Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

Λίγο πριν.

Κοριτσάκι που μεγάλωσες ή νομίζεις πως μεγάλωσες. Μετακόμιση, στριμωγμένες στοίβες και βαλίτσες φθαρμένες στον 7ο όροφο, με χάσκοντα γέλια και αναμνήσεις που πριονίζουν. Η ενηλικίωση, γραμμένη ανορθόγραφα στους πιο τρυφερούς χαζοέρωτες και στο μπαλκονάκι, κέντρο-καράκεντρο κοιτάτε τώρα τα δυο χρόνια που πέρασαν και το πόσο ωριμάσατε μετρώντας κουτάκια μπύρας. Το έθνικ και οι μουσικές στοιχειώνουν τις αρχές και τους προλόγους σου. Ωραία είναι να μοιράζεσαι.
Θυμώνεις με τους δικούς σου που σε μια βδομάδα θα σου λείπουν. Φτάνει 12 και τα διερχόμενα βιβλία σου σε χλευάζουν για άλλη μια μέρα. Τι τα θες! Είχες ξεχάσει πόσο ερωτεύσιμη είναι αυτή η πόλη. Ξεκινούν όλα με τους καλύτερους οιωνούς, η Βίκη και πάλι κοντά, απαρτία, αυτός που δε θέλεις να γίνει εκείνος γιατί φοβάσαι την τριβή, ίδιος και απαράλλαχτος, παρών. Συζητάτε, ανταλλάσετε μουσικές, σχεδιάζετε εξόδους, βαυκαλίζεστε για το τρίτο έτος που έρχεται και θα συμμαζευτείτε, τα πίνετε σα να μην πέρασε μια μέρα, αγγίζεστε και αποφεύγετε τις τρυφερές αιχμές, μήπως και πονέσετε. Σ' αρέσει να είσαι κοντά του, αλλά το κρύβεις γιατί δε θες, δειλίες και παιδικές αστειότητες σε καλύπτουν και προτιμάς να μην μπλέκεις τώρα.
Έχεις ακούσει πως όταν σκηνοθετείς αταραξίες, πάντα έρχεται η ώρα που τα λιμνάζοντα νερά, αφρίζουν και σε πνίγουν τα κύματά τους, αλλά τι σε νοιάζει εσένανε, φτάνει που περνάς καλά και είσαι οχυρωμένη στην (αν)ασφάλειά σου. Είπε πως είναι έτοιμα όλα, να περάσεις να του αφήσεις σημειώσεις, τρέχουμε, τρέχουμε και δε φτάνουμε μ' αυτές τις πεζότητες. Οι επόμενες μέρες θα 'ναι γεμάτες, ντύνεται η πόλη συναυλίες και μαγέματα και ταινίες και πανσέληνους και εσύ είσαι χαρούμενη και θες να δώσεις, είναι καιρός πια, μα δεν ξέρεις πώς. Κι αν ήξερες κάποτε, το ΄χεις ολότελα ξεχάσει. Τελειώνει το καλοκαίρι και μαζί οι προσδοκίες του. Καιρός να τις υλοποιήσουμε-δε βρίσκεις; Τ' αδοκίμαστο και τ' απ' αλλού φερμένο του Ελύτη θες να το δεις και να το καθαγιάσεις. Τέλμα, μα δε συγκαταλέγεσαι πια στους ανθρώπους, μη σε νοιάζει διόλου. Οι πιο προσωπικοί σου πόνοι, ενσαρκώθηκαν και μετουσιώθηκαν σε λόγια, λόγια ακατάπαυστα, χιμαρρώδη, εφτά χιλιάδες λέξεις, παραμύθια με δράκους και κακούς πρίγκηπες. Η νεράϊδα θα 'ρθει και θα γίνουν όλα όπως πριν.
Μπερδεύεις πάλι τις αντιφάσεις σου που με κόπο τις είχες ξεχωρίσει και βαφτίζεις τα αιώνια άλυτα υπαρξιακά σου, γόρδιους δεσμούς. Πρωτοκαθεδρεία στη ζωή σου αυτά τα ψυχολογικά, τι να κάνουμε, άτρωτη δε θα γίνεις ποτέ, όσο και να θέλεις. Πεισμώνεις μωρέ, αλλά σε πιάνουν τα γέλια στη στιγμή. Κυλάει ο χρόνος, το αίμα, η ζωή. Και στα 'λεγε, δεν είναι πως δε στα 'λεγε ο καημένος. Αλλά τίποτα, εσύ κυρία ατσάλινη, πέταγες ένα ωμό "ονειροπολώ αγάπη μου" και ξεμπέρδευες.
