Σάββατο 13 Απριλίου 2013

.

Eκείνη γεννιέται προγραμματισμένα και φέρνει φιέστες και κανονιοβολισμούς στην οικογένεια.Της έμαθαν να στολίζει τα μαλλιά της με κορδέλες πριν φύγει από το σπίτι μα πάντα γύριζε βρώμικη και ατημέλητη. Της άρεσε να της διαβάζουν αλλόκοτες ιστορίες και να της ζωγραφίζουν πάντα με μπλε και κόκκινο, ποτέ με άλλα χρώματα. Πείσμωνε και επέμενε σε κάθε παιχνίδι που έχανε, όχι γιατί είχε μάθει να κερδίζει, αλλά γιατί φοβόταν να χάνει. Έκανε ολοστρόγγυλα τα άλφα, ακανόνιστα τα γιώτα, ίσως όχι και τόσο κομψά τα ταυ. Επαναλάμβανε μικρές δικές της προσευχές κάθε βράδυ και αγαπούσε να μισεί την Κατερίνα της. Ήταν ερωτευμένη με τα βιβλία, την Εύα, τις λιχουδιές. Έκρυβε τα σοκολατάκια στην τσέπη, έτρωγε γαβάθες σούπα, δεν είχε ενοχές που ήταν στρουμπουλή και αδέξια. Πετάριζε τα γαλάζια μάτια της αθόρυβα, φώναζε αθόρυβα, έφευγε αθόρυβα, αγαπούσε αθόρυβα. Χόρευε διστακτικά με τον παππού της το "άστα τα μαλλάκια σου", γελούσε με τη μαμά περιπαικτικά όταν της έβαζε Χατζιδάκι. Κοριτσάκι έκανε τα πρώτα βήματά της σε παιδικά ρομάντζα και έκλαψε λίγο που δεν την ήθελε ο μεγάλος της έρωτας. Την παρηγόρησε πολύ απρόσμενα ο μπαμπάς ένα μεσημέρι μετά το σχολείο και την επόμενη μέρα αποφάσισε να μην τον θέλει πια και να μην το κοιτάζει σαν ξελιγωμένη στο φροντιστήριο. Μετά μεγάλωσε. Δυνάμωνε τις ενοχές της, γιγάντωνε τις αμφιβολίες της, οπλίζονταν με τις δειλίες της. Κλασικά εικονογραφημένα, έλεγε και βούταγε πάλι στα βιβλία μπας και ξεχαστεί. Διάφανη και έυθραυστη, ευερέθιστη κι ειρωνική, με κάτι μάτια λίγο αθώα, λίγο χαωμένα, λίγο αδιάφορα, λίγο εδώ και λίγο πουθενά. Άργησε να εγκολπωθεί και να ορθοποδήσει, δίσταζε πολύ, δείλιαζε ακόμα περισσότερο. Χτένιζε τα μαλλιά της κάθε πρωί και φορούσε πάντα μπλε πουλόβερ από συνήθεια. Η καρδιά της πετούσε και ήθελε να σπάσει και να θρυμματιστεί σε εκατομμύρια μικρά-ανεπαίσθητα σχεδόν κομμάτια-που θα έτρεχαν και θα έτρεχαν κι εκείνη για πρώτη φορά στη ζωή της δε θα τα προλάβαινε. Έπειτα ήρθε αυτός κι εκείνη επένδυσε σε αυταπάτες και εφηβικές ονειροπλασίες. Άρχιζε να ξεθάβει την παρατηρητικότητα, εμμονή στις λεπτομέρειες, καμιά σημασία στα βασικά. Όλα στο κεφάλι της ρημαδιό, θύελλα κι αυτός πάντα εκεί να την παρηγορεί που μπορεί και βλέπει φως στο απόλυτο μαύρο. Μετά μεγάλωσε κι άλλο. Κι άρχισαν οι βόλτες τις Κυριακές, οι συναυλίες, τα παιχνίδια τ΄άλλα-που δεν είχε συνηθίσει, αυτός, ο άλλος κι ο δείνα, τα ονόματα τα άπειρα, τα χαμόγελα, οι συζητήσεις, οι πολιτικοί καφέδες, δυο-τρεις μαλακίες, τα τσιγάρα, το αλκόολ, οι ανησυχίες των 18. Τώρα μεγάλωσε κι άλλο. Και δεν έπαψε να πιστεύει βλακωδώς σε βιπερνόρα ροζ και χιλιοδιαβασμένα, για εκείνον που κρύβεται κι αυτός σε μια δικιά του ιστορία, το ίδιο ανιαρή και κλισέ σαν τη δική της και που περιμένει σε μια γωνία της Σβώλου, πίσω από το σινεμά, ένα ανοιξιάτικο βροχερό απόγευμα.

