Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Σιωπή.




Πίστη
σ' όλα εκείνα που ξέρει
κι αγνοεί ταυτόχρονα.
Ψάχνει τα κακόφημα μέρη
μήπως και βρει λίγη βροχή και
μια μικρή-τοσοδά-αλήθεια.
Σιωπά,γιατί δεν μπορεί να κραυγάσει.
Πνίγεται,
βουλιάζει,
ουρλιάζει
κάτι μέσα της.
Πάντα η εσωτερική αυτή πάλη.
Μια προσευχή
ακούγεται από τα σωθικά της
που καίγονται ώρα με την ώρα
από τον καπνό και την απόγνωση.
Δεν είναι μελαγχολικά τα λόγια της.
Σύννεφα είναι,που πετούν.
Ας πετάξουν,έστω,αυτά.
Έστω...
Τα χέρια της είναι βρόμικα
γεμάτα ειρωνία και δάκρυα
τετριμμένες υποσχέσεις και τέχνες
εφιαλτικές μνήμες
συνέχεια.
Μα γιατί κλαίει τώρα;
Ίσως.
Ίσως,γιατί κοιτά τα μάτια
της ύπαρξής της.
Γιατί κοιτά τα μάτια όλων αυτών
που κάποιος,κάπου,κάποτε
τους ονόμασε ανθρώπους.
Τότε ψιθυρίζει,με πολλή προσοχή
και μεγάλη επιφύλαξη.
Χτυπά τα δάχτυλα στο τζάμι του παρελθόντος
σχεδόν μανιωδώς
Χαράζει μια-δυο γραμμές
έτσι,για να έχει όρια στο χώρο.
Παγιδεύτηκε όμως.
Αργοπεθαίνει.
Ησυχία.
Μη βεβηλώσουμε τη στιγμή.

Α.

[...] Όχι,δεν έχει ερωτευτεί.Ούτε συγκεκριμένο πρόσωπο έχει στο μυαλό της,που την εμπνέει και την κάνει να ελπίζει.Απλά ψάχνει μικρές,απειροελάχιστες ενδείξεις που θα τη βοηθήσουν να στηρίζεται κάπου για να συνεχίσει να πλάθει όνειρα.Πολύ χρησιμοποιεί τη λέξη όνειρο,το ξέρει.Δεν μπορεί να κάνει όμως κι αλλιώς.Είναι πάνω και πέρα από τις δυνάμεις της.Είναι αδύναμη κι ανασφαλής,το ξέρει κι αυτό.
Ξέρει όμως καλύτερα από κάθε άλλο να φοβάται τα χαμόγελα και τις υποσχέσεις.Φοβάται ακόμα και την ανάγκη για φυγή που σιγοσφυρίζει κι ώρες-ώρες γιγαντώνεται και γίνεται απειλητική και την γοητεύει συνάμα.


Ζηλεύει τώρα τελευταία τόσο πολύ.Όχι,όχι την απαράμιλλη ομορφιά ή τη σαπισμένη ματαιοδοξία.Αυτά κάπως τα έχει λαξεύσει μέσα της.Ζηλεύει τη σιγουριά των ανθρώπων.Και τα όσα βιώνουν.


Αληθινά,αισθάνεται πως παρόλο που η ψυχή της καίγεται να ζήσει και να δραπετεύσει και να γευτεί και,και,και,και...,κάτι την τραβά πίσω.Κάτι,απροσδιόριστο.Φοβάται το άγνωστο.Το αποζητά,ωστόσο.


Θα το ομολογήσει.Μόνο εδώ,μόνο σ' αυτές τις σκόρπιες αράδες.Άλλωστε γι' αυτό,δεν έκανε γνωστή την ύπαρξη αυτού εδώ του τετραδίου.Δε θέλει παραβάτες στη σκέψη της.Τον εαυτό της προσπαθεί να καταλάβει.Σήμερα για παράδειγμα,κατάλαβε πως θέλει αλήθεια.

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

The wall.


Φοβήθηκε σήμερα πολύ.
Θυμήθηκε πράγματα πολλά,από τότε,που έξυσαν τις πληγές της και την καταρράκωσαν.Για μια ακόμα φορά.
Προσπάθησε να πνίξει τη δυστυχία της,μιλώντας σε κάποιον.Έχει ανάγκη από επικοινωνία.Από αγάπη.Ίσως κι από αναγνώριση.Θέλει ανθρώπους γύρω της.Ανθρώπους να της απλώνουν το χέρι και να το κρατούν και να μην το αφήνουν.Σα να αγγιστρώνεται πάνω τους.Δε θέλει να φύγουν,όπως τόσοι και τόσοι.Φοβάται,όμως κάπως να δώσει.Δεν ξέρει τη δύναμή της.Είναι και λίγο περίεργες οι αντιδράσεις της.Δε φεύγει.Προσπαθεί να δέσει όλα τα νήματα της ζωής της για να βρει μια άκρη,επιτέλους.


Aγαπημένο τραγούδι,το The Wall,μάλλον γιατί ταιριάζει με τους τοίχους που υψώνει κάθε τόσο γύρω της.Να μην τη βλέπουν και να μην την αγγίζουν πολύ. Αντιφατική,όσο δεν παίρνει.Γοητευτική αντίφαση.Μυστήριο.


Μυρίζει παρελθόν.Και ουρλιάζει συχνά.


Τα ρούχα και τα σεντόνια της,ανάγκη για ζωή και φυγή.
Αλλάζει όμως τους γύρω της,γιατί είναι γεμάτη ζωή και όνειρα κι αγάπη.Κι αυτό δεν το καταλαβαίνει...

http://www.youtube.com/watch?v=tkJNyQfAprY

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

Someone in the crowd

Ώρα απροσδιόριστη,σίγουρα αργά,μετά τα μεσάνυχτα,ίσως σε λίγο και να ξημερώνει...
Πάλι με στοιχειώνουν όλες αυτές οι ψεύτικες σκέψεις. Δεν είναι καν όνειρα. Απατηλότητα είναι.