Φαντάζει ξεχωριστός, αχ να μη χαριζόταν όμως έτσι εύκολα, να μην! Τι να πεις όμως, είναι νέος, βράζει το αίμα του, του αρέσεις, του αρέσουν, σ' αρέσει, τα μπλέξαμε και πού να βρεις μίτους τώρα πια. Δε βαριέσαι. Είναι που, δε θες μοναχικούς χειμώνες και είναι που, τη συντροφιά του την έχεις λίγο ανάγκη, αλλά τι να πεις πλέον, οι χειμώνες σου είναι ωραία μελαγχολικοί και οι σχέσεις δεν εκβιάζονται και οι γοητευτικοί σου φόβοι, γιγάντιες δαγκάνες, να σε πιάνουν και να μη σ' αφήνουν, ώσπου να πεις "πεθαίνω".Πάντα εκεί.
Στο σχολείο τα κατάφερνες πιο καλά, σταυρούς στο απουσιολόγιο, τους έκρυβες όταν μυριζόσουν άνετο καθηγητή, προσποιούσουν τη σωστή, στους στρίγκλους. Τώρα; Τώρα σε ξεπουλάει για το τίποτα αυτή σου η αμηχανία και άντε να βγεις αλώβητη από τις πλαγιομετωπικές συγκρούσεις. Σε ποιον να πρωτοβάλεις σταυρό, "Χ" και παύλα. Λείπει, είναι εδώ μα δεν προσέχει, πήρε αποβολή απ' τη ζωή σου; Μα τι μου λέτε κυρία μου; Θα με τρελάνετε; Άντε τώρα να βγάλεις βαθμό, που ούτε την αλφαβήτα δεν έχεις μάθει. Σχολείο της ζωής, που λένε οι πρεσβύτεροι. Πάλι γελάς. Μα σου 'χουν πει πόσο με φοβίζεις όταν γελάς;
(...)
Θυμάσαι την Αθήνα, στον Κυριάκο, τη Ζωγράφου, τ' άγνωστα, το σταφιδόψωμο στο Μοναστηράκι τα ξημερώματα. Βλέπεις πόσο ξέφτισαν τα όνειρα και χαίρεσαι που αλλάζεις. Φοβάσαι, μα δυναμιτίζει το μυαλό σου ολοένα και περισσότερο το ανυπόμονο. Θα ξεκινήσουν όλα, θα κυλήσουν, ό,τι είναι να 'ρθει θα 'ρθει. Σκέφτεσαι, τα καμώματά σου, τα σιγανά ρεφρέν στο αυτί, τη ρίγη των νέων συναντήσεων, τη γνωριμία με τα παιδιά, χαμογελάς, χαμογελάς κοριτσάκι. Έλα, έλα κούρνιασε κι ο Σεπτέμβρης θα 'ρθει να σε βρει δυνατή και καθόλου άρρωστη. Λυγίζεις κοριτσάκι, μην κλαις. Αργούν τα πρωτοβρόχια.
Ο Σεφέρης έλεγε πως ένα δοχείο μελάνι έχει σκάσει στο μυαλό του κι εσύ που ιερόσυλη όπως πάντα θες να μπεις στην ίδια πρόταση με κάποιον σπουδαίο λες πως ένας ΑΧΤΑΡΜΑΣ καταδιώκει το δικό σου μυαλό. Και με τα δίκια σου. Amica silentia lunae, παντού στα θρανία, το θυμάσαι;
Τις καληνύχτες σου θα τις διαγράψεις, ή θα τις στείλεις πρώτα; Ούτε αυτό δεν μπορείς να αποφασίσεις κοριτσάκι;

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

Ο καιρός ο αλήτης.

