιγμές μου" ή κάτι πιο σύντομο όπως "Σε θέλω", αλλά καταλήγεις να γέρνεις το κεφάλι, λίγο ικετευτικά, λίγο ηττημένα και λίγο ειρωνικά. Να ΄χες τη δύναμη να αγαπήσεις. Τελικά δεν έχεις καρδιά. Τελικά δε σου 'μαθαν ν' αγαπάς. Δεν μπορείς να γράφεις. Ποτέ σου άλλωστε δεν μπορούσες να τα βάλεις σε σειρά. Καληνύχτα. Ημέρα Πέμπτη, 6η πρωινή, πορτοκαλί καναπές, ευλαβική ατμόσφαιρα, ακατάσχετες αϋπνίες και ερωτικές απουσίες καρφωμένες στον τοίχο.