Στέκω εδώ και με τυλίγουν. Ολοκληρωτικά παραδεδομένη. Δεν αντιστέκομαι, ξέρω άλλωστε ότι θα νικηθώ. Πλέον ζω παρέα με λίγες μουσικές,μερικά ονόματα,πλάσματα απόκοσμα και 2-3 λέξεις. Δεν είναι πολλές οι λέξεις,για να μην τρομάζουν το σκοτάδι.

Τι να σου κάνω κι εγώ; Δε μου φτάνει η θέλησή μου. Δεν έχει πόδια η θέλησή μου για να σε φτάσει, ούτε χέρια έχει για να αρπάξει ό,τι ονειρεύτηκε,για να συνεχίζει να μαθαίνει και να πετά. Ούτε μυαλό έχει για να λύνει συνεχώς τα μυστήριά σου .Μόνο εικασίες κάνει,κι αυτές σπάνια πια.

Μα,το ξέρω,είναι αστείο το ότι πήρα 10 προτάσεις,λέξεις μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού και τις έκανα θεμέλια για ολόκληρο το μικρόκοσμό μου. Αλλά εσύ δεν ήσουν μια φιγούρα ανάμεσα στις τόσες. Κι ας εικάζω το χρώμα των ματιών σου.

Κρίμα.Δεν ξέρεις καν το όνομά μου. Δε φταις εσύ, εγώ σου το έκρυψα,όπως έκρυβα όλα όσα ένιωθα,όλα όσα με φόβιζαν. Και ύψωνα τείχη. Ήμουν καλή στο κρυφτό. Μα για στάσου,κι εσύ ήσουν.

Κι όμως,δεν ξέρεις καν το όνομά μου...


Πέμπτη 11 Μαρτίου 2010

Φ.Όπως φαντασία ή όπως φυγή ή όπως...




Σε κανένα δε θα μιλήσει ποτέ γι' αυτό.Προσπαθεί να το γράψει,μα διστάζει.Λες και ήταν ποτέ αληθινό και θα χαθεί αν το κάνει.Ανοησίες.Απλά της έδωσε μεγαλύτερη ώθηση να πιστεύει στο όνειρο.Πράγμα κακό ή όμορφο;Δεν μπορεί να διαλέξει.Δε θέλει άλλωστε,μήπως και πληγωθεί.Πληγώθηκε μια φορά,τότε που έσβησε η κινητήριος δύναμη.Τώρα όλα τα υπόλοιπα είναι ανούσια.Αλήθεια,είναι βλακώδες ή ανθρώπινο να πιστεύει σε ανύπαρκτες φιγούρες και να τις φαντάζεται μ' όλα τα χαρακτηριστικά κι όλα τα μελανά σημεία των ανθρώπων;Τα καστανά-σχεδόν μαύρα-μάτια,το μειδίαμα,το τόσο σαγηνευτικά ειρωνικό,τις δύο ελιές στο σβέρκο και τα μακριά καστανά μαλλιά.Φοβάται να το ζήσει.Μάλλον γι' αυτό κι επενδύει τόσο πολύ στην απατηλότητα.Δέκα κέρματα και πολύ χρόνο.Σπατάλη.Δεν πειράζει,τουλάχιστον αυταπατάται.Λες κι όλα στη ζωή είναι αληθινά.Παρατηρεί μάλλον ότι της αρέσει να χρησιμοποιεί τρίτο ενικό.Καθολικοποιεί κάπως τα συναισθήματά της.Σα να νιώθει ότι και κάποιος άλλος τα ζει μαζί της.Μπορεί,όντως.Τουλάχιστον,δεν έπαψε να αποκλείει τις περιπτώσεις.Ακόμα.Κουράστηκε,όμως,ελαφρώς.Σα να σιχάθηκε κάπως τους ανθρώπους.Γελά.Κι αυτή σε ποιους ανήκει;Στη συνωμοταξία των ανθρώπων,των τόσο τρομακτικά ίδιων,φυσικά.Σκέφτεται ωστόσο πως δεν είναι πια τραγικό.Γιατί η απατηλή αυτή εμμονή την άλλαξε τόσο πολύ.Και ίσως την έκανε να διεκδικεί και να πιστεύει.Κι η πίστη ήταν από καιρό εξωβελισμένη από το λεξιλόγιο και τη ζωή της.Την έκανε ακόμα να ακούει νέα πράγματα και να ανακαλύπτει νέες πλευρές του εαυτού της και των άλλων.Μόνο που εκνευρίζεται που το ίδιο το ψέμα δε θα το μάθει ποτέ αυτό.Και κανείς ποτέ δε θα μάθει το ψέμα.Μα.Παραμύθι ήταν,όχι ψέμα.Στέκεται μια στιγμή.Αν όλα τα ψέματα-παραμύθια είναι ικανά να μετατρέπουν και να αναπλάθουν και να δημιουργούν τόσα συναισθήματα ας υπάρχουν.Μόνο που στενογχωριέται που ακόμα δεν τολμά ούτε να τα βαπτίσει,ούτε να τα μοιραστεί.Ελπίζει όμως.Κρύβει,αλλά ελπίζει...Κάπως ακανόνιστα κι αδέξια.Δεν είναι ρομαντική.Ας πάψει Θέε μου,να δίνει τόσους ορισμούς!

Shhh....


