Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Όλο μ' αφήνεις να σ' αφήσω.

Καθόλου καλός ο τίτλος.Όλο σ' αφήνω να μ' αφήσεις θα 'πρεπε να γράφει.Αλλά δεν πειράζει.Τώρα πια δεν είναι η μόνη παραφωνία σ' όλο αυτό που ζούμε.Κρυφτό είναι αυτό που παίζουμε;Γαμώτο,έχω καιρό να παίξω και όσο το ξεχνώ,τόσο περισσότερο με εξιτάρει.Εσύ λίγο πιο μεγάλος,λίγο πιο έμπειρος σε κάθε είδους παιχνίδι.Τερτίπια.Δε σ' αρέσουν οι λέξεις που χρησιμοποιώ κι εγώ μερικές ώρες,προσπαθώ μανιωδώς να βρω άλλες,να συνταιριάξω σιδηρόδρομους και να μην κάνω τόσα ορθογραφικά.Μα δεν μπορώ μωρέ.Δεν μπορώ τα τόσα προγραμματισμένα,τους τόσους κανόνες.Αυτά τα κουτιά σου εγώ δεν τ' αντέχω.Κι ας σε λατρεύω έτσι αδέξια που προσπαθείς να με νουθετήσεις και να κλείσεις πράγματα σε δαύτα.Ξέρεις πασχίζω να σε μιμηθώ λιγάκι.Δε στο ομολογώ,μα ξέρω πως το διαβάζεις στα μάτια μου,κάθε που με κοιτάς με εκείνο το παραξενεμένο βλέμμα σου.Ξέρεις τι έχω φανταστεί;Μια μέρα,θα ρθω στο βιβλιοπωλείο,θα διαλέξω το αγαπημένο μας βιβλίο και θα σου φανερωθώ.Και θα είμαι σίγουρη πως εσύ θα έχεις καταλάβει.Θα έχεις μυρίσει τον αέρα το άρωμά μου και θα το αναγνώρισεις.Κι έπειτα θα πάρεις το πρώτο τρένο(δεν το γράφω με αι,έτσι πεισματάρικα επιμένουσα)και θα έρθεις για να με δεις,όπως είχες κάνει πριν κάτι μήνες.Κι εγώ τότε θα κρυφτώ και θα κρυφτώ μέχρι εσύ πάλι να με ανακαλύψεις και να γραπώσεις απ' τα μαλλιά τις σιχαμένες μου φοβίες.Και μετά εσύ θα φύγεις το πολύ βράδυ ή το πολύ πρωί,γιατί θα 'χεις εργαστήριο και δε θα θες να το χάσεις."Θα φέρω χρήματα στην οικογένεια καλό μου".Έτσι σφύριζες τα δήθεν αστεία σου.Μα εγώ γελούσα,γελούσα δυνατά γιατί κάθετι που έλεγες,μου χάιδευε αυτιά,μυαλό,σώμα,ολάκερη ύπαρξη.
Δυο ονόματα ρε συ!Κρυφτό και δυο ονόματα.Και με σκοτώνει που αισθάνομαι πως σε κοροϊδεύω.Και με σκοτώνει που όσο περνάει ο καιρός,πιστεύω ολοένα και περισσότερο σε κάτι που ονομάζουν ΚΑΡΜΑ.Σ' αγαπώ ρε συ!Και φοβάμαι τόσο πολυ.Φοβάμαι πως θα σε χάσω επειδή έτσι θα το διαλέξω.Πόσο σίγουρη είμαι πως όταν τα διαβάσεις τούτα εδώ θα ψελλίσεις ένα άχρωμο "παράξενα πράγματα!"Αλλά σκέψου λίγο,τις ίδες ανασφάλειες δε μοιραζόμαστε;Δε σου αρκεί αυτό;Εμένα όχι.Και δε θέλω απάντηση.Δε θέλω.
Κρυφτό είναι αυτό που παίζουμε,ναι.

Να μ' αγαπάς.


