Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Διαδικτυακές ντόπες, αιτήματα φιλίας, πρόσκαιρη χαρά, επεισόδια βιπερνόρα, τάγματα ανασφαλείας, γοητευτικά παραπετάσματα. Στιχάκια αραδιασμένα πλάι σε γόπες μισοτελειωμένες, παλιά σιντί, αναθυμιάσεις από παιδικά όνειρα, πάντα γελαστή και γελασμένη, πάντα μισοσίγουρη και μισοχαωμένη. Βρήκες τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, τις φθινοπωριάτικες μελαγχολίες, "να ντύνεσαι ζεστά γιατί έχει κρύο εκεί", "να μη φοβάσαι", ο χειρότερος φασισμός είναι ο φόβος και κατεψυγμένο κοτόπουλο στο ψυγείο να σου θυμίζει πως είσαι ανέπροκοπη και πως ευτυχώς υπάρχει ακόμα κάποιος που σε νοιάζεται. Συλλαβίζεις τον πυρετό σου, χορεύεις το "Διάφανο" μέχρι που να μη βαστάς άλλο και χαμογελάς ειρωνικά στο στίχο που λέει για το ψέμα που δε βλέπεις. Το βλέπεις, πώς δεν το βλέπεις! Προσποιείσαι όμως, το πασπαλίζεις και με 2-3 λόγια μπας και φανεί αληθινό. Κι έπειτα βγαίνεις αλώβητη και καθαρή, περιμένεις μέρες του φωτός και ας βρέχει συνέχεια εδώ. Κάθεσαι στη στάση και περιμένεις τα πάντα εκτός από το λεωφορείο. Στα σπίτια τέτοιες ώρες, κάποιοι κοιμούνται, κάποιοι μοιράζονται έρωτες, κάποιοι ψάχνουν την ολοκλήρωση, κάποιοι μια αξιοβίωτη επιβίωση. Πλεονασμοί, μα δε σε νοιάζουν οι ταιριαστές λέξεις, αταίριαστα όλα πια, αλλάζεις ρώτα μπας και βγει κάτι από τα μη σωστά. Μια σακούλα γεμάτη βιβλία, ένα σπίτι γεμάτο μουσικές και άπλυτα πιάτα, μια αυταπάτη γι' αρχή και ένα παραπεταμένο παλτό έτοιμο για χειμώνες. Το σκυλί που σ' ακολούθησε μέχρι το αμφιθέατρο, ο πρωινός καφές, το ανατίναγμα του βιολογικού ρολογιού. Ηδονίζεσαι στη σκέψη ενός ζεστού καφέ με εκείνο το χαμόγελο το απόκοσμο, στις ταινίες τις δύστροπες, στα καλλιτεχνικά στέκια, στον αγώνα, σε εκείνον που έρχεται, ολοένα έρχεται. Διαβάζεις άρθρα, διαλείμματα για ποινικά εγκλήματα και έμμεσες αυτουργίες και τους δίνεις μια, τα παρατάς και κλείνεις δυνατά την πόρτα. Βαριέσαι εύκολα, μια αιωνιότητα και μια μέρα, η ήττα η τόσο ερωτεύσιμη, τα χέρια, οι φλεβίτσες που ξεπετάγονται αυθάδικα, οι σπίθες που ψάχνουν για διέξοδο. Κι εσύ βρε παιδί μου, πολύ αργείς. Όμορφα που μιλάνε στην πόλη σου! Ό,τι σου θυμίζει εκείνον κι είναι πολλά, πεζότητες και φθαρτά περιβλήματα, τα κάνεις κουβάρι και το πετάς πίσω από τον καναπέ. Τις καλημέρες, τα ψόφια κέφια, τα σαγαπώ που ποτέ δεν ακούστηκαν, τ΄αγγίγματα τα αιχμηρά. Τα οράματα και τα ιδανικά, είσαι ιδεολόγος εσύ, μην το ξεχνάς! Δε σ' αναγνωρίζεις πια και σε φοβίζεις. Τι να πεις, όλο ασυναρτησίες. Κι όλο πράγματα που θες, μα δεν έχεις τρόπο να τα πιάσεις. Βρέχει πάλι στην πόλη σου ρε κορίτσι!

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

Άτιτλο.

Kρυώνω κι εσύ δεν είσαι εδώ να με σκεπάσεις. Να με χαϊδέψεις διστακτικά στο κεφάλι και να πετάξεις απαλά και γοητευτικά άτσαλα μια κουβέρτα στα πόδια μου, έτσι που με πήρε ο ύπνος στον καναπέ, χωρίς να το καταλάβω. "Τι έπαθες κορίτσι μου", χίλιες φορές ειπωμένο κι εντεχνίλες για πολύ προσωπικούς νταλκάδες ν' ακούγονται σιγανά. Δε σ' έχω εδώ να σου πω πως χρωστάω ακόμα Ποινικό, πως έκοψα το κάπνισμα για νιοστή φορά και πως έμαθα να αφουγκράζομαι αλήθειες. Ούτε να σου πω για τον πυρετό μου και τα τεχνάσματα τα παιδικά μου. Κλάματα το χάραμα, ακουστικά και μουσικές, συνοθύλευμα καπνού κι αλκόολ, με τι να μεθύσω, με τι να ξεχαστώ τώρα πια. Δεν είναι που σ΄έχασα, είναι που ποτέ μου δε σε βρήκα. Σε μισώ κι αργοπεθαίνει η σκέψη σου μέσα μου, σχεδόν οδυνηρά. Να με ρωτάν οι φίλοι πώς με λένε και ν' απαντώ ασυνάρτητα μισόλογα. Να θυμάμαι πόντο πόντο την ύπαρξή σου, την ελιά στο λαιμό σου, τα μελιά βλέμματα, τα χέρια τα καλοκαμωμένα. Και να μπερδεύω ποιος έρωτας υπήρξε, ποιος μεταρσιώθηκε και ποιον φαντάστηκα. Κάνω πως είμαι χαρούμενη και με πνίγουν εκείνα εκεί τα ωραία τα "χαζό μου". Κάθομαι και πλάθω τις πεζότητές μας