Θυμάσαι που μου είχες πει ότι είμαι από αυτούς τους περίεργους,φευγάτους τύπους,που κάνουν όνειρα και τα ζουν τόσο έντονα που συχνά δεν μπορούν να ξεδιαλύνουν τα πράγματα;Που συγχέουν το όνειρο με την πραγματικότητα;Που χτίζουν κάστρα με μάγισσες,νεράιδες και ιππότες;Που πλάθουν ρόλους,εντυπωσιακούς,τιποτένιους,μικρούς,μεγάλους,άχρωμους,φοβερούς,δειλούς και τους ζουν τόσο πολύ,που έπειτα ταυτίζονται μ' αυτούς κι όταν ξυπνούν και το όνειρο φεύγει,πονούν τόσο πολύ που θέλουν να ξανακοιμηθούν;Κι έστω,αν είναι αδύνατον να κοιμηθούν,να ξαναονειρευτούν μ' ανοιχτά μάτια;
Που τα χρώματα στη ζωή τους ξεκινούν από τα βαθύ μπλε και καταλήγουν στο αδιάλλακτο μάυρο.Μαύρο,σαν τα μάτια τους,ίσως και σαν την καρδιά τους.Όχι,δεν είναι σκληροί,ούτε κακοί.Σκοτεινοί μοναχά.Λιγάκι σκοτεινοί.


Που επιδιώκουν μανιωδώς ν' ακούσουν μια νότα,να μυρίσουν μια τουλίπα ή να γευτούν μια λιακάδα για να αναβιώσουν το τόσο τρομακτικά ζωντανό όνειρο;Ή να φύγουν,μακριά,εκεί που δε θα τους θεωρήσουν αιθεροβάμονες,επειδή απλά με όλο τους το είναι,πιστεύουν το ψέμα;Αγαπούν να πιστεύουν το ψέμα.Το αγαπούν ακόμα κι όταν αποκαλύπτεται.Στέκουν εκεί και το θεοποιούν.Δικό τους είναι,κανείς δε θα τους το στερήσει!


Ε,λοιπόν,είχες δίκιο.Ανήκω και εγώ σ' αυτούς...

Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

Eνοχή.

Δεν καταλαβαίνει,δε θέλει να καταλάβει.Πάντα ενοχική,πάντα στη θέση του υπόλογου.Για όλους και για όλα.
Οι εμπειρογνώμονες απεφάνθησαν:Σύνδρομο καταδίωξης και ανασφάλεια.Ανιάτες ασθένειες κι οι δυο.Δεν έδωσαν συμβουλές,θα ήταν άλλωστε ανούσιο.Ούτε συνταγογράφησαν φάρμακα για την καταπολέμησή τους.Κι αυτό αναποτελεσματικό.


Ώρες-ώρες,κάτι σα να σπα και σα ν' αλλάζει.Φεύγει από το σώμα της και φοβάται που νιώθει δυνατή.Ίσως και να συνήθισε την ασφάλεια της αδυναμίας της."Η ανασφάλεια είναι ταυτόσημη με την ασφάλεια",κάπου το είχε ακούσει,μα δε θυμάται πού...


Δεν έχει φίλους.Δεν ξέρει τι σημαίνει η λέξη.Δεν αγγίζει ότι της είναι άγνωστο.Απλά προχωρά.Κι ας ξέρει πως δε ζει.
Δεν ονειρεύεται,πολύ απλά επειδή δε ζει καν.Ξαπλώνει στο κρεβάτι και την τυλίγουν οι ερινύες.Τα χρώματα,οι μουσικές και οι ασημένιες κλωστές,που κάποιος,κάποτε,κάπου τής είχε δωρίσει,είναι έντεχνα καταχωνιασμένες σε κουτιά.Μήπως τάχα τις βρει και νιώσει...


Δεν έχει ποτέ της αγαπήσει.Αφού κανένα συναίσθημα δεν έχει.Κι αν έχει,φοβάται να το εξωτερικεύσει,γιατί τρέμει την πιθανότητα να τη δικάσουν.


Δεν καταλαβαίνει.Όλα είναι έτοιμα και καθορισμένα.Γιατί να τ' αλλάξει;Δε θέλει κι άλλο να προσπαθήσει.Το κάνει ήδη,πασχίζει να γίνει ορατή.Την κουράζει αυτή η προσπάθεια,στ' αλήθεια.


Χτυπά τα χέρια της.Παλαμάκια στην ανυπαρξία.Γελά.Υποκριτικά όπως πάντα.


Οι ασθένειες άλλωστε είναι ανίατες.Το είπαν κι οι γιατροί...



Nιώθεις;





Έχεις νιώσει ποτέ ότι ξεφεύγεις από τον ίδιο σου τον εαυτό,το σώμα σου και το ίδιο σου το "είναι";Κι απλά παρακολουθείς τη ζωή να περνά μπροστά σου.Στέκεις απλά εκεί και παρακολουθείς.


Έχεις νιώσει ποτέ την ανάγκη να μιλήσεις σε κάποιον;Να του πεις πράγματα.Όχι εντυπωσιακά ή λαμπερά.Μοναχά πράγματα,δικά σου,ολότελα δικά σου.


Έχεις νιώσει ποτέ ότι δεν υπάρχει κανείς,που κοιτώντας τον στα μάτια,θα δεις την άχαρη ύπαρξή σου να αναδύεται κι έπειτα να διαχέεται σ' όλο το δωμάτιο;


Έχεις νιώσει ποτέ,τα φώτα στο σκοτάδι να σε καίνε και να αφήνουν στο δέρμα σου εγκαύματα-που αν κι αόρατα-να σε πονούν,τόσο που να σε κάνουν να ουρλιάζεις;Κανένα όμως ουρλιαχτό σου δεν ακούγεται.Σ' έχουν φυμώσει.


Έχεις νιώσει ποτέ την καρδιά σου να ζητά εναγωνίως να γευτεί όλες τις μουσικές,όλες τις αλήθειες κι όλες τις μυρωδιές του κόσμου;Κι όμως να μην μπορεί να τις ζήσει,παρά μόνο μέσα στα επίμονα όνειρά σου;Τότε,δυσκολεύεσαι να διακρίνεις την αλήθεια από το όνειρο.Είναι άλλωστε λέξεις ασύμβατες και έννοιες αποκλίνουσες.