Ακούω Θανάση-σήμα κατατεθέν και σημείο αναφοράς για όσα ζήσαμε κι όσα ζούμε εκεί στα κρύα. Βόρεια, πολλά χιλιόμετρα μακριά από τα σπίτια μας και πλάθουμε τα κλισέ μας σαν παιδιά και 'μεις. Ε, εγώ είμαι πιο ρετρό και καταθλιπτική, τι θες; Που λες, πολλές μουσικές ξερνάει αυτή η πόλη. Γοητευτικό συνοθύλευμα από ψευτοέρωτες και ψευδελπίδες. Αγωνιζόμαστε για να καλογυαλίζουμε στα 40 μας τα οράματα, καλοβαλμένα στους τοίχους και στα νοικοκυριά μας. Πρωινά που ξυπνάμε δύσκολα, μα πρέπει, γιατί έχει πορεία και εμείς το αύριο το θέλουμε πιο χαρούμενο. Και παλεύουμε και συζητάμε και διαφωνούμε και φωνάζουμε στους πολιτικούς μας καφέδες, που ενίοτε δεν είναι και τόσο πολιτικοί, αλλά τι να γίνει. Φωνακλάδες φοιτητές, ωραία καθάρια βλέμματα κι όταν είσαι είκοσι τι σε νοιάζει, θα τον αλλάξεις το σάπιο τούτο κόσμο. Οι αριστερές μας καταβολές μπλέκονται με ερωτικά καλέσματα, γιορτές και φιέστες, ρεμπέτικους καημούς και τσιπουροκαραφάκια στο σωρό. Αυτή η πόλη είναι ένα πορτοκαλί κι ένα ρεμπέτικο.
Τα φώτα στην πλατεία κάτω από το σπίτι της Ελένης με γεμίζουν καταθλιπτικές έγνοιες και πάντα περνάω από 'κει με πόνο ψυχής, μπορεί επειδή σε σκέφτομαι, μπορεί επειδή δε σε βρήκα, μπορεί επειδή τις χρειάζεσαι τις μαύρες σου πού και πού βρε αδερφέ. Η σχολή, μες στο κέντρο των νεανικών σκιρτημάτων, δίπλα στην πλατεία Χημείου, που 'χες ακουστά μικρούλα από τις συζητήσεις μεγάλων. Κάτι για μεταπολιτευτικές ζυμώσεις, κάτι για συναυλίες και Θεοδωράκη, κάτι για έναν πολύ ωραίο τύπο που όλο ιστορίες αράδιαζε μα ποτέ κανείς δεν τον είπε φαφλατά. Και τη διασχίζω συνέχεια αυτή την πλατεία με το συντριβάνι, τα σκαλισμένα με εφηβικούς έρωτες παγκάκια και τα χρωματισμένα πλακάκια. Και πάντα νιώθω το ίδιο απροσδιόριστο τρέμουλο. Τραγούδια ένα κάρο, θεατρικές τις Τετάρτες, κουλτουριαζόμεθα σου λέω και καταλήψεις τα φθινόπωρα, κεκαλυμμένες προσδοκίες, ο έρωτας εν αναμονή, ο Μήτσος, ο Θοδωρής, εσύ και οι ανασφάλειες. Μια ταράτσα Νομικής γεμάτη κόσμο, γεμάτη νότες, γεμάτη όνειρα και συννεφιές. Τη μέρα εκείνη είχα τρυπώσει στο πιο ψηλό της σημείο, πιάτο η πόλη, δες ουρανούς, δες μελλοντικούς χτύπους, δες τα ωραία και τ΄ανείπωτα. Σκέτη ποιήση. Μετά η καμπή, η ύφεση, ήταν και λογικό. Συνέχισες να ευελπιστείς πως θα ΄ρθει το πολυαναμενόμενο, μα δεν έκανες και κάτι να το πλησιάσεις, μόνο βαυκαλιζόσουν στα τσιτάτα σου κι εσύ, τι σόϊ αριστερή είσαι άλλωστε! Και βγαίναμε πολύ μη μελαγχολήσουμε και πίναμε ρακές και μεθούσαμε τα απρόσμενα και λέγαμε τα