Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

Ο χρόνος ο αλήτης

Λύσε τα μαλλιά σου να μυρίσει το δωμάτιο πικραμύγδαλο ν' ανασάνω μέσα από σένα, λίγες παρελθοντικές παύσεις στα ξένα, στα εδώ και στα παραπέρα, να δω την εφηβεία μου ολόκληρη ξαπλωμένη να διαβάζει σελίδες που ποτέ δεν κατάλαβε. Μάρθα Φριντζήλα στ΄αυτιά να τραγουδάει τον έρωτα που μόλις ξεγλίστρησε απ' τις χαραμάδες κι εμείς δεν τον κυνηγήσαμε ούτε λίγο και έχουμε μείνει τώρα να καδράρουμε τις κυρίες Ανασφάλειες σ' όλες τις δυνατές πόζες να έρχονται οι καλεσμένοι να λένε όμορφες μπούρδες και 'μεις να τους δίνουμε πίσω αμήχανα χαμόγελα.
Θα σου απολογηθώ, θα το κάνω μόνο για ΄σενα γιατί στο χρωστάω παρέα με δυο φιλοξενίες, τρία τρυφερά λογάκια και 2,50 ευρώ που δε σου έδωσα ποτέ πίσω-για ένα καραφάκι τσίπουρο. 
Αύγουστος. Στο Ηράκλειο, στην κυρά Μαρία, περίεργοι αισθηματίες πουλάν τρέλα, ρακή και ρεμπέτικο σε τιμή ευκαιρίας κι εσύ τραγουδάς σε μια σκηνή, πάρε άστρα, πάρε άσπρη πλαστική καρέκλα, μουσικοχορευτικές αμφισβητήσεις, είσαι σκέτο μυστήριο, εσύ σκέτη παραίτηση, μην αφεθείς, αφέσου, ωραία που είναι ν' αγαπιέσαι όταν είσαι μεθυσμένος, να πέφτεις στα χαλίκια, να γεμίζουν τα χαλίκια αίματα, χτυπάς τα μέταλλα και βγάζουν μουσικές και πίνεις δροσερή λεμονάδα με τον Κυριάκο σου στους Διόσκουρους και λέτε αστείες ιστορίες με έναν τρελό και μια τρελή. Μετά στα κρύα βλέπετε ταινία και πάνω πάλι άστρα που μέχρι κι αυτά δε θέλουν να μας πάρουν οι κακοί τη γη μας, γνωριμίες, ανασφαλείς χειραψίες, χαρτιά, συζητήσεις, αντρικό γέλιο, πάλι δεν ήρθες, τολμάω ή δεν τολμάω, ούτε που ξέρω. Πάρε το παραγεμισμένο σου σάκο και φύγε, φύγε.
Σεπτέμβρης. Αγκαλιά με τα κορίτσια, μου λείψατε σκασμένες κι έχουμε καιρό να κάνουμε σημαιοστολισμένες καμιά βόλτα ν΄αναζητήσουμε ευτράπελα. Δεν ήρθαν ούτε φέτος και φταίει το κεφάλι μας, να το ξέρετε μικρές. Το λοιπόν, ήρθε φθινόπωρο με δυο βαθμούς, μια στραβομάρα, την Ξάνθη στο χάρτη τσεκαρισμένη με ένα κόκκινο σκούρο-σχεδόν μαύρο, δυο νύχτες αλκοολούχες ως απάνω, εκείνον, τα γλυκόλογα έφυγαν απ' το στόμα του κι ήρθαν στο δικό μου, πολύ φόβο ως συνήθως και μια ρετσίνα να χορεύει παραδοσιακά ντέρτια. Όμορφο τρελό μικρό μου, μαγικό μελαχρινό μου με τα αθώα μάτια και τα τόσα ερωτήματα. Μεγαλώνουμε μικρή, ξύπνα πια. Έχω βάλει στοίχημα πως θα σε κερδίσω μα εσύ όλο ξεγλιστράς και με καλείς για ένα πικρό καφέ στην Ισαύρων-μας υποχρέωσες.