Έχεις νιώσει ποτέ ότι σε χτυπούν αλύπητα οι αναμνήσεις και σε τραβούν πίσω;Σε κρύβουν από τους ανθρώπους κι από τη σιωπή;


Έχεις νιώσει ποτέ ένα-ένα τα λόγια να έρχονται απειλητικά και να θρονιάζονται στο μυαλό σου;Κι ενώ ξέρεις ότι είναι προδιαγεγραμμένα απραγματοποίητα,εσύ βλακωδώς να επενδύεις σε αυτά;


Αλήθεια,νιώθεις ποτέ;

Mπορώ;Μπορώ...


Μιλώ στο «εσύ»
Κι είναι τεράστιο και δυνατό τούτο το «εσύ»
Αδιαφορώ.
Πάψε λοιπόν εσύ, να αγοράζεις όμορφα ψέματα
Πάψε να με κοιτάς με τα μάτια σου
Κοίτα την ουσία μου, δεν είναι δύσκολο
Άκου με την καρδιά σου
Ανακάτεψε λίγο τα χρώματα
Όχι μόνο την τράπουλα
Παίξε με τις λέξεις
Μάντεψε τις μουσικές
Αγνόησε τις επιταγές
Της μόδας και των άλλων
Άκου μόνο την προπαγάνδα των δικών σου παλμών
Κι ονειρέψου, όσο κι όποτε μπορείς
Σβήσε το χτες
Πάρε μελάνι κι άρχισε να γράφεις
Θα δεις αποκαλύψεις κι αλήθειες
Μερικές, ναι, θα είναι τρομακτικές, δε στο αρνούμαι
Άλλες όμως θα είναι τόσο όμορφες
Όμορφες με τα δικά σου κριτήρια
Αυτά που ούτε σε καλούπια μπαίνουν
Ούτε σε στενά πλαίσια
Τα στεγανά δεν είναι για εσένα
Το ξέρω
Θα κουραστείς
Το ξέρω κι αυτό
Έχεις όμως το δικαίωμα
Να χτίσεις δικό σου κόσμο
Και να μαγευτείς από τη δημιουργία
Μάθε ν’ αγαπάς κι όχι να φοβάσαι
Προσπάθησε έστω…
Εσύ…
...............
Eγώ...
Μπορώ να φτάσω τη βουνοκορφή και να κολυμπήσω στον Ειρηνικό. Μπορώ να φτύσω στο πρόσωπο τη ρουτίνα και να την απαρνηθώ.
Μπορώ ακόμα να κάνω ταξίδια και να μαζέψω λουλούδια και νότες. Μπορώ να αγαπήσω και να αγαπηθώ, όσο ποτέ κανείς δεν αγαπήθηκε, ούτε θα αγαπηθεί. Μπορώ να πετάξω πάνω από τις στέγες των σπιτιών. Μπορώ να πλέξω τα μαλλιά μου με αστέρια κι αλήθειες. Μπορώ να απολαύσω μια ποδηλατάδα υπό το σεληνόφως. Μπορώ, γιατί είμαι εγώ, γιατί θέλω, γιατί δε φοβάμαι τίποτα. Μόνο ελπίζω… Ονειρεύομαι γιατί μπορώ. Και μπορώ, γιατί ονειρεύομαι. Γελώ δυνατά για να ξορκίσω τους δαίμονες. Ζω, γιατί μπορώ να πεθάνω.


«Ε, κακομοίρη άνθρωπε»,είπε δυνατά. «Μπορείς να μετακινήσεις βουνά, να κάμεις θάματα κι εσύ να βουλιάζεις στην κοπριά, στην τεμπελιά και την απιστία. Θεό έχεις μέσα σου, Θεό κουβαλάς και δεν το ξέρεις, το μαθαίνεις μονάχα την ώρα που πεθαίνεις, μα ‘ναι πολύ αργά».
Νίκος Καζαντζάκης




«Αν θέλεις να εστιάσεις στα σκατά ζεις και σ΄ έναν αντίστοιχο κόσμο. Αν θέλεις να εστιάσεις σε καινούρια πράγματα, τότε βγαίνεις έξω και τα ανακαλύπτεις. Αυτό αποτελεί σχεδόν υποχρέωση για τον καθένα. Να προσπαθεί να ανακαλύψει τον εαυτό του μέσα από το ενδιαφέρον του, που μπορεί να βρίσκεται και δίπλα του…»
Παύλος Παυλίδης




«Ό,τι δε συνέβη ποτέ, είναι ό,τι δεν ποθήσαμε αρκετά…»
Νίκος Καζαντζάκης
Αλήθεια,μπορώ άραγε;;;

Σκιές...