Σου γράφω πάλι από ανάγκη
η ώρα πέντε το πρωί
το μόνο πράγμα που 'χει μείνει
όρθιο στον κόσμο είσαι εσύ


Τι να τις κάνω τις τιμές τους
τα λόγια τα θεατρικά
μες στην οθόνη του μυαλού μου
χάρτινα είδωλα νεκρά


Να μ' αγαπάς όσο μπορείς να μ' αγαπάς



Κοιτάζοντας μες στον καθρέφτη
βλέπω ένα πρόσωπο γνωστό
κι ίσως η ασχήμια του να φύγει
μόλις πλυθώ και ξυριστώ



Βρωμάει η ανάσα απ' τα τσιγάρα
βαραίνει ο νους μου απ' τα πολλά
στον τοίχο κάποια Μόνα Λίζα
σε φέρνει ακόμα πιο κοντά




Να μ' αγαπάς όσο μπορείς να μ' αγαπάς




Αν και τελειώνει αυτό το γράμμα
η ανάγκη μου δε σταματά
σαν το πουλί πάνω στο σύρμα
σαν τον αλήτη που γυρνά



Θέλω να 'ρθείς και να μ' ανάψεις
το παραμύθι να μου πεις
σαν μάνα γη να μ' αγκαλιάσεις
σαν άσπρο φως να ξαναρθείς

Τρίτη 22 Φεβρουαρίου 2011

Αν.τι.ο


Πεθαίνω κάθε που μου μιλάς.Πιάνομαι ακόμα και από αστειότητες και από τις πιο άθλιες.Μ' αρέσεις έτσι περίεργα που αντιδράς στα πιο απλά,στα πιο καθημερινά,στα πιο τετριμμένα και πεζά.Μ' αρέσεις έτσι δειλά που χαμογελάς.Μ' αρέσει που μου προτείνεις να διαβάσω εκείνο το άρθρο,ή το τάδε ποιήμα,Καββαδίας και Λοϊζος και έπειτα ν' ακούσω εκείνη τη μουσική,να θαυμάσω,να συμμεριστώ,να αφουγκραστώ τις αλήθειες σου.Να μάθω.Κάπως σα να μ' οδηγείς κι εγώ έχω χάσει από καιρό κάθε μου αντίσταση και κάθε μου δυναμική και πλέον ρουφώ με μανία τους στίχους που άνετα μου πλασάρεις σε περιτυλίγματα και όμορφα λόγια.Κι εγώ στέκομαι εκεί,αδύναμη να αντιδράσω,να πω το οτιδήποτε.Πόσο τέλεια ένιωσα όταν με τύλιξες με την κουβέρτα για να μην κρυώνω!Έτσι είπες.Κάτσε να δεις.Α ναι,θυμήθηκα.Να προσέχεις είπες,μη μου κρυώσεις και φοβηθώ.Δέκα,είκοσι λέξεις ικανές να με θολώσουν.Έχεις δει τον κόσμο ποτέ κόκκινο;Ομίχλη.Ζω.Ή τουλάχιστον έτσι πιστεύω.