Οκτώβρης. Ταινίες στο μαθηματικό με αυτοσχέδιες μπύρες μονόευρες κι όμορφα πρόσωπα γύρω. Το σπιτάκι με το φίλο, τα γατάκια, τα καρότα, το τζάκι, τη βροχή, το σκέπασμα. Είχε κρύο αλλά τα τραγούδια για έναν άλλον κόσμο σε μια συναυλία αλληλεγγύης δεν πτοήθηκαν, κι εσύ τσακωμένη με τη φίλη και το ίδιο σου το είναι, περίμενες αυτόν και την άλλη κοινωνία. Εκεί κάπου διαπίστωσες ότι η άλλη κοινωνία θα ρθει νωρίτερα από εκείνον μάλλον. Κάποια μισόφιλα, κάποια μισαγγίγματα, χαρίστηκες σε άλλους, αρχίζεις και κρυώνεις και η κατάσταση στενεύει.  Ισπανικά τραγούδια και φιλμάκια, μαθαίνεις πια λέξεις, μακριά σου ένα χρόνο αγάπη μου, μπερδεύεις την προφορά, επαφή με τα μικρά που δεν πήραν αγάπη κι εσύ πρέπει να μεγαλώσεις για να τους δώσεις λίγη απ' τη δική σου. Σ' απορρίπτουν και μετά σου δίνουν χαριτωμένα χαμόγελα και το μικρό τους χεράκι να χάνεται στο δικό σου. 5 ομοιότητες της κατάθλιψης, 1 του παραλογισμού, κάτι χαζά εδώ κι εκεί, ξανά ανασφάλεις. Φταις κι εσύ γι΄αυτό, να το ξέρεις.
Νοέμβρης. Ψάχνεις να βρεις κάτι να φυλαχτείς απ' το κρύο και μένεις μετέωρη στο πορτοκαλοκαφέ σου σαλονάκι και νιώθεις ότι πνίγεσαι. Μοιράστηκες σε ρεμπέτικα, ανυπότακτη στη μιζέρια, αλλά κάτι δεν πάει καλά, το νιώθεις πια, έτσι δεν είναι; Τα μικρά σου ζωγραφίζουν κι εσύ προσπαθείς να ξεχάσεις ότι είσαι κι εσύ μικρή  και να ατσαλώσεις. Έβρεχε πολύ, ετοιμαζόσουν να πετάξεις και στον καναπέ σου μοράστηκαν ανούσια λόγια, ανούσια δοσίματα, εσύ αδιάφορη, πάντα αδιάφορη και πάντα έξω απ' τα νερά σου στην επίπλαστη άνεση. Ένα μεγάλο μουσταρδί κασκόλ, πάνω απ' το μοντγκόμερι και κλάματα, αχ μικρή μεγάλωσε επιτέλους! Πας στην Αθήνα, κάτι περίεργο, εσύ άλλη, αυτός πιο πίσω, εσύ μπροστά ή και στάσιμη. Στην πρωτοπορεία για κανά βιβλίο, μια όμορφη γειτονιά με άσπρο τσιμέντο και μωβ λουλούδια-σαν ταινία του '50-αλλά εσύ κάπου χάνεσαι πια, σφηνωμένη στα πέρα δώθε, τις νέες γνωριμίες που σε σκορπάνε και τις ανασφάλειες-αυτές εκεί, ακλόνητες.Αγάπη είναι η μοναξιά που πρέπει στον καθένα. Μην κλαις Ελένη μου ένα χάραμα μπροστά απ' την ιατρική, σ΄ ένα παντάξενο Γουδί. Βαριές μπορντώ κουίντες, εθνικό εισιτήριο, σκούπισε τα μάτια σου αγάπη μου. Έκοψες το οινόπνευμα και είδες νηφάλια πλαγιομετωπικές.
