Δευτέρα 31 Μαρτίου 2014

Λοιπόν είμαστε εδώ. Τρεις στο σύνολο. Εγώ, εσύ και η κατάθλιψη. Αποφεύγω να δώσω πολλές λεπτομέρειες. Το σκηνικό άλλωστε λιτό, δεν παίρνει πολλές φιοριτούρες. Ο τζουράς παίζει, το κύμα σκάει στο ξύλο, λίγη φωτιά σιγοκαίει στο τζάκι, βάλε κι άλλο τσίπουρο να ξεχαστώ και να θυμάμαι.
Σε βλέπω να μεγαλώνεις κι εγώ μένω στάσιμη. Δε θα φύγω σήμερα, δε θα φύγω. Η μοναξιά που πρέπει στον καθένα θα μας ξεπληρώσει, ο χρόνος θα με φέρει στα ίσα μου, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Μικροί καθημερινοί άνθρωποι που 'χουν τουλάχιστον μία ιστορία αγάπης με πολλές πληγές που κάπως προσπάθησαν και τις μισοεπούλωσαν ο ρεμπέτικος καημός και η απλότητα δημοτικών στίχων. Γύρω μου. Πώς αγαπά έτσι ο ακατέργαστος! Βάλε λίγο ακόμα αλκοολούχα λήθη στο ποτήρι μου.
Τι να έχω ζήσει άραγε από έρωτες; Είμαι άδεια ή τα κατάφερα και πουθενά;
Είμαι μισογεμάτη από: ταινίες, ψευτιές, βλέμματα, αυλαία, αλκοόλ, σελίδες, γράμματα, τάματα, διαφωνία, φεστιβάλ, στίχους μεθυσμένους, μπερδεμένα λάθη και σωστά, μια γνωριμία φιάσκο, ανασφάλειες, ου, υπερπλήρης από δαύτες. Μια τράτα, πρώτες διακοπές, Βόλος, θάλασσα, Σκόπελος, Κρήτη, Αθήνα, Βερολίνο, Αθήνα. Σταφιδόψωμο με φίλο στο Θησείο, εμείς, ο τρυπημένος μου σάκος και τα αστρικά μας σύμπαντα μόλις γεννιούνταν. Μήπως να απέφυγα εγώ αυτά που βάφτισα ατυχείς στραβοτιμονιές; Γίνομαι ομιλητική, γίνομαι απότομη, γίνομαι σκατά.
Γίνομαι τσαχπίνα για λίγο και μετά οχυρό ως πάνω μην εισβάλεις και με πονέσεις. Έτσι σου είπανε να λες; Σαθρά θεμέλια, χάρτινα τείχη, ένα ΦΟΥ έκανε και τα τσάκισε και μπήκε και εσύ τώρα πώς το διώχνεις; Θα μεγαλώσεις και θα μονάσεις; Θα αγκαλιάσεις τα τσίπουρα; Χάδια; Πούντα ρε-τι μου τάζεις; Τα πληρώνω όσο-όσο!



Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Σου γράφω γιατί δε θέλω να ξεχαστώ μες στις μέρες του Μάρτη που βρέχει ακατάπαυστα και κάνει μελαγχολία. Θέλω να σου κρατήσω το χέρι μια στιγμούλα, αλλά δεν είσαι εδώ κι έτσι σφίγγω τη γροθιά μου μες στην ξεχειλωμένη τσέπη όταν προχωράω ανάμεσα στους σχεδόν ανθρώπους. Ο Κέηβ έχει γίνει δικός μου, τα ισπανικά πάνε καλά, μαθαίνω πράγματα, στα πρόθυρα ένας πόλεμος, τέλειωσα με το εμπορικό κι ένα κάρο τέτοια πεζά θέματα κι εγώ πάντα να τ' αγγίζω λίγο, πάντα διστακτικά, πάντα δειλά και πάντα μισοεκεί. Εσύ απών και δε θέλω να σε τρομάξω αλλά έχει πάψει αυτή η πόλη να σε θυμίζει γιατί η βροχή πήρε όλα τα ίχνη και τις θύμησες. Τώρα διασχίζω τους δρόμους που κάποτε τους βάφτιζα ολότελα δικούς μου μα πλέον βγάζουν δόντια έτοιμα να με καταπιούν έτσι και λοξοδρομήσω. Και δε νιώθει η ψυχή μου τίποτα απολύτως. Μόνο ένα χέρι προσπαθεί να την πνίξει κι εκείνη η καημένη χαροπαλεύει μες στην ανασφάλειά της μπας και βγει απ' τη μάχη με τα λιγότερα δυνατά τραύματα. Γιατί αλώβητη δε θα βγει. Ίσως γι' αυτό αξίζει. Τα μαλλιά μου μυρίζουν πικραμύγδαλο, θα σ' αρέσει άραγε;
 Θα φύγω για τα ξένα που λες, για να με πιστέψω. Πρέπει να με πιστέψω γιατί εσύ δε δείχνεις την παραμικρή διάθεση να βοηθήσεις κι εγώ επεμβατική δεν έγινα ποτέ. Έχει εκλείψει η έμπνευση και ψάχνω να συγκρουστώ με κανά θαύμα, αλλά δεν πίστεψα ποτέ γαμώτο στα ακατόρθωτα και τώρα πληρώνω τις απιστίες μου. Τι έπαθες και κλαις τώρα; Που είμαι αδύναμη; Δε βαριέσαι! Το 'χα αυτό από μικρή. Θα φύγω, που λες. Θα γίνω ένα ανεξάρτητο παιδί χωρίς αναφορές και θα σου φυλάξω μερικές φωτογραφίες να δεις πόσο καλά ξέρω να μη δίνομαι. Θα μ΄αγαπήσω και τότε εσύ δε θα μου φαίνεσαι άτρωτος, ούτε μεγάλος κι εγώ θα μπορώ να κοιμάμαι χωρίς να με χτυπάνε κατακέφαλα οι μοναξιές και οι ασθματικές μου εμμονές. Θα βλέπω ένα-ένα τα καταστρώματα και δε θα μας φαντάζομαι αγκαλιά, εγώ στην προβλήτα, εσύ πουθενά.
Μου αρέσει ένας νέος εισβολέας. Δεν έχει μπει ευτυχώς ακόμα στον οργανισμό μου κι έτσι δεν πάσχω από καμία ασθένεια βιολογικής φύσεως. Μόνο με χτύπησε με πλαγιομετωπική μια αχρεία διάθεση κι όλο κλαίω τα απογεύματα, στις 6.25 απαράβατα. Ποτέ πιο πριν ή πιο μετά. Σίγουρα τώρα κουνάς το κεφάλι και γελάς κάπως ειρωνικά. Δε μου λείπεις-το τελευταίο πόρισμα στη συνεδρία με τον εαυτό μου.
Τα παιδιά είναι σε πυρετώδεις πρόβες για το έργο. Αν κάνει καλό καιρό και έρθεις, μπορούμε να πάμε μαζί αν θες. Θα σε κεράσω μετά και μια πορτοκαλάδα να πούμε τα νέα μας, πάει πια τόσος καιρός. Βλέπεις; Είμαι πολύ αποστασιοποιημένη από κάθε είδους συναισθηματισμό. Είναι σα να με οχύρωσα και να έγινα πια μια ατσάλινη μάζα με λίγες-μικρές εκλάμψεις ρομάντζου. Θα εξαλειφθούν σύντομα κι αυτές, είμαστε σε καλό δρόμο.
Ξέρεις, συμμετέχω όλο και λιγότερα στα συλλογικά. Δε θέλω να γίνω μισάνθρωπος. Στείλε μου μιαν απάντηση για το πως θα ανατρέψω τα λάθη. Μη με διορθώσεις πολύ, άσε και λίγα, έτσι για την ανθρωπίλα. Πιέζομαι να βγαίνω, να συναναστρέφομαι, θέλω να βρέξει και τίποτα άλλο πέρα από νερό, μα κανείς πια δε μου κάνει το χατίρι. Ακούω καλά σχόλια και τα πετάω στον κάλαθο των αχρήστων, εκεί που πήγες κι εσύ κι εγώ και. Πού βρίσκομαι πια; Σε μεταίχμιο; Ολομόναχη μια ακόμα φορά.
Πονάω.
Να και κάτι που αισθάνομαι.
Όλο ψέματα σου γράφω.