Σάββατο 18 Ιανουαρίου 2014

O οδηγός, μου είπε με νόημα πως σήμερα βγαίνουν οι μανάδες και οι κόρες να γαμπρίσουν. Εκ πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή. Το ταξί είχε ένα τεράστιο μπλε μάτι και μια παναγιά κρεμασμένη στον καθρέφτη για να "προσέχει". Σκέφτομαι, πόσες ανάγκες ακατέργαστες έχει ο άνθρωπος: Να πιστεύεις και να μη σκέφτεσαι, μια ανάγκη κι αυτή. Θυμάμαι που διάβασα, πως ο Χατζιδάκις όταν πρωτομπήκε στη Θεσσαλονίκη σάστισε με τις εκκλησίες και είπε πως θα χει πολλές αμαρτίες αυτή η πόλη. Μπορεί. Το διαπίστωσα διαβάζοντας και για το βούρκο που έπνιξε τον Αρίστο, για τις ηθικολογίες που τον καταβρόχθησαν ένα πρωί και το σώμα του δεν άντεξε άλλη καταφρόνια, ερωτικό πόθο και σφαίρα στο ψαχνό. Ο Χατζιδάκις που λες, ήταν πολύ τρυφερή ψυχή, ένας δεξιός αλλιώτικος από τους άλλους, ανθρωπιστής και ριζοσπάστης, γιατί ξέρεις, όλοι οι δεξιοί είναι εκ πεποιθήσεως συντηρητικοί και ηθικολόγοι. Εκείνος όμως ήταν αλλιώτικος. Είχε χάσει τη μεγάλη ευκαιρία για μια σκιά που έστριβε στο στενό. Για τον έρωτα μιας νύχτας που το σαγήνευε και τον παρακαλούσε να πνιγεί. Κι αυτός κι ο Χριστιανόπουλος κι ο Αρίστος και και.
Κάνω αρκετές σκέψεις στα ταξί, που κάπως με τρομάζουν και κάπως μου εκθέτουν μπρος στα μάτια μου τις αναμνήσεις της μέρας που δεν τους δίνω σημασία και τις κουβαλώ άθικτες μέχρι να τις τοποθετήσω πίσω από τον πορτοκαλί καναπέ να κάνουν παρέα με τη σκόνη και να μη με ενοχλούν καθώς θα περνούν οι ώρες μοναξιάς με μένα και τον εαυτό μου σε διαρκή σύγκρουση. Διορθώνω τα μαλλιά μου, τα σημεία στίξης που ξέφυγαν και τους παραλογισμούς σου. Θέλω να μου μιλήσεις μ' εκείνες τις ασίγαστες σου φλυαρίες και τις απροσάρμοστες σου κοινωνικές εξάρσεις, να σ' αρνηθώ μια φορά κι εγώ, δε δικαιούμαι; Με έπεισε ο φίλος μου να βγούμε, να συναναστραφούμε κόσμο, αυτό, είπε, θα μας κάνει καλό. Μα δεν είμαι ο Μάνος αγόρι μου, να μπορώ να βουλιάξω μια ζωή, για μια σκιά στη στροφή, δεν το βλέπεις;

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Χριστόυγεννα

Έπειτα από αυτοκτονικές απόπειρες
και υπαρξιακές συζητήσεις
τα χαράματα
ξεσπάς πάνω από μια τεκίλα
σ' ένα κατακόκκινο μαγαζί
με βέσπες για φώτα
και δυο μάτια αθώα να σου μιλάνε
για ταξίδια.
Έκανες μια απερίγραπτης προσπάθειας
κίνηση να τετραγωνίσεις τον κύκλο
αλλά σ' άφησε εντελώς λειψό η προσπάθειά σου
και τώρα αυτός φεύγει
κι εσύ μένεις με τα μοιρογνωμόνια ανά χείρας
και δυο λέξεις πίσω από τα δόντια
να τις μασάς και να τις φτύνεις κάθε μέρα
προ και μετά του φαγητού.
Ο ύπνος έχει γίνει φτηνή συνήθεια
σαν αυτή που αγοράσες τοις μετρητοίς 
σ' ένα βερολινέζικο παζάρι
με παλιά επίπλα και παλιές ισπανικές φιγούρες
του μεσοπολέμου.
Φόρεσες κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά-
μ' αρέσουν οι κόκκινες κορδέλες στα μαλλιά!
Μα, και βέβαια!
Ήμουν μια μικρή άνω τελεία.
Δεν έχω αγνές προθέσεις
κι εσύ δε θες ύπουλα πράματα
κάτω απ' το τραπέζι
ούτε αγγίγματα απ' τις 4 και μετά
κλείνει η τράπεζα και δε δίνουμε λεφτά
στους φτωχούς συναισθημάτων,
δεν τα μάθατε;
Το μυαλό μου έχει γίνει
μια κρεμάστρα
στο πίσω μέρος της πόρτας
Κρεμιούνται πάνω του
δυο χιλιάδες λαμπιόνια
που τρεμοπαίζουν
με την απώλεια
την ανασφάλεια
και το μεγαλοπρεπές
ανεπιφύλακτο
και αναντίρρητο
όχι σου.