Δεκέμβρης. Μετά την πορεία, παραχώσαμε στα μπαγκάζια ζεστά πουλόβερ και φύγαμε για Βερολίνο. Ένας Άγγλος σου είπε δυο ωραία λόγια, τα παζάρια σου χάρισαν ασπρόμαυρες φωτογραφίες, το τείχος σου έδωσε συζητήσεις, τα μουσεία σκέψεις, τα κορίτσια γέλιο, οι μπύρες λήθη, το ταξίδι σκέψεις-σουβενίρ και μια τσάντα παραγεμισμένη με χαρτιά και χάρτες. Μυρωδιές και εικόνες να τρέχουν ανάμεσα στο αστικό και το γήινο, το απόκοσμο και το αφόρητα πεζό.Ποδόσφαιρο με μπαλόνια στο στέκι μεταναστών με τα σκουρόχρωμα παιδιά, έχουμε 5/5 απορριπτικές λέξεις, εκείνο το κορίτσι δε θα το ξεχάσεις, που έντυνε το πανέμορφο μικράκι να μην της κρυώσει. Μελαγχολικό που είναι αυτό το κορίτσι-μεγάλωσε απότομα, λένε, δε το άφησαν, λες Μετά γιορτές και λαμπιοναρισμένες μελαγχολίες, πολύ κλάμα επειδή πάλι δεν εμφανίστηκες-κι έχουμε τόσον καιρό να τα πούμε!
Γενάρης. Εσύ εμφανίστηκες τελικά, εγώ ξεγυμνώθηκα, μείναμε τέσερις σ' έναν τεκέ, εμείς κι ένα ζευγάρι γάντια, ο άλλος της άλλης να λέει ωραίες λέξεις, ο φίλος σου ωραίες λέξεις, πόσο μπερδευτήκαμε πάλι, είμαι μικρούλα, άσε με, χορός να ξεχαστούμε, όμορφη που είσαι σήμερα, ένα κόκκινο κραγιόν κατακόκκινο, δυο σταυρωτά φιλιά, αυτός ο πικρόχολος κάτι έφτυσε, ένας μεθυσμένος μ' αγάπησε, θέλουν λένε να τραγουδήσω τον καημό μου, πάνε κι αυτά, έφυγαν κι εμείς στοίβαμε την άρνηση. Έκλαψες στην πρωταλλαγή, μα δε σου πρέπει άλλο δάκρυ, ακόμα ν' αφεθείς;
Φλεβάρης. Έπειτα από ένα σκασμό μαθήματα και μια διάθεση στον πάτο, έβαλες να πάρεις τα πάνω σου, μια τσικνοπέμπτη χάρμα, κοπλιμεντάρεις το κενό, σε κοιτούν όταν τους κοιτάς κι εσύ ενώ τα μαλλιά μπαίνουν πίσω απ' τ΄αυτί να μην εμποδίσουν την ευθεία όραση. Χωρίς παρεκκλίσεις. Ήρθε η καλή σου και βγήκατε μια κρύα ποιητική βραδιά και είπατε πολλά λόγια. Χορεύεις ψυχεδελικά κι ασταμάτητα, πήγες δυο βόλτες στο σχολείο, άλλες τόσες σε εκείνο το περίεργο μέρος κι εκείνος ο άντρας πια, σου μιλάει λες κι είναι παιδάκι μικρό κι απροστάτευτο αλλά εσύ δεν έχεις άλλα αποθέματα για παρηγόριες και φτύνεις ένα ξερό ευχαριστώ στο αμήχανο κοπλιμέντο. Μετά θα φύγεις για την Κέρκυα να βρεις την αγαπημένη σου και θα κάνεις βόλτες στον αέρα με το μηχανάκι και τα άδολα μάτια, να πιεις ένα κρασί να δεις πως όλα θα πάνε καλά. Αγωνία για τη μικρή σου, θα τα καταφέρετε;
Μάρτης. Μια πρόταση μιας φίλης που γύρισε ένα βροχερό απόγευμα απ' τα ξένα ικανή να σου αλλάξει τη ζωή-και παίρνεις το ρίσκο και λες θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό. Δεν κάνεις καμία κίνηση, ποιος ξέρει τι συνωμοσίες στήνουν οι μεμψίμοιρες πορείες πάνω απ' το κεφαλάκι σου, πήγες θέατρα, είδες ταινίες, στην παραλία, ένας τρελός σε λέει κάπως και σε πονάει ακόμα κι αυτό, ξυπνάς δύσκολα, περνάς άσχημα, έρχονται συγκρούσεις και θα 'θελες όλα να ταν όπως πριν.