προσδοκόμενα. Αδιόρθωτα τα μάτια, Κραουνάκης, Μπέλλου, Θανάσης και γέμισε πάλι το ποτήρι να ξεχαστώ. Ας τραγουδήσω λίγο, να πονέσουμε λες και μπήκαμε σε δεκαετίες δισθεώρητες. Αλλά είπαμε, όταν είσαι είκοσι, δε σε νοιάζει. Ένιωθα πως θέλω να μοιραστώ και να δώσω και τα έκανα και τα δύο αποσπασματικά και δειλά. Δε βαριέσαι. Μετά πέρασε λίγο ο καιρός, με ΄σένα πάντα στην ημερήσια διάταξη θεμάτων, αν και δε σε ήξερε κανείς μας. Κείμενα για τη σχολή, η θεατρική, τα πάρτυ, τα Πολυτεχνεία, οι χαζοκουβέντες, τα μάτια. Ήρθες κι εσύ κάπου πριν τα Χριστούγεννα σε μια πόλη φωτισμένη, τόσο που να σε χλευάζει που είσαι μόνος και κουβεντιάζεις τα βράδια με το ταβάνι. Απύθμενες συζητήσεις, αμέτρητα ερωτηματικά, εκατοντάδες αμφιβολίες κι εσύ μπροστά μου κι εγώ πιο γυμνή από ποτέ και πιο εκτεθιμένη. Δεν ήθελα, δεν ήθελες, μας βγήκε πλαγίως και τώρα κλείνουν οι πληγές και τα εφηβικά ρομάντζα. Σ΄ έχωνα σε καθημερινότητες και δε χωρούσες πια. Και το αφήσαμε, μην ξεχειλώσει. Μετά συνήλθα με λίγες σπιτικές αγκαλιές και φροντίδα. Αγάπησα ένα είδωλο, σκοτώστε με κύριοι δικαστές!
Έπειτα η κατηφόρα μπορεί και να συνέχισε λιγάκι. Κόμβοι και κινηματικά ραντεβού, μια σκρόφα εξεταστική, σκοταδούρα, κακοψυχολογία, ευτυχώς είχα και τις ταινίες μου. Λάτρεψα τη Φρίντα κι είπα πως θα γίνω σαν κι αυτή. Και ας ξέρω πως δε θα γίνω και ποτέ. Ζωγράφισα τους αντικομφορμισμούς μου και σκίτσαρα τα ψέματα σου. Μετά τις δικαιοπραξίες, μεθύσι, Νίκος, Κώστας, Ιωάννα, Κωστής και τα κορίτσια μου. Φιλιά στο στόμα-μα γιατί με πετάς έτσι; Επανακάμψαμε όμως, σαν ξανάνοιγε ο καιρός. Και γνωρίσαμε τα φλερτ και εκείνον που ήταν σαν τους άλλους, αλλά σιγά, είχαμε ανάγκη από αναγνώριση. Τηλεφωνήματα αθώα και καλοπροαίρετα, κοπλιμέντα φίλων, τα μαζεύαμε σε συλλογή, να την αναμοχλεύουμε και να χαιρόμαστε. Ηλίθιες εκτροπές, αλλά έφτιαχνε η διάθεση, τι φταίγαμε! Φεστιβάλ, αλκοολούχες νύχτες, χορός με αρσενικά άγνωστα και γνωστά, φιλιά με τον Κώστα, πυροβολισμοί στο κενό, πυροτεχνήματα και τα τοιαύτα. Ξεσπούσαμε στον "άλλον τρόπο" τις χαρούμενες μας, εκεί σε είχα πάει και ΄σένα, θυμάσαι; Και δώστου οι ρακές και τα χαμόγελα και οι μπύρες στο "Μικρού Μήκους". Και οι μελαγχολίες μας, γλυκιές. Αμβλύνονταν οι αιχμές, μέλωνε η μέρα. Και οι νύχτες πιο ωραίες, πιο έντονες. Περίμενα να σε συναντήσω, να φτιάξει η διάθεση, ομορφιές κι ατέλειωτα ακούραστα ξενύχτια. Κι η θεατρική μας, κεντρικός άξονας, συνεκτικός. Γέλια, ευχάριστη κούραση, γενέθλια αξέχαστα, παλιμπαιδισμός. Ο Κώστας φίλος