"Αυτό σου αρέσει;""Είσαι καλύτερα σήμερα;","Μην το κάνεις αυτό στον εαυτό σου".Πώς σφυρίζεις έτσι ηδονικά τις λέξεις!Ξέρεις πόσο τα προσέχω όλα αυτά,έτσι;Και επιμένεις στο να ξαναπιπιλάς τα ίδια και τα ίδια.Που εσύ μπορεί και να τα βαρέθηκες,μα εγώ τα κατανοώ,τα μαθαίνω απ' έξω κι ένα ένα τα κάνω κομματάκια και τα φυ/ιλάω.Δε θα σε συναντήσω.Κι εσύ το ψέμα δεν το βλέπεις, μα εγώ το γέννησα.Και σε πονάει κάθε μου φυγή,επειδή νομίζεις πως θέλω να σε αποφύγω,χωρίς να ξέρεις πως εγώ δεν μπορώ πλέον να αποδράσω ούτε από τα ψέματά μου,ούτε πολύ περισσότερο απ' αυτό που εσύ αποκαλείς αγάπη.Δεν μπορώ πια μάτια μου,και είμαι σίγουρη πως αν μάθαινες,θα έδειχνες κατανόηση και θα ήθελες λίγο ακόμα χρόνο να χωνέψεις την κατάσταση.Και θα επέμενες.Μα δε θέλω να πληγωθείς άλλο και οι παράπλευρες απώλειες θα είναι πολλές.Προτιμώ λοιπόν να θάψω κάθε μου αναστεναγμό,κάθε μας βήμα,κάθε μας προσπάθεια για κοινές πορείες,να κλάψω,να παραιτηθώ για μια ακόμα φορά,παρά να σε βλάψω με τις αιχμές του φόβου μου,του ηλίθιου εαυτού μου.Κι απλά προτιμώ να μην πω τίποτα ξανά.Δε θα (σου) ξαναμιλήσω.Ούτε και τ ανεξήγητα θα τα εξηγήσω.Ούτε θα αποπειραθώ.Oύτε ξανά θα σου δώσω συμβουλές κι ούτε θα το παίξω ξανά μαμά(θυμάσαι; ),έτσι κι αλλιώς αδέξια τον παίζω τον ρόλο.Θα πάψω απλά ένα ήσυχο βράδυ.Θα πάψω να ανακυκλώνω τους μύθους μας.Κι εσυ,ξέρω,εσύ θα απορρήσεις,θα λυγίσεις,μα μετά θα συνεχίσεις,θα συνεχίσεις ψυχή μου,γιατί πάλι θα συντηρήσουμε το παραμύθι μας.Απλά το τέλος θα το βάλω λίγο απότομα για σενα,συνεπακόλουθα για μενα.Δεν το ήθελα και ξέρεις πόσο σιχαίνομαι τα παραδεδεγμένα,την αυτοπαραίτηση και τα μοιρολατρικά πισωγυρίσματα.Μα,τι να σου κάνω;Τη δειλία μου κατηγόρα.Στήσ' την στον τοίχο και φτύσ΄την στα μούτρα.Σου δίνω το δικαίωμα.Κάθε δικαίωμα.Εμένα όμως μη με πειράξεις.Άσε με να βουλιάζω σε ανασφάλεις και ανακολουθίες.Ένα μόνο θέλω να ξέρεις.Πως σ' αγάπησα στ' αλήθεια πολύ και δεν υποκρίνομαι πως τα πράγματα έγιναν από μόνα τους έτσι.Εγώ τα διάλεξα,μόνο που μπερδεύτηκε το σενάριο στην πορεία.Πόσο λατρεύω εκείνα τα "Καλή ΣΟΥ νύχτα".Θα τα θυμάμαι.Μαζί με όλα τα λόγια σου.Με όλα τα τραγούδια σου.
Αντίο.
Και ξέρω ότι δε θα το διαβάσεις.

Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 2011

Εκείνος κι Εκείνη.

Aρκούντως αρρενωπός στο μαύρο του μοντγκόμερι.Όμορφος κατ' έναν παράξενο τρόπο.Τη φωνάζει περιπαικτικά "κουλτουριάρα" κι εκείνη ανταποδίδει μ' ένα νωχελικό "ποιητήμου".Μάτια μαύρα-σπίθες ικανές ν' ανάψουν σε ανύποπτο χρόνο.Αυθάδικα.Χέρια σίγουρα.Κλισέ φράσεις και λίγες αποκκλίνουσες λέξεις,ξεχωριστά διαλεγμένες-χρόνια στα βιβλία και στα διαφορετικά.Τζιν παντελόνι κι οι δυο τους-εκείνου ελαφρώς ξεθωριασμένο.Έχει δυο φακίδες ντροπαλές στο δεξί του μάγουλο-ή είναι ιδέα της;Μια σειρά ποιητική,απάνθισμα λόγιων,το χέρι λεύτερο για να κρατηθεί και να κρατήσει.Παρατηρεί ότι ταιριάζουν απόλυτα έτσι που η παλάμη της χώνεται ανυπόμονα στη δικιά του.Πιάνει το χέρι της και το βάζει στην τσέπη του παλτού,να μην κρυώσει.Ιπποτικά αδιάφορος.Την κοιτά και προτείνει καφέ σ' ένα μαγαζάκι που εκείνη ούτε που είχε ξανακούσει.Ένευσε ένα σιωπηλό "ναι" και τον άφησε να οδηγήσει.Τα ηχεία πυροτεχνήματα και τα βλέμματα όλο εκμυστηρεύσεις.Όμορφα διαχειρίζεται τη σιωπή.Το μαγαζάκι,σα να ξεπήδησε από κάποιο στενό της Μονμάρτης.Κι οι άνθρωποι ξεχωριστοί κι αλλόκοτοι.Παρήγγειλε καφέ,γλυκό ή μέτριο,ούτε που θυμάται και βάλθηκε να παίζει με την άκρη της χαρτοπετσέτας.Εκείνος γέλασε με το πόσο γλυκά διαχειρίζεται τα αμήχανα κι έκανε κάποιο σχόλιο για τα μαλλιά της.Πύρινες φλόγες οι καστανές μπούκλες,θηλιές να πνίξουν ερωτικά το θύμα.Μπερδεύει τους ρόλους,μα πάλι δεν την πολυνοιάζει.Πληρώνει εκείνος-μα πού στο καλό πήγαν τα φεμινιστικά αντανακλαστικά της;- και βγαίνουν.Αφήνει το χέρι.Σειρά έχει η μέση.Πόσο όμορφη αίσθηση!Νιώθει και πάλι έφηβη.Από συνήθεια κοιτά γύρω της,κλεφτές ματιές για να θωρακίσει την αυθεντικότητα.Άκρη της πλατείας με τα παγκάκια και τα χαραγμένα σ'αγαπώ,καπνίζει εκείνος,πετά τον καπνό αγενώς στον αέρα,εκείνη λίγο νευρική.Τη φιλά,ξανά και ξανά και μπλέκει τα χέρια του ακόμα πιο αγενώς στα μαλλιά της.Εκείνη νιώθει τη γεύση του καπνού και για πρώτη φορά στη ζωή της,αναπολεί το γλυκό βύσσινο της Αρετής της.
Κι έπειτα λίγη ακόμα σιωπή,να τεστάρουν αν μπορούν ν' αναμετρηθούν με το φευγαλέο "σ'αγαπώ" που κάποιος από τους 2 ξεστόμισε,μα δε θυμάται κανείς ποιος.Καμιά άλλωστε σημασία δεν έχει.Όλα αυτά τα "ποτέ",μπαίνουν στα "κάποτε".Ή και στα "τώρα".Ή στα "σε λίγο".Τα τελευταία είναι και τα καλύτερα.Νότες παντού τριγύρω.Έτσι λοιπόν ψελλίζουν τον έρωτα οι αγέρηδες!Κρυώνεις;Να,κρύψου στο κασκόλ μου ή και στην τσέπη μου.
Ομόκεντροι παραλληρισμοί και ευθείες ανασφάλειες.
Τραγουδούν τον Τούρκο και το Παρίσι το αφήνουν για τον Αύγουστο.
Κοιτά στη τσάντα της αν έχει κέρματα.Προσπαθεί να φαίνεται όλο και πιο φυσι(ολογ)ική.Μα δεν το κατορθώνει.
"Εκείνο που ερωτεύτηκα σε 'σένα είναι η γλυκάδα της φωνής σου και οι απρόσμενες ματιές σου κάθε που φοβάσαι."

Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Tα σχεδόν.