Απρίλης. Γυρνάς στο σπίτι σου, μέρα μεσημέρι και το νέο σε λεπιδώνει, σα να έχει πέσει κομήτης στο μικρό σου σύμπαν κι ο κρατήρας έτοιμος να σκάσει. Θα πας να χαιρετίσεις τους φίλους σε μια πορεία, σε μια απεργία, σ' ένα γλέντι, κανείς δεν περιμένει τον πόνο σου, δε χωράω στη γιορτή σας, δε θέλετε άλλους θλιμμένους έτσι; Πιάνεις χέρια να χορέψετε μαζί να ξεχαστείτε, όμορφα χαμογελάς νομίζω, θέλω λίγο να πιω να μεθύσω το λυγμό μου, βάλε μου ένα ποτηράκι να ζαλιστώ. Ο Γ. θα φύγει και όλοι θα είναι τόσο νέοι να τον χαιρετίσουν και το ουίσκι δε θα κάνει τίποτα, τα λόγια δυο σκατένια σχήματα πάνω σε λεκέδες, τι είσαι; αχάριστη. Αποχαιρετάς τα γενέθλια με μια μαντινάδα κι ένα θάνατο; Είναι άδικο, ακούτε; Δεν υπάρχει θεός, αλλά μακάρι να υπήρχε, πολύ θα το ήθελα όταν αυτό που δεν ξέρεις τι είναι σε πνίγει ως πάνω. Μια μέρα θα πω ένα ρεμπέτικο ειδικά για 'σενα με την αμφίβολη φωνή και τα όμορφα τσίνορα. Δε με νοιάζει πια ο άλλος, προστατευτείτε από μόνοι σας, διάολε! Η τελευταία μέρα στην πόλη, ήταν ήρεμη κι όμορφη, θα ρθεις μαζί μου να με βοηθήσεις; Θα δούμε αγκαλιά τη μικρά Αγγλία κι εγώ θα σου λέω πολλά σαγαπώ, θα κουρνιάζω όπως όταν είμαι μικρούλα, θα προσπαθείς εσύ να με σώσεις απ' το λήθαργο.
Μάης. Συνέρχομαι, αν κι άργησα. Ξεκίνησα τις συναντήσεις, μα τι περίεργο που είναι να μπαίνεις μέσα στους ανθρώπους πάλι και να παίρνεις τα πάνω σου, να μιλάτε σε ταράτσες κι ο κόσμος στη χούφτα σου, γνώρισες κι έναν τύπο με περίεργη φωνή κι ωραίες ταινίες στη συλλογή του-μωρέ λες; είπες κι άρχισες να προχωράς. Και βρήκες ότι μπορείς να τα καταφέρεις και κυκλοφορούσες με τη φωτογραφική σου να καλύψεις τα γεγονότα και χόρεψες με κάποιον που άνθισε γιατί βρήκε τον εαυτό του κι ήπιες ποτά των 2 ευρώ και γέλασες που όλα θα 'ρθουν αλλά εσύ δεν τα περιμένεις, ας μιλήσεις με τους ειδήμονες κι ας πουν το αντίθετο αν τους βαστάει. Επόμενη στάση-Λονδίνο, είσαι μαζεμένη μες στο μπλε μπουφάν και τα μάτια σου όλο στριφογυρνάν να δουν, να πάρουν ό,τι γίνεται. Χαζή, ο κόσμος τρέχει στο μετρό, τρέχει στο πράσινο, τρέχει στις κυλιόμενες σκάλες, τρέχει να ερωτευτεί και δεν περιμένει την ανάρωσή σου. Και καλά κάνει.
