O οδηγός, μου είπε με νόημα πως σήμερα βγαίνουν οι μανάδες και οι κόρες να γαμπρίσουν. Εκ πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή. Το ταξί είχε ένα τεράστιο μπλε μάτι και μια παναγιά κρεμασμένη στον καθρέφτη για να "προσέχει". Σκέφτομαι, πόσες ανάγκες ακατέργαστες έχει ο άνθρωπος: Να πιστεύεις και να μη σκέφτεσαι, μια ανάγκη κι αυτή. Θυμάμαι που διάβασα, πως ο Χατζιδάκις όταν πρωτομπήκε στη Θεσσαλονίκη σάστισε με τις εκκλησίες και είπε πως θα χει πολλές αμαρτίες αυτή η πόλη. Μπορεί. Το διαπίστωσα διαβάζοντας και για το βούρκο που έπνιξε τον Αρίστο, για τις ηθικολογίες που τον καταβρόχθησαν ένα πρωί και το σώμα του δεν άντεξε άλλη καταφρόνια, ερωτικό πόθο και σφαίρα στο ψαχνό. Ο Χατζιδάκις που λες, ήταν πολύ τρυφερή ψυχή, ένας δεξιός αλλιώτικος από τους άλλους, ανθρωπιστής και ριζοσπάστης, γιατί ξέρεις, όλοι οι δεξιοί είναι εκ πεποιθήσεως συντηρητικοί και ηθικολόγοι. Εκείνος όμως ήταν αλλιώτικος. Είχε χάσει τη μεγάλη ευκαιρία για μια σκιά που έστριβε στο στενό. Για τον έρωτα μιας νύχτας που το σαγήνευε και τον παρακαλούσε να πνιγεί. Κι αυτός κι ο Χριστιανόπουλος κι ο Αρίστος και και.
Κάνω αρκετές σκέψεις στα ταξί, που κάπως με τρομάζουν και κάπως μου εκθέτουν μπρος στα μάτια μου τις αναμνήσεις της μέρας που δεν τους δίνω σημασία και τις κουβαλώ άθικτες μέχρι να τις τοποθετήσω πίσω από τον πορτοκαλί καναπέ να κάνουν παρέα με τη σκόνη και να μη με ενοχλούν καθώς θα περνούν οι ώρες μοναξιάς με μένα και τον εαυτό μου σε διαρκή σύγκρουση. Διορθώνω τα μαλλιά μου, τα σημεία στίξης που ξέφυγαν και τους παραλογισμούς σου. Θέλω να μου μιλήσεις μ' εκείνες τις ασίγαστες σου φλυαρίες και τις απροσάρμοστες σου κοινωνικές εξάρσεις, να σ' αρνηθώ μια φορά κι εγώ, δε δικαιούμαι; Με έπεισε ο φίλος μου να βγούμε, να συναναστραφούμε κόσμο, αυτό, είπε, θα μας κάνει καλό. Μα δεν είμαι ο Μάνος αγόρι μου, να μπορώ να βουλιάξω μια ζωή, για μια σκιά στη στροφή, δεν το βλέπεις;
Κάνω αρκετές σκέψεις στα ταξί, που κάπως με τρομάζουν και κάπως μου εκθέτουν μπρος στα μάτια μου τις αναμνήσεις της μέρας που δεν τους δίνω σημασία και τις κουβαλώ άθικτες μέχρι να τις τοποθετήσω πίσω από τον πορτοκαλί καναπέ να κάνουν παρέα με τη σκόνη και να μη με ενοχλούν καθώς θα περνούν οι ώρες μοναξιάς με μένα και τον εαυτό μου σε διαρκή σύγκρουση. Διορθώνω τα μαλλιά μου, τα σημεία στίξης που ξέφυγαν και τους παραλογισμούς σου. Θέλω να μου μιλήσεις μ' εκείνες τις ασίγαστες σου φλυαρίες και τις απροσάρμοστες σου κοινωνικές εξάρσεις, να σ' αρνηθώ μια φορά κι εγώ, δε δικαιούμαι; Με έπεισε ο φίλος μου να βγούμε, να συναναστραφούμε κόσμο, αυτό, είπε, θα μας κάνει καλό. Μα δεν είμαι ο Μάνος αγόρι μου, να μπορώ να βουλιάξω μια ζωή, για μια σκιά στη στροφή, δεν το βλέπεις;