Και δεν είναι ότι (σε) φοβάμαι ή κάτι τέτοιο.Αλλά να,ώρες ώρες θέλω τόσα να σου πω,που σχεδόν ουρλιάζω,σχεδόν φλέγομαι,σχεδόν μπήγω τα νύχια στα χέρια μου για να κρατηθώ.Μα δε σου λέω τελικά τίποτα.Ή τουλάχιστον μιλώ-τάχα αδιάφορα-για τον καιρό,την άσχημη διάθεση και τα προβλήματα της σχολής.
Κι όμως.Υπερφορτωμένα συναισθήματα.Όπως εκείνη τη φορά,που πρωτομιλήσαμε και ένιωσα σαν πρωταγωνίστρια χαζής αμερικάνικης ταινίας εποχής.Διάβασα τότε στον αέρα,πώς ακόυγεται η γλώσσα της σιωπής ή πώς είναι να νοιάζεται κάποιος για τον αν τελικά είσαι καλά ή για το αν κατάφερες να τελειώσεις εκείνο το σχέδιο που με κόπο έφτιαχνες την περασμένη βδομάδα.Άκουγα μικρούλες τις ανάσες των παιδιών,έτσι ξέπνοες,να περικλείουν μόνο όνειρα.Όνειρα.Άκουγα την αγάπη,κι ας μην το πιστεύεις.Όπως εκείνη τη φορά,που σε είδα να μιλάς με τους φίλους τους ξένους και θυμήθηκα πως είναι να ονειρεύεσαι και να κάνεις κάτι που ονομάζεται ΝΙΩΘΩ.Οι χρόνοι χάνουν κάθε τους αξία στις προτάσεις και στα λόγια.Τα λόγια...Πόσο αμυδρά σκιαγραφούν την πραγματικότητα.Μπορεί και να μην έχω ταλέντο στο να σχηματοποιώ την καθημερινότητα σε λέξεις.Μα,προσπαθώ,αλήθεια προσπαθώ να 'χουμε ντοκουμέντα κάθε που βραδιάζει.Εκείνη τη βραδιά,τη γεμάτη μαγεία και φως τη θυμάσαι;Από τότε ρίχνω μπόλικο αλάτι στις πληγές και εξακολουθώ να αναπολώ και να θυμάμαι.Η αλήθεια είναι,ότι αρκετές φορές,μπερδεύομαι και δεν ξεχωρίζω αν αυτές οι κακομαθημένες εικόνες στο μυαλό μου,είναι όντως αληθινές ή απλά φαντασιώσεις.Αλλά έχω μάρτυρες.Ευτυχώς.Γιατί δε θέλω να ξεχάσω,δε θέλω.
Κι αν ακόμα φοβάμαι(ναι,φοβάμαι τελικά),μήπως κι όλο αυτό,κάποτε φύγει,εγώ θέλω να το βλέπω σαν ταινία μπροστά μου,όποτε τύχει.Είδες λοιπόν,πώς εξηγείται ότι κλείνω σφχιτά τα μάτια κάθε που ζούμε;Τις στιγμές φυλακίζω.Τις στιγμές ΜΑΣ.

Ευ.


Kι εκεί που νομίζεις ότι όλα καταρρέουν γύρω σου κι εσύ είσαι ανήμπορος,πλήρως ανήμπορος να φτιάξεις το οποιοδήποτε σχήμα στον καθρέφτη και θεωρείς ότι έίσαι απλά μια άμορφη μάζα που περιφέρεται εδώ κι εκεί,στο σημείο λοιπόν που εγγίζουν οι πράξεις σου τα όρια της αυτοκαταστροφής,έρχεται κάτι που πολλοί το βαφτίζουν έρωτα,άλλοι ελπίδα κι άλλοι χίμαιρα.
Κι εσύ στέκεσαι άπραγος και ανίκανος να εξηγήσεις ή να βάλεις λέξεις στη σωστή σειρά.Σημεία στίξης,κυρίως μισά ερωτηματικά και κάποια κόμματα εδώ κι εκεί.Αποσιωπητικά,μόνο αυτά μένουν αγέρωχα.Και σιγά σιγά παίρνει μορφή το είδωλο και το εσύ γίνεται εσείς.Από μπλε,κόκκινο.Όπως σα να λέμε ζεστό.Και καταλαβαίνεις πώς κλίνεται το σ' αγαπώ.Σ' αγαπώ,μ 'αγαπάς,αγάπη μου και ένα σωρό άλλες προσφωνήσεις,που μέχρι τώρα η κυνική πλευρά σου(στ΄αλήθεια,πού χάθηκε αυτή; )τα είχε ξεγράψει πριν καλά καλά τα ξεστομίσει.Γράμματα και τσιγάρα στις 5 το πρωί,μια αυγή αγκαλιά,ένα "αχ και να σ είχα πριν,τότε",δυο τρεις αποκαλύψεις,ανόητες διηγήσεις της παιδικής ηλικίας.Κι εγώ τόοοτε ζωγράφιζα σύννεφα και τώρα λιακάδες.Βιβλία,μουσικές που ούτε καν είχες φανταστεί,εφημερίδα τις Κυριακές,χαμόγελα αγνώστου αιτίας και ταυτότητας.Απόψεις που χαράσσονται και σμιλεύουν ένα,μάλλον δύο ολόκληρα "είναι".Ξέρεις,είναι περίεργο,μα για πρώτη φορά,αισθάνομαι ότι όσα έχω γράψει είναι τόσο μα τόσο τετριμμένα.Ερωτικά και ροζ.Και ξέρεις πως μισώ το ροζ.Κι όμως αυτή τη στιγμή,νομίζω πως έγραψα τα πιο όμορφα λόγια.Απλά και μόνο γιατί κάθε γράμμα,ένα προς ένα,κάθε τελίτσα,κάθε κόμμα(μου θυμίζει την ελιά σου κάτω από το λαιμό)και κάθε ερωτηματικό,κρύβουν κάτι από ΄σένα.
Μου πες δε θες ευχαριστώ.Στα 18 μου,έχω ζήσει την αλήθεια.Μπορεί και να κάνω λάθος,μα δε με νοιάζει πια.Δε θα σου πω ευχαριστώ,δε με ενδιαφέρει και πολύ.Είδες;Τα κατάφερα λιγάκι,να μην τα παραμετράω όλα.
Σ' ευχαριστώ γι αυτό.Να,πάλι αθετώ υποσχέσεις.Μην γκρινιάξεις,ε.
Θα μαι δω,εκεί και παντού,αρκεί ο διάφανος και ο γκρίζος,ο αθάνατος θνητός ουρανός μας να μας σκεπάζει.Και τους δυο,μαζί.Όχι,μαΖΕΙ,είναι το σωστό.Κι αυτό το πρόσεξες,ε;
Υ.Γ:Ωραία τα Εξάρχεια.Είναι,δεν είναι;

Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

Ready for love


Σου το χω ξαναπεί;Μα,ούτε που θα στο 'χω εξηγήσει.
Μερικά πράγματα,άλλοι στίχοι,ένας ψίθυρος,ένα πέταγμα βλεφάρων.
Δε θέλουν εξηγήσεις.
Δεν μπορούν άλλωστε.
Δε φτάνουν.
Ναι,είμαι πλέον σίγουρη πως όχι.
Αν πραγματικά αφεθώ και (σε) αφήσω να εισβάλλεις ακόμα και κάτω από το δέρμα μου,
αν λέω αν.
-και τότε θα μυρίσει κέδρο και θυμάρι όλη μου η ύπαρξη
από τα χείλια μέχρι τη ραχοκοκαλιά
και πάλι από την αρχή-.
Θέλω να σε δω.
Δεν μπορώ να υποκριθώ για μια ακόμα μέρα
πως τα μαλλιά σου ή τα μάτια σου δεν αγγίζουν κάθε καμπυλότητα
στους τοίχους (μου).
Ή ότι δεν έχω ξεχωρίσει κάποια βλέμματα σου,
-ένα προς ένα-
και δεν τα χω κρατήσει ευλαβικά
στις συλλογές με την φεγγαρογραμμή και τις άλλες.
Τις άλλες.
Που εσύ τις ονομάζεις ελπίδες
κι εγώ βεβαιότητες.
Δε χρειάζεται να σου εξηγήσω τίποτα.
Μου αρκεί η προσμονή.
Αναπνέω από δαύτη.
Ξέρεις τι;
Η πιο όμορφη αίσθηση είναι όταν μου μιλάς
για όλα εκείνα.
Γιατί ξέρω ότι "εκείνα" ποτέ δε θα μας πουλήσουν.
Ένα,δύο,τρία και σιωπή
τριγύρω.
Συνέχεια.
Αλλεπάλληλες σιωπές.
Και δυο τρία "αχ"
έτσι,για να θυμίζουν
πως (συν)υπήρξαμε.
Είμαι στα πόδια μου (ξανά).
Και αναπνέω από την προσμονή (σου).
Βγάλε τις παρενθέσεις.
Δε (μου) χρειάζονται.
Μα,είμαι ανασφαλής ακόμα
για να γράφω χωρίς αυτές.
Μα θα τις διαγράψω.
Σύντομα.
Έτοιμη.
Για 'σενα.
Μόνο.
Μ' αρέσει έτσι που (προσποιείσαι ότι) κοιμάσαι.
Έτσι.
Από ειρωνεία της τύχης.
Κι από μια απρόσμενη παραλλαγή της.