Ιούνης. Μια σειρά από φεστιβάλ, σουλάτσα στη βιβλιοθήκη, ο Θανάσης μας ξανάφερε τις σταθερές μας που θα ξεπουληθούν ξανά για το τίποτα, ήρθαν τα πάνω-κάτω, πόσες συναυλίες;-έχασες το μέτρημα, γράμματα, εικόνες, φωτογραφίες, προξενιά, κατακτήσεις σε άλλες φυλές, κάτω απ' τον προβολέα, κάθε Κυριακή, στρίβουμε τσιγάρο και λέμε λόγια, έγραψα άρθρο-πες μου τη γνώμη σου, μ' ενδιαφέρει(ς), δείξε μου πώς γυρίζει ο τροχός, ένας τύπος χώνεται, άφησέ με ήσυχη, όλα τα μαθήματα περασμένα ρε θηρίο; τραγούδια, χορός, με πιάνεις απ' τη μέση μια δευτέρα με τεκίλες, δε θέλω άλλο δόσιμο, κουράστηκα αλήθεια, έλα να μιλήσουμε για τον περίεργο κόσμο, πιάσε μου το χέρι, θ' αφεθώ ποτέ, καλέ! εσύ ανανεώθηκες!, μουσικές γραμμοφώνου, μη μου στέλνεις λόγια και κυρίως, μη με ρωτάς τι έπαθες κορίτσι μου, μην παίζεις άλλο μαζί μου πάνω που σηκώνομαι. Μπράβο, χίλια μπράβο που δεν τα έχεις παρατήσει όλα ακόμα. Κάνε ο επόμενος να είναι ολότελα άλλος.

Πάνω που σε διέγραψα σ' ένα πλοίο με αέρα, σε ένα δίστιχο που δε σε θυμίζει, επιστρέφεις κι εγώ ετεροκαθορίζομαι. Εσύ φταις για όλα και το κρίμα στο λαιμό σου.


Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Λοιπόν είμαστε εδώ. Τρεις στο σύνολο. Εγώ, εσύ και η κατάθλιψη. Αποφεύγω να δώσω πολλές λεπτομέρειες. Το σκηνικό άλλωστε λιτό, δεν παίρνει πολλές φιοριτούρες. Ο τζουράς παίζει, το κύμα σκάει στο ξύλο, λίγη φωτιά σιγοκαίει στο τζάκι, βάλε κι άλλο τσίπουρο να ξεχαστώ και να θυμάμαι.
Σε βλέπω να μεγαλώνεις κι εγώ μένω στάσιμη. Δε θα φύγω σήμερα, δε θα φύγω. Η μοναξιά που πρέπει στον καθένα θα μας ξεπληρώσει, ο χρόνος θα με φέρει στα ίσα μου, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Μικροί καθημερινοί άνθρωποι που 'χουν τουλάχιστον μία ιστορία αγάπης με πολλές πληγές που κάπως προσπάθησαν και τις μισοεπούλωσαν ο ρεμπέτικος καημός και η απλότητα δημοτικών στίχων. Γύρω μου. Πώς αγαπά έτσι ο ακατέργαστος! Βάλε λίγο ακόμα αλκοολούχα λήθη στο ποτήρι μου.