Εκείνος γεννιέται καταλάθος, αλλά τον αποδέχονται στην πορεία. Του μαθαίνουν να λατρεύει τη φύση, τα ζώα και το άλλο φύλο. Συνήθιζε να παίζει μέχρι να μην αντέχει άλλο με τα καλοκαιριάτικα παιδιά του νησιού και να μη σαστίζει κάθε φορά που φώναζαν βρισιές σε μια γλώσσα περίεργη, που δεν καταλάβαινε. Από μικρός ήξερε να μη σαστίζει με ό,τι δεν καταλάβαινε. Ρωτούσε συνέχεια κι αν δεν του έδιναν και καμιά σπουδαία απάντηση, συμπαθούσε το ξένο και το ακαταλαβίστικο μ' έναν πολύ πηγαίο τρόπο. Ακατέργαστος. Λάτρευε τις πίτες της γιαγιάς του, τον Σαντάνα και τις ορειβασίες με τον μπαμπά του. Η πολιτική βρώμαγε στο σπίτι κι αυτός μικρός άκουγε μεγαλίστικες συζητήσεις με γουρλωμένα μάτια. Δεν ξέρει κανείς αν τον αγάπησαν, αλλά του έμαθαν ν΄αγαπά μ' έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Μεγάλωσε μετά. Μιλούσε μ' ένα συρριστικό σίγμα που δε θορύβησε κανέναν στο σπίτι, το 'χε το γονίδιο. Ψέυδιζε μ' έναν πολύ χαριτωμένο τρόπο. Έπαιζε ποδόσφαιρο και κρυφοκοίταγε τα κορίτσια που λιάζονταν κάθε που τη σκαπούλαραν από την αφόρητη Γεωμετρία. Έτρεχε στην αυλή, του φώναζαν να ηρεμήσει κι αυτός δεν μπορούσε να ηρεμήσει, δεν ήθελε. Μετά μεγάλωσε κι άλλο. Και ήρθαν τα πρώτα σκιρτήματα αλλά δεν τα εξωτερίκευε, ήταν αντράκι. Δοτικός σε 2-3 φίλους μονάχα. Τι τα θέλουμε τώρα τα κορίτσια. Τ' απογεύματά του ήταν γεμάτα μουσικές, τσακωμούς με την Άννα και βόλτες με τα αλητάκια. Το τελευταίο απόγευμα πριν τα 16 όμως δεν είχε τέτοια. Είχε ένα τηλεφώνημα, δυο ουρλιαχτά, τη μαμά παγωμένη, την Άννα να κλαίει. Έφυγε. Πήγε και κλείστηκε κι άκουγε Σαντάνα, έτσι θα ήθελε άλλωστε, να πεθάνει με ροκ λυγμούς και τζαζ πενιές. Μετά μεγάλωσε απότομα. Άκουγε ρεμπέτικα και διάβαζε αχόρταγα. Η κοπέλα που τον γλυκοκοίταζε ήταν εκεί μα αυτός δεν είχε μάτια να δει. Τον κατάφερε. Τα ¨"φτιάξαν". Κάπνιζε στα κλεφτά, μην τύχει και τον ανακαλύψουν οι φίλοι και το κορίτσι. Τ' αγαπούσε το κορίτσι μ' έναν πολύ δικό του τρόπο. Έπειτα, όπως πάντα συμβαίνει με κάποιο αγόρι σαν κι εκείνον, έφυγε το κορίτσι. Έβαλε Σαντάνα και δάκρυσε λίγο. Και μεγάλωνε κι άλλο. Και δεν έπαψε ποτέ να πιστεύει πως ο Σαντάνα ταιριάζει σε κάθε περίσταση. Κλαίει και δεν το νοιάζει διόλου που μια γαμημένη μαλακία λέει πως οι άντρες δεν τα κάνουν αυτά.