Νιώθει τον τελευταίο καιρό, όλο και πιο αποκρουστική. Πλένει τα χέρια της με σαπούνι κι οργή, μέχρι που να ματώσει. Ίσως ο πόνος και το αίμα που θα τρέξει, γίνουν αφορμή να την προσέξουν. Βαρέθηκε να είναι τόσο μόνη, να περνά τόσο απαρατήρητη.
Μακάρι να είχε φωνή. Μα δεν έχει. Κι όταν-τις λίγες αυτές φορές-που εμφανίζεται μια αχνή, μηδαμινή όσο κι η ίδια, φωνή, δεν έχει σάλιο για να μιλήσει. Το χειρότερο είναι ότι κανείς δε της δίνει νερό. Πνίγεται. Και δεν ήθελε τίποτα, τίποτα δεν απαιτεί. Παραείναι άλλωστε ευάλωτη κι αδύναμη για να απαιτήσει. Αγοράζει ένα σωρό ψευδαισθήσεις και ντύνεται μ’ αυτές. Το δικαίωμα ν’ αγοράζει ψέματα, κανείς δεν της το ‘χει στερήσει ακόμα. Τους βολεύει μάλλον, να δίνουν μια δικλείδα ονείρου στους αποκρουστικούς. Έτσι παραδομένοι σ’ αυτά, ποτέ δε θα προσπαθήσουν να μιλήσουν. Κι αν το κάνουν, θα αποτύχουν στα σίγουρα.
Νιώθει τυχερή, που οι σκιές της, της κάνουν πότε-πότε παρέα. Γεννά το μυαλό της άπειρα σχέδια, τα οποία αβασάνιστα μετουσιώνονται σε σκιές. Μπορεί και να είναι η μοναδική ύπαρξη στη γη που αγαπά τις σκιές. Μιλά, βρίζει, χτυπά, χλευάζει τις σκιές. Αυτές δεν αντιδρούν. Πληρώνει με το ίδιο αντίτιμο. Ποιος ξέρει, ίσως εφαρμόσει σύντομα το ίδιο και στους ανθρώπους.
Προς το παρόν, παραμένει εξίσου αποκρουστική. Σκυφτή περπατά. Κρίμα, κι ήθελε τόσο πολύ να κοιτά τους ανθρώπους στα μάτια. Τα δικά της μάτια είναι καφέ και κοιτούν πολύ βαθιά. Κοιτούν άλλοτε το κενό κι άλλοτε τις σκιές της.
Το πιο περίεργο όλων, είναι ότι δε φοβάται. Είναι το μοναδικό συναίσθημα που δεν έχει ποτέ της βιώσει. Τρέμει, βέβαια πού και πού, αλλά μόνο από το κρύο και την παγερή αύρα των σκιών της. Ποτέ από φόβο.
Ώρες-ώρες, δε θέλει κανέναν στο δωμάτιο της, Κλείνει τότε σ’ ένα παλιό μπαούλο, που είχε αγοράσει τότε, απροσδιόριστα πότε, μαζί με μπόλικες παραισθήσεις, όλες τις σκιές. Και μένει μόνη. Αυτή και το σκοτάδι της. Αυτή κι οι ελεγείες της. Αυτή κι οι σκέψεις της. Σκέφτεται. Κι ας μην έχει σταθεί ποτέ κανείς από τους «άλλους» για να ακούσει απλά τις σκέψεις της, Κι εσύ στους «άλλους» ανήκεις, μην παραξενεύεσαι.
Είσαι ένας «άλλος», που αρνείται, ίσως και να μην ξέρει καν, γιατί δεν τον μάθανε, να κοιτά τις αποκρουστικές φιγούρες. Μπορεί επειδή του θυμίζουν τόσο πολύ τον εαυτό του. Μπορεί επειδή φοβάται τη μαγεία των σκιών…


Κοίτα με, είμαι εδώ. Είμαι άνθρωπος κι ας μιλώ με σκιές. Κι ας αγαπώ τις σκιές…

Μνήμη.


Ξυπόλητη είναι η μνήμη σήμερα
Και γυμνή, όπως πάντα
Θέλει να νιώθει τη λάσπη που πατά
Και να αισθάνεται τα σαλιγκάρια που τυλίγουν τα μαλλιά της
Ακούει μουσική, γιατί δε θέλει να περπατά μόνη της
Αγγίζει με τις άκρες των δαχτύλων της τις αράχνες και τις φιλά,
Όπως κανείς ποτέ δε φίλησε, όπως ποτέ δε θα ξαναφιλήσει
Παίζει βιολί
Χαμογελά ενώ κλαίει και κολυμπά σε δάκρυα κι αρνητισμό
Σκιτσάρει τις αλήθειες
Μα πολύ γρήγορα βαριέται τα σχέδια και τα μουντζουρώνει
Κι έπειτα τα ξαναφτιάχνει
Και πάλι από την αρχή
Επανάληψη και νότες
Εσύ απλά έκθαμβος παρατηρείς το ταξίδι της
Δε σε νοιάζει, δεν μπορείς άλλωστε να εξηγήσεις
Τι; Πώς; Γιατί;
Δεν χωρούν τα ερωτηματικά στο φόβο
Δεν αμβλύνουν τις αιχμές του, όσο και να προσπαθούν
Η μνήμη σε ξεγελά, σε χλευάζει, σε σπάει
Σου χαρίζει απλόχερα την ήττα
Κι εσύ την ευλογείς
Την αγαπάς, όσο κι αν η απάτη σε βοηθά να τη μισήσεις
Σε ξεγυμνώνει κι εσένα
Όχι από ντροπή για τη δική της γύμνια
Από ανάγκη για συμφιλίωση με την υπόθεση
Σε σπάει η μνήμη και σε λυτρώνει συνάμα
Συμπληρώνει τα κενά της ιστορίας
Ποτέ δεν κόβεται ο ομφάλιος λώρος
Παιδί της είσαι κι εσύ
Δεν ξεφεύγεις από τα δίχτυα της
Σε σπάει…

Υποκριτική.

...