Τι να έχω ζήσει άραγε από έρωτες; Είμαι άδεια ή τα κατάφερα και πουθενά;
Είμαι μισογεμάτη από: ταινίες, ψευτιές, βλέμματα, αυλαία, αλκοόλ, σελίδες, γράμματα, τάματα, διαφωνία, φεστιβάλ, στίχους μεθυσμένους, μπερδεμένα λάθη και σωστά, μια γνωριμία φιάσκο, ανασφάλειες, ου, υπερπλήρης από δαύτες. Μια τράτα, πρώτες διακοπές, Βόλος, θάλασσα, Σκόπελος, Κρήτη, Αθήνα, Βερολίνο, Αθήνα. Σταφιδόψωμο με φίλο στο Θησείο, εμείς, ο τρυπημένος μου σάκος και τα αστρικά μας σύμπαντα μόλις γεννιούνταν. Μήπως να απέφυγα εγώ αυτά που βάφτισα ατυχείς στραβοτιμονιές; Γίνομαι ομιλητική, γίνομαι απότομη, γίνομαι σκατά.
Γίνομαι τσαχπίνα για λίγο και μετά οχυρό ως πάνω μην εισβάλεις και με πονέσεις. Έτσι σου είπανε να λες; Σαθρά θεμέλια, χάρτινα τείχη, ένα ΦΟΥ έκανε και τα τσάκισε και μπήκε και εσύ τώρα πώς το διώχνεις; Θα μεγαλώσεις και θα μονάσεις; Θα αγκαλιάσεις τα τσίπουρα; Χάδια; Πούντα ρε-τι μου τάζεις; Τα πληρώνω όσο-όσο!



Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Σου γράφω γιατί δε θέλω να ξεχαστώ μες στις μέρες του Μάρτη που βρέχει ακατάπαυστα και κάνει μελαγχολία. Θέλω να σου κρατήσω το χέρι μια στιγμούλα, αλλά δεν είσαι εδώ κι έτσι σφίγγω τη γροθιά μου μες στην ξεχειλωμένη τσέπη όταν προχωράω ανάμεσα στους σχεδόν ανθρώπους. Ο Κέηβ έχει γίνει δικός μου, τα ισπανικά πάνε καλά, μαθαίνω πράγματα, στα πρόθυρα ένας πόλεμος, τέλειωσα με το εμπορικό κι ένα κάρο τέτοια πεζά θέματα κι εγώ πάντα να τ' αγγίζω λίγο, πάντα διστακτικά, πάντα δειλά και πάντα μισοεκεί. Εσύ απών και δε θέλω να σε τρομάξω αλλά έχει πάψει αυτή η πόλη να σε θυμίζει γιατί η βροχή πήρε όλα τα ίχνη και τις θύμησες. Τώρα διασχίζω τους δρόμους που κάποτε τους βάφτιζα ολότελα δικούς μου μα πλέον βγάζουν δόντια έτοιμα να με καταπιούν έτσι και λοξοδρομήσω. Και δε νιώθει η ψυχή μου τίποτα απολύτως. Μόνο ένα χέρι προσπαθεί να την πνίξει κι εκείνη η καημένη χαροπαλεύει μες στην ανασφάλειά της μπας και βγει απ' τη μάχη με τα λιγότερα δυνατά τραύματα. Γιατί αλώβητη δε θα βγει. Ίσως γι' αυτό αξίζει. Τα μαλλιά μου μυρίζουν πικραμύγδαλο, θα σ' αρέσει άραγε;
 Θα φύγω για τα ξένα που λες, για να με πιστέψω. Πρέπει να με πιστέψω γιατί εσύ δε δείχνεις την παραμικρή διάθεση να βοηθήσεις κι εγώ επεμβατική δεν έγινα ποτέ. Έχει εκλείψει η έμπνευση και ψάχνω να συγκρουστώ με κανά θαύμα, αλλά δεν πίστεψα ποτέ γαμώτο στα ακατόρθωτα και τώρα πληρώνω τις απιστίες μου. Τι έπαθες και κλαις τώρα; Που είμαι αδύναμη; Δε βαριέσαι! Το 'χα αυτό από μικρή. Θα φύγω, που λες. Θα γίνω ένα ανεξάρτητο παιδί χωρίς αναφορές και θα σου φυλάξω μερικές φωτογραφίες να δεις πόσο καλά ξέρω να μη δίνομαι. Θα μ΄αγαπήσω και τότε εσύ δε θα μου φαίνεσαι άτρωτος, ούτε μεγάλος κι εγώ θα μπορώ να κοιμάμαι χωρίς να με χτυπάνε κατακέφαλα οι μοναξιές και οι ασθματικές μου εμμονές. Θα βλέπω ένα-ένα τα καταστρώματα και δε θα μας φαντάζομαι αγκαλιά, εγώ στην προβλήτα, εσύ πουθενά.
Μου αρέσει ένας νέος εισβολέας. Δεν έχει μπει ευτυχώς ακόμα στον οργανισμό μου κι έτσι δεν πάσχω από καμία ασθένεια βιολογικής φύσεως. Μόνο με χτύπησε με πλαγιομετωπική μια αχρεία διάθεση κι όλο κλαίω τα απογεύματα, στις 6.25 απαράβατα. Ποτέ πιο πριν ή πιο μετά. Σίγουρα τώρα κουνάς το κεφάλι και γελάς κάπως ειρωνικά. Δε μου λείπεις-το τελευταίο πόρισμα στη συνεδρία με τον εαυτό μου.
Τα παιδιά είναι σε πυρετώδεις πρόβες για το έργο. Αν κάνει καλό καιρό και έρθεις, μπορούμε να πάμε μαζί αν θες. Θα σε κεράσω μετά και μια πορτοκαλάδα να πούμε τα νέα μας, πάει πια τόσος καιρός. Βλέπεις; Είμαι πολύ αποστασιοποιημένη από κάθε είδους συναισθηματισμό. Είναι σα να με οχύρωσα και να έγινα πια μια ατσάλινη μάζα με λίγες-μικρές εκλάμψεις ρομάντζου. Θα εξαλειφθούν σύντομα κι αυτές, είμαστε σε καλό δρόμο.
Ξέρεις, συμμετέχω όλο και λιγότερα στα συλλογικά. Δε θέλω να γίνω μισάνθρωπος. Στείλε μου μιαν απάντηση για το πως θα ανατρέψω τα λάθη. Μη με διορθώσεις πολύ, άσε και λίγα, έτσι για την ανθρωπίλα. Πιέζομαι να βγαίνω, να συναναστρέφομαι, θέλω να βρέξει και τίποτα άλλο πέρα από νερό, μα κανείς πια δε μου κάνει το χατίρι. Ακούω καλά σχόλια και τα πετάω στον κάλαθο των αχρήστων, εκεί που πήγες κι εσύ κι εγώ και. Πού βρίσκομαι πια; Σε μεταίχμιο; Ολομόναχη μια ακόμα φορά.
Πονάω.
Να και κάτι που αισθάνομαι.
Όλο ψέματα σου γράφω.

Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

O οδηγός, μου είπε με νόημα πως σήμερα βγαίνουν οι μανάδες και οι κόρες να γαμπρίσουν. Εκ πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή. Το ταξί είχε ένα τεράστιο μπλε μάτι και μια παναγιά κρεμασμένη στον καθρέφτη για να "προσέχει". Σκέφτομαι, πόσες ανάγκες ακατέργαστες έχει ο άνθρωπος: Να πιστεύεις και να μη σκέφτεσαι, μια ανάγκη κι αυτή. Θυμάμαι που διάβασα, πως ο Χατζιδάκις όταν πρωτομπήκε στη Θεσσαλονίκη σάστισε με τις εκκλησίες και είπε πως θα χει πολλές αμαρτίες αυτή η πόλη. Μπορεί. Το διαπίστωσα διαβάζοντας και για το βούρκο που έπνιξε τον Αρίστο, για τις ηθικολογίες που τον καταβρόχθησαν ένα πρωί και το σώμα του δεν άντεξε άλλη καταφρόνια, ερωτικό πόθο και σφαίρα στο ψαχνό. Ο Χατζιδάκις που λες, ήταν πολύ τρυφερή ψυχή, ένας δεξιός αλλιώτικος από τους άλλους, ανθρωπιστής και ριζοσπάστης, γιατί ξέρεις, όλοι οι δεξιοί είναι εκ πεποιθήσεως συντηρητικοί και ηθικολόγοι. Εκείνος όμως ήταν αλλιώτικος. Είχε χάσει τη μεγάλη ευκαιρία για μια σκιά που έστριβε στο στενό. Για τον έρωτα μιας νύχτας που το σαγήνευε και τον παρακαλούσε να πνιγεί. Κι αυτός κι ο Χριστιανόπουλος κι ο Αρίστος και και.