εκδηλωτικός και διαχυτικότατος, πάντα εκεί. Ωραίες κουβέντες, βρε με θέλουν τελικά και σχετικές φλυαρίες, ακατάσχετες μα ηδονικές. Καφές με τις τέσσερις μας, ξεπηδούσες κάπου κι εσύ μα σε καταχώνιαζα σε συρτάρια, δεν ήθελα, είχαμε 'ξηγηθεί. Χαζά κοριτσίστικα αστεία, ωραία είναι, κοριτσοπαρέα, αγάπες και αερολογίες. Να 'χα να σας γράψω, να σας πω σας αγαπώ, να ΄χα! Και μετά πάλι διθύραμβοι για τα μάτια και τη φωνή, γλέντια, η ΣΘΕ, ο Αχιλλέας, τα φεστιβάλ στα γρασίδια, οι μπύρες με το ένα ευρώ, η ζωή, η ζωή. Κόκκινα χείλη, γαλάζια υγρά μάτια, νιώθαμε ευτυχία κι ας έλειπε-κι ας λείπει αυτό το πολυσυζητημένο, τι να γίνει, θα 'ρθει από ΄κει που δεν το περιμένεις, τα 'χουμε χιλιοπεί. Παιχνίδια ακίνδυνα, ανασφάλειες και φιλόδοξες ματιές, η εξεταστική πήγε καλά, μα ναι! Τα Ποινικά και τα εμπορικά και οι αηδίες οι άλλες που μάλλον σ' αρέσουν τελικά. Κυρία μου, φοβάσαι την πτώση. Μα δεν έμαθες από μικρή πως δεν έχουμε φτερά, όσες προσπάθειες και να κάνουμε να βάλουμε ψεύτικα; Έπεσε ο Ίκαρος χαζή. Επιμένεις να πετάς κι ας πέφτεις, κάθε με κάθε φορά. Η γοητεία σου, λες. Αυταπατάσαι, μα τι να σε κάνω που μου 'τυχες εσύ! Αγαπησιάρικες διαθέσεις, μελαγχολίες, το θέατρο, ο πληθυντικός αριθμός, ο Μήτσος πάλι, εσύ, η Ελένη, η ζωή, η ζωή. Μάλωνες με το Νίκο σε αγαπημένο μεθύσι για το πρωινό τσιγάρο, την Αθήνα, την τρέλα και τις προοπτικές. Πολιτική, πολιτική, είναι ένα φάρμακο καπιταλιστικό. Και πάρε συναυλίες, πάρε βόλτες, πάρε χρώματα. Η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Σου τηλεφωνούν φίλοι και παρατείνεις τη σιωπή ανάμεσα στο γεια και την πρώτη τους λέξη, παγώνεις το χρόνο. Ζεις ρομάντζα και βιπερνόρα, αδιάφορο αν είναι αληθινά ή αν τα πασπαλίζεις κι εσύ λίγο.
Γράφεις λόγια που σκίζεις μετά, σιγά κυρία μου, δε σε θέλουμε και για συγγραφέα. Αυτός ο ανεξήγητος τρόπος, αυτές οι διασκευές της πραγματικότητας, μπαγάζια και φύγαμε, όμορφα νιάτα, φορέματα καλοκαιριάτικα και υποσχέσεις. Να σου βάλω ένα ποτήρι κρύο νερό, δεν έχουμε και τίποτα άλλο!
Αντιρατσιστικά φεστιβάλ, συνεχίζει, δεν έχει τελειωμό η πρώιμη ζαλούρα κι ας δίνεις μάθημα στις 8. Αυτός μυστήριος, μας τα ΄κανε λίγο θάλασσα, αλλά δεν είσαι κι ερωτευμένη χρυσό μου. Γυναικείες αναλύσεις, γίναμε και σεξίστριες. Αποχαιρετισμοί, τον είδες ξανά, δε μίλησες, δειλή. Ταράτσες και πολλά υποσχόμενα αντίο. Θα μου λείψετε, θα τα πούμε σ' έναν μήνα, παύση, μικρή διακοπή για διαφημίσεις. Μια ανάσα και τα καλύτερα που θα 'ρθουν.
Θα ΄ρθουν, θα 'ρθουν, το ξέρεις πια.