Κοιτώ τα φώτα του δρόμου. Παίρνουν κάτι υπέροχες μορφές, σχεδόν υπερκόσμιες. Κλείνω τα αυτιά μου. Δε θέλω να ακούω άλλο τα ουρλιαχτά του δρόμου, ούτε τις σιωπές των ανθρώπων. Αυτές είναι κι οι τρομακτικότερες.
Μετρώ –ώρες τώρα-τα χρόνια της ανυπαρξίας μου πάνω σ’ αυτό το άγονο έδαφος. Δεν είναι πολλά. Μπορεί και ποτέ να μη γίνουν. Υπαρξιακές αναζητήσεις, θα πεις. Ίσως…
Σκέφτομαι ότι μέσα στην απόλυτη παραδοχή της επανάληψης και την απαρασάλευτη περιοδικότητα των κινήσεων, τίποτα δεν έκανα πραγματικά δικό μου. Απλά άτσαλα βούλιαζα στη ρουτίνα, την άθλια ρουτίνα. Και μάλλον τίποτα δεν ένιωσα. Έπαιζα απλά-παίζω για την ακρίβεια-θέατρο σε μια εντυπωσιακή αυλαία ενός προκαθορισμένου χωροχρόνου. «Κύριες και κύριοι, η παράσταση αρχίζει». Είμαι ηθοποιός, μια από τις πιο διακεκριμένες. Υποκρίνομαι, μα δε νιώθω. Δεν πρέπει άλλωστε.
Φοβάμαι να κοιτάξω πέρα από τα φώτα του δρόμου. Το «πέρα» κρύβει το άγνωστο. Κι αυτό, δύσκολα το προσεγγίζουν οι άνθρωποι, ίσως γιατί τους αυτοπροσδιορίζει. Είναι όντως εκνευριστικά αυτοπροσδιοριστικό το άγνωστο.
Σβήσαν τώρα τα φώτα. Αυτά του δρόμου, γιατί τα άλλα, της αυλαίας, θα είναι αναμμένα μέχρι τέλους, για να καλύπτουν τα ψεγάδια και να υπερτονίζουν τις αδυναμίες των ηθοποιών. Σχήμα οξύμωρο.
Παραδοχή, φίλε μου. Παραδοχή κι υποταγή στο αναπόφευκτο. Συμβιβασμός…

Πότε;


Εκνευρίζομαι…Όχι, διορθώνω. Το εκνευρίζομαι είναι λέξη άχρωμη. Κι εγώ θέλω να μιλώ με χρώματα. Απελπίζομαι…Χρώμα κόκκινο ή μπλε..
Απελπίζομαι, γιατί νιώθω ότι όσα γράφω πλέον, δεν είναι τίποτα άλλο παρά χιλιοειπωμένα-με καλύτερο και εντυπωσιακότερο τις περισσότερες φορές τρόπο-λόγια εκατομμύρια ανθρώπων. Μη βιαστείς για μια ακόμα φορά να με χαρακτηρίσεις. Δεν επιδιώκω να ικανοποιήσω το αυτάρεσκο εγώ μου, ούτε το φιλήδονο και άκρως ανύπαρκτο συγγραφικό μου ταλέντο, μέσω της διαφοροποίησης. Τρομάζω όμως, βλέποντας ότι όλα όσα αισθάνομαι είναι πεζά και καθημερινά και το φοβερότερο όλων, τετριμμένα και ανθρώπινα.
Μάλλον αντιλαμβάνομαι την αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι, την τρομερή μηδαμινότητα της ύπαρξης μου. Σταγόνα σε ωκεανό πνοών, ζευγάρι μάτια σε έναν ατέλειωτο κήπο βλεμμάτων.
Όμως διεκδικώ τη μοναδικότητα των πεισματάρικων και επίμονων «γιατί»μου...(Δεν τα ονομάζω ψευδαίσθηση, γιατί η λέξη έχει πολλές αιχμηρές εγκοπές και δε θέλω άλλο να κοπώ). :
Άραγε, θα βρεθεί κάποιος που να καταλάβει τα «τώρα» και τα «φεύγω» μου; Που δε θα σταθεί απαθής στον αμήχανο τρόπο με τον οποίο ώρες-ώρες κοιτάζω το φεγγάρι ; Που θα αγαπήσει την ανόητη συνήθεια μου ,να ρουφώ στίχους και να χτίζω επίγεια και υπέργεια ουράνια τόξα, συλλέγοντας στιγμές και μουσική;
Από την άλλη, η κυριαρχική ύπαρξη των ονείρων μου, επιβεβαιώνει τις επιθυμίες μου. Αφού δεν υπάρχεις, δε θα σε χάσω ποτέ…Αφού δεν υπάρχεις, δε θα σε χάσω ποτέ…


Παρελθόν.



Κοίταξα από το βρόμικο παράθυρο και κανείς εν ζωή δεν ήταν μέσα. Φύσαγε μανιασμένα και φοβήθηκα τον τρόμο. Δεν μπορούσα άλλωστε να κάνω διαφορετικά, κρύωνα και αποφάσισα να μπω. Ξέρω πως ήταν μια πρόφαση, από τις πιο αστείες. Από καιρό ήθελα να μπω.
Έχεις νιώσει ποτέ ότι το παρελθόν πονά, πονά τόσο πολύ, που ακόμα και η υφή του είναι τραχιά και αιχμηρή και ματώνει; Και οι πληγές δυστυχώς ανεπούλωτες.
Τον τελευταίο καιρό, αισθάνομαι στο πετσί μου το παρελθόν να αναζητά να αποδράσει, να φύγει,να φύγει μακριά, γιατί δε θέλει να πληγώνει άλλο τους ανθρώπους. Δε θέλει να πληγώνει ούτε εμένα πια…
Μπήκα λοιπόν και είναι η πρώτη φορά μετά από καιρό, που δε δίστασα, που κανένα ανθρώπινο συναίσθημα δε με κατακυρίευσε. Λίγα μόνο δάκρυα, αλλά υποθέτω πως αυτά απλά έκαναν την εμφάνισή τους για να μου κρατήσουν συντροφιά.
Έκλεισα πίσω μου την πόρτα, που έτριζε. Αμέσως, άκουσα τις παιδικές φωνές μας και είδα στη φθαρμένη κόκκινη πολυθρόνα τη μητέρα μας, να κλείνει τα μάτια και να εγκλωβίζει τις αλήθειες, όπως έλεγε. Οι στιγμές πετούσαν κι ο παγερός άνεμος τις βοηθούσε να πάνε όλο και πιο ψηλά.
Από το πιάνο ακουγόταν το αγαπημένο σου τραγούδι και είναι στ’ αλήθεια μαγικό, πως ο πιανίστας δεν έκανε ούτε ένα λάθος, ούτε μια φάλτσα νότα δεν ακούστηκε.
Ω! Να και το κουτί με τις μαριονέτες, που είχες αγοράσει μισοτιμής σε ένα από τα ταξίδια σου. Σε ζήλευα για τα ταξίδια σου. Δεν πειράζει όμως, γιατί κι εγώ πια ταξιδεύω. Ταξιδεύω πολύ…Με τη μνήμη.


Ο άνεμος έσπασε το βάζο που σου είχα δωρίσει στη γιορτή σου. Τα πεσμένα του κομμάτια, άμορφα και ψυχρά έστεκαν στο πάτωμα και δε χαμογελούσαν. Έμοιαζαν τόσο πολύ με τα σπασμένα κομμάτια του παρελθόντος που οι άνθρωποι δε θέλουν να τα ξαναγγίξουν για να μην τους πονέσουν.
Εγώ όμως δεν είμαι από αυτούς που φοβούνται τον πόνο και το παρελθόν. Μπήκα λοιπόν…

ΑΝ...












Σκέφτομαι σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά, πώς θα ήταν η ζωή μου, αν πραγματικά ακολουθούσα τα «θέλω» μου.
Αν ξυπνούσα και τραγουδούσα τόσο που να έχανα τη φωνή μου. Αν ταξίδευα για να μοιραστώ τη μουσική και την αλήθεια, το γέλιο και το φόβο. Αν ο κόσμος μου ήταν μεγάλος, αδιάφορα πόσο. Αν ζούσα την αγάπη και πότιζα τα σύννεφα. Αν δεν τρόμαζα με τις αντιδράσεις των ανθρώπων. Αν τους παρατηρούσα, αν προσπαθούσα να τους καταλάβω. Αν πασπάλιζα την επιφυλακτικότητά μου με αστερόσκονη.
Αν έσβηνα με μια γομολάστιχα τα «σωστά» και τα «μήπως».Αν μιλούσα και δεν ψιθύριζα. Αν γύριζα ανάποδα τις αράχνες της μοναξιάς. Αν έβλεπα κατάματα τους ξένους και προσπαθούσα να μάθω λίγο από τη δική τους απόδραση. Αν έπαιζα άρπα.
Αν ξόρκιζα μια-μια τις αμφιβολίες. Αν αφουγκραζόμουν κι όχι απλώς κοίταζα τα δέντρα…
Αν άγγιζα με τα δάχτυλά μου το ακρόνειρο. Κι αν ακόμη άκουγα το τικ τακ της καρδιάς μου κι όχι του ρολογιού.
Αν ακροβατούσα στις στέγες των σπιτιών τη νύχτα που όλοι κοιμούνται και κανείς δεν υποψιάζεται…
Αν όλα αυτά τα «αν»,τα μετέτρεπα σε «ας»…

Βροχή.






Αγαπώ πολύ τη βροχή .Όχι ,όχι δεν την αγαπώ .Νιώθω τη βροχή…Είναι το ίδιο μυστηριώδης ,το ίδιο ειλικρινής με τα όνειρά μου. Κρύβει μέσα της τα «όχι» και τα «τι»,χορεύει και τραγουδά σ’ έναν αέναο ,μαγευτικό και συνάμα τρομακτικό ρυθμό. Ανέγγιχτη είναι και μυρίζει τόσο έντονα παρελθόν και θυμίζει τόσο δυνατά τη φυγή .Ενώνεται με τον άνεμο κι όταν κοπάσει ,λες κι όλα αλλάζουν, όλα καθαίρονται ,όλα ωριμάζουν και θέλουν να παλεύσουν, έτοιμα, θαρραλέα. Φεύγει κι αφήνει πίσω της, παγερά αδιάφορη, συνοθύλευμα χρωμάτων, αλλόκοτων αρωμάτων και ήχων ,ήχων άλλοτε φάλτσων ,άλλοτε αρμονικών ,μα τόσο γνωστών ,τόσο οικείων…
Η βροχή δείχνει το δρόμο στα όνειρα .Κι εγώ κάνω πολλά από δαύτα. Η βροχή είναι πηγή ζωής, κινητήριος δύναμη και πάθος .Η βροχή είναι μικρό πεντάγραμμο ,με νότες τις σταγόνες του νερού και μέτρο την ψυχή του ανθρώπου .Η βροχή είναι φόβος. Είναι φόβος, γιατί παραμένει αληθινή…
Η βροχή δεν υπάγεται στα επίγεια. Τα απαρνείται. Είναι μικρά τα επίγεια και άλλο τόσο μικρή η αξία όλων όσων ανήκουν σ’ αυτά.
Η βροχή είναι λύτρωση…


«Αν αυτά τα σύννεφα ζυγίζουν το βάρος που βαραίνει τις ανθρώπινες ψυχές…»

Μ ακούς;


Κοιμάμαι ανάμεσα σε σκέψεις
Και ανασφάλεια
Πάλι αυτή η καταραμένη λέξη
Πάλι και πάλη
Συνέχεια
Κοιμάμαι πάνω στις παλάμες μου
Πάνω στις σκέψεις
Δυστυχώς όνειρα δεν υπάρχουν
Κι αν υπάρχουν, είναι λίγα κι άτονα
Σχεδόν αηδιαστικά
Σχεδόν βαρετά και βρομερά
Η αμφιταλάντευση είναι για τους ανθρώπους
Ποιος ανόητος το είπε αυτό;
ο ύπνος γίνεται σιχαμερή συνήθεια
όνειρα δεν υπάρχουν πια
ούτε οράματα κι αλήθειες
αυτές έχουν χαθεί προ πολλού
με ένα ψαλίδι τα έχουν κόψει
τα έχουν τσακίσει με θεωρίες κι άριες
και λόγια όμορφα και φανταχτερά
όπως η ανούσια ύπαρξή τους
με ένα ψαλίδι έχουν κόψει τα όνειρα, τ ακούς;
μ’ ακούς;
με βλέπεις;
δε ζητώ να με καταλάβεις
ούτε εγώ άλλωστε δεν καταλαβαίνω
κι ο καθρέφτης είναι λάγνος ψεύτης, γαμώτο
τ ακούς; Μ’ ακούς; Με βλέπεις;;;
ξέρεις πόσο δύσκολο είναι να ακούς τους λεπτοδείκτες
κι όχι την καρδιά
να αγγίζεις επιφάνειες
κι όχι τις λέξεις;
Να σου κλείνουν τα’ αυτιά
Να μην ακούσεις τις σειρήνες
Να κολυμπάς και να πνίγεσαι
Να θέλεις αλλά να μην μπορείς
Και να γράφεις-αν γράφεις-για να ξεφύγεις από το πρέπει
Κι όχι για να γεμίσεις το είναι
Ξέρεις, η ζωή είναι μια διαδρομή κυκλική
Από το φόβο στην ωμότητα
Από την ωμότητα στην παραδοχή
Και πάλι από την αρχή
Κρατιέσαι;
Μπορείς;
Μην απαντήσεις
Κανείς δεν ενδιαφέρεται…

Επιφάνεια.




Οι άνθρωποι ανέκαθεν με παραξένευαν. Και με φόβιζαν και με γοήτευαν και με απειλούσαν συνάμα. Τελευταία, τους παρατηρώ ολοένα και περισσότερο: Τις αδρές γραμμές των προσώπων τους και τις ανεξήγητα αιχμηρές γωνίες του αρνητισμού τους. Έχεις παρατηρήσει ότι οι άνθρωποι αγοράζουν τα πιο ακριβά και καλογυαλισμένα ψέματα; Έχεις προσέξει ότι πασχίζουν να στολίσουν τη μηδαμινότητα της ύπαρξης τους με έναν αδιόρατο και επιβλητικό φόβο; Οι άνθρωποι σε χτυπούν αλύπητα , γιατί αρνούνται να σε κοιτάξουν στα μάτια, ίσως επειδή σύμφωνα με το χιλιοειπωμένο κλισέ, τα μάτια είναι ο καθρέφτης της ψυχής. Γελώ…Μάλλον γι’ αυτό τα μάτια μου ήταν ανέκαθεν μυστηριωδώς σκοτεινά. Υποθέτω πως δεν ανήκω στους ανθρώπους ,παρόλο που τα εξωτερικά μου χαρακτηριστικά δεν προδίδουν στο ελάχιστο το ότι βρίσκομαι σε έναν άλλο κόσμο. Γι αυτό άλλωστε, δε γίνεται αντιληπτή η διαφορετικότητα του «είναι» μου. Γιατί οι άνθρωποι αρέσκονται στο να κοιτούν την επιφάνεια. Όσο πιο εντυπωσιακή και καλογυαλισμένη είναι αυτή, τόσο περισσότερο τους αιχμαλωτίζει. Αιχμάλωτοι είναι οι άνθρωποι, να το θυμάσαι. Τις μέρες τους φορούν τα εκνευριστικά ίδια και απαράλλαχτα προσωπεία τους και προχωρούν σκυφτοί, με τα χέρια στις τσέπες, σα να αρνούνται το πάγωμα των χεριών. Ίσως δε θέλουν να ταυτιστεί μ’ αυτό της καρδιάς τους. Τις νύχτες τους από κατάδικοι, μετατρέπονται σε αγρίμια. Δε δείχνουν όμως το αληθινό τους πρόσωπο, ποτέ δεν αποχωρίζονται το προσωπείο τους. Το έχουν άλλωστε συνηθίσει και νιώθουν μ’ αυτό πανίσχυροι. Οι άνθρωποι δεν κάνουν όνειρα. Τα φοβούνται, γιατί οι άλλοι θα τους αποκαλέσουν αιθεροβάμονες και δειλούς, μπορεί και ανόητους. Ούτε μουσική ακούν πια, γιατί οι νότες, όσο γλυκές και να είναι, στα αυτιά τους ακούγονται φάλτσες και εχθρικές. Εχθρικές όπως κάθε εικόνα γύρω τους. Πλέον δε μιλούν ,γιατί τα λόγια όσο αφελή και να είναι αποκαλύπτουν κάτι-ελάχιστο, αλλά κάτι- πίσω από την αγαπημένη τους επιφάνεια. Ούτε τραγουδούν και φυσικά δε χορεύουν. Το τραγούδι κι ο χορός είναι απόρροιες των ονείρων κι αυτοί όπως θα έχεις ήδη καταλάβει δεν κάνουν από δαύτα. Ξέρεις, δεν τους μπορώ άλλο τους ανθρώπους. Όχι, μη βιαστείς να με αποκαλέσεις μισανθρωπίστρια ,δεν είμαι. Αγαπώ όμως υπερβολικά τα χρώματα που κρύβονται πίσω από τα σύννεφα και πίσω από τις αστραπές. Οι άνθρωποι όμως τα αρνούνται και τα απωθούν...Δεν τους μπορώ τους ανθρώπους, ούτε και την καθαρότητα των επιφανειών τους. Είμαι εκ φύσεως ακατάστατη και ναι, λατρεύω τη σκόνη πάνω στις επιφάνειες. Κυρίως επειδή δείχνει ότι κάπου κοντά υπάρχει ζωή και πάντα σε παρακινεί να δεις πίσω από αυτή, πέρα από αυτή…