Κάνω αρκετές σκέψεις στα ταξί, που κάπως με τρομάζουν και κάπως μου εκθέτουν μπρος στα μάτια μου τις αναμνήσεις της μέρας που δεν τους δίνω σημασία και τις κουβαλώ άθικτες μέχρι να τις τοποθετήσω πίσω από τον πορτοκαλί καναπέ να κάνουν παρέα με τη σκόνη και να μη με ενοχλούν καθώς θα περνούν οι ώρες μοναξιάς με μένα και τον εαυτό μου σε διαρκή σύγκρουση. Διορθώνω τα μαλλιά μου, τα σημεία στίξης που ξέφυγαν και τους παραλογισμούς σου. Θέλω να μου μιλήσεις μ' εκείνες τις ασίγαστες σου φλυαρίες και τις απροσάρμοστες σου κοινωνικές εξάρσεις, να σ' αρνηθώ μια φορά κι εγώ, δε δικαιούμαι; Με έπεισε ο φίλος μου να βγούμε, να συναναστραφούμε κόσμο, αυτό, είπε, θα μας κάνει καλό. Μα δεν είμαι ο Μάνος αγόρι μου, να μπορώ να βουλιάξω μια ζωή, για μια σκιά στη στροφή, δεν το βλέπεις;

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Χριστόυγεννα

Έπειτα από αυτοκτονικές απόπειρες
και υπαρξιακές συζητήσεις
τα χαράματα
ξεσπάς πάνω από μια τεκίλα
σ' ένα κατακόκκινο μαγαζί
με βέσπες για φώτα
και δυο μάτια αθώα να σου μιλάνε
για ταξίδια.
Έκανες μια απερίγραπτης προσπάθειας
κίνηση να τετραγωνίσεις τον κύκλο
αλλά σ' άφησε εντελώς λειψό η προσπάθειά σου
και τώρα αυτός φεύγει
κι εσύ μένεις με τα μοιρογνωμόνια ανά χείρας
και δυο λέξεις πίσω από τα δόντια
να τις μασάς και να τις φτύνεις κάθε μέρα
προ και μετά του φαγητού.
Ο ύπνος έχει γίνει φτηνή συνήθεια
σαν αυτή που αγοράσες τοις μετρητοίς 
σ' ένα βερολινέζικο παζάρι
με παλιά επίπλα και παλιές ισπανικές φιγούρες
του μεσοπολέμου.
Φόρεσες κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά-
μ' αρέσουν οι κόκκινες κορδέλες στα μαλλιά!
Μα, και βέβαια!
Ήμουν μια μικρή άνω τελεία.
Δεν έχω αγνές προθέσεις
κι εσύ δε θες ύπουλα πράματα
κάτω απ' το τραπέζι
ούτε αγγίγματα απ' τις 4 και μετά
κλείνει η τράπεζα και δε δίνουμε λεφτά
στους φτωχούς συναισθημάτων,
δεν τα μάθατε;
Το μυαλό μου έχει γίνει
μια κρεμάστρα
στο πίσω μέρος της πόρτας
Κρεμιούνται πάνω του
δυο χιλιάδες λαμπιόνια
που τρεμοπαίζουν
με την απώλεια
την ανασφάλεια
και το μεγαλοπρεπές
ανεπιφύλακτο
και αναντίρρητο
όχι σου.