Όταν σ' ήξερα και δε σ' ήξερα, έπλαθα τσιτάτα καλογυαλισμένα που θα σου 'λεγα, να με ερωτευτείς. Θα σου 'λεγα όλα τα δικά μου, όλα τα ανείπωτα και εσύ θα μ' άγγιζες και θα μου απαντούσες σιωπηρά πως όλες οι βόλτες του κόσμου είναι για 'μας πια. Έναν ακόμα καφέ στις αξημέρωτες ταράτσες, μάτιαμου πολλά κι αγγίγματα ντροπαλά στην αρχή, αυθάδικα δειλά στο τέλος. Θα 'θελες να επεξεργάζεσαι την κάθε λεπτομέρεια, θα 'θελες να μαλώνουμε για το τι χρώμα είναι τα μάτια μου, θα 'θελες να βγαίνουμε και να μη γυρνάμε, να χορεύουμε και να πονάνε τα πόδια μας που γυρίσαμε τον κόσμο. Θα 'σουν δυνατός και ακομπλεξάριστος, θα με βοηθούσες να ξορκίσω το θάνατο, θα μου μάθαινες πόσο οι άνθρωποι διψάνε για ζωή και πόσο εμείς για έρωτα και πλαγιομετωπικές συγκρούσεις. Θα ξαπλώναμε στον καναπέ, εσύ θα διάβαζες συνοφρυωμένος το "Κράτος κι Επανάσταση" και θα μου πετούσες περίτεχνες κομμουνιστικές λέξεις, μπας και καταλάβω, κι εγώ θα διάβαζα Λειβαδίτη, μα δε θα πίστευα τις γραμμές του σχετικά με τον αρρωστημένο αιχμηρό έρωτα-δεν υπάρχει αυτός, ακούς; δεν υπάρχει. Θα σου 'φτιαχνα κακοβρασμένα μακαρόνια κι εσύ θα 'πλενες τα πιάτα. Και θ' ακούγαμε μουσικές με τζαζ κλάματα και θα δάκρυζα εγώ, θα γέλαγες εσύ. Θα κάναμε έρωτα μετά από αψιμαχίες παιδικές, θα θέλαμε να αμβλύνουμε τις αποστάσεις και να τροχίσουμε τις υποσχέσεις. Θα τρόμαζα εγώ που χάνω τις λέξεις, θα τις πρόσεχες εσύ και θα τις επαναλάμβανες. Θα καθόμασταν σ' εκείνο το μικρό καφέ και θα 'λέγαμε για τα όνειρά μας, που θα μας ξεπουλήσουν σε λίγο, αλλά ποιος νοιάζεται σαν είναι νέος!
Κι όταν σ' έμαθα και συνειδητοποίησα πως δε σ' ήξερα, κατάλαβα πως οι αυταπάτες κι οι ψευδαισθήσεις μ' έκαναν για μια ακόμα φορά γελοία. Και δεν ήθελες να βγαίνουμε ατέρμονα χιλιόμετρα και δεν ήθελες να δεις την πόλη από ψηλά. Kαι δεν έδινες δεκάρα για τα ψυχολογικά μου, δειλός και κομπλεξαρισμένος, φρόντιζες να απομιζήσεις εμένα και κάθε τυχάρπαστο πρόσωπο στον παραλογισμό που ζούσαμε. Και δεν ήθελες να φύγεις, όχι για να μην αποχωριστείς τα δικά μας, αλλά γιατί ο κόσμος σου δε σ' αρέσει. Και δεν ήθελες να διαβάσεις κανένα από τα γραφτά μου, ούτε να θυμάσαι. Και δεν ήθελες ν' ακούς τις δικιές μου μουσικές, ενώ άφηνες ατέλειωτα λόγια να φουσκώνουν τα μάγουλά σου και να ξεχύνονται αδιακρίτως και δεν είναι που εγώ δεν ήθελα ν' ακούσω δικά σου πράγματα, ήθελα. Αλλά να, δε με υπολόγισες, νόμισες πως εγώ αντέχω και πως θα είμαι για πάντα άτρωτη και χαμογελαστή. Δεν είμαι όμως και η θύμισή σου και μόνο με κάνει να νιώθω μικρή και αδύναμη. Και δε θέλω να σε ξαναδώ, όχι επειδή δε σ' αγάπησα, ούτε επειδή δε χώρεσες στις προδιαγραφές μου, ξέρεις πως αυτά τ' ακούω βερεσέ. Εμένα θέλω, για πρώτη φορά να προστατέψω. Προσπάθησε λοιπόν, να μη μ' αγγίξεις ούτε μια φορά, θα κοπούμε κι οι δυο και δεν το θέλω.
Κι όταν σ' έμαθα και συνειδητοποίησα πως δε σ' ήξερα, κατάλαβα πως οι αυταπάτες κι οι ψευδαισθήσεις μ' έκαναν για μια ακόμα φορά γελοία. Και δεν ήθελες να βγαίνουμε ατέρμονα χιλιόμετρα και δεν ήθελες να δεις την πόλη από ψηλά. Kαι δεν έδινες δεκάρα για τα ψυχολογικά μου, δειλός και κομπλεξαρισμένος, φρόντιζες να απομιζήσεις εμένα και κάθε τυχάρπαστο πρόσωπο στον παραλογισμό που ζούσαμε. Και δεν ήθελες να φύγεις, όχι για να μην αποχωριστείς τα δικά μας, αλλά γιατί ο κόσμος σου δε σ' αρέσει. Και δεν ήθελες να διαβάσεις κανένα από τα γραφτά μου, ούτε να θυμάσαι. Και δεν ήθελες ν' ακούς τις δικιές μου μουσικές, ενώ άφηνες ατέλειωτα λόγια να φουσκώνουν τα μάγουλά σου και να ξεχύνονται αδιακρίτως και δεν είναι που εγώ δεν ήθελα ν' ακούσω δικά σου πράγματα, ήθελα. Αλλά να, δε με υπολόγισες, νόμισες πως εγώ αντέχω και πως θα είμαι για πάντα άτρωτη και χαμογελαστή. Δεν είμαι όμως και η θύμισή σου και μόνο με κάνει να νιώθω μικρή και αδύναμη. Και δε θέλω να σε ξαναδώ, όχι επειδή δε σ' αγάπησα, ούτε επειδή δε χώρεσες στις προδιαγραφές μου, ξέρεις πως αυτά τ' ακούω βερεσέ. Εμένα θέλω, για πρώτη φορά να προστατέψω. Προσπάθησε λοιπόν, να μη μ' αγγίξεις ούτε μια φορά, θα κοπούμε κι οι δυο και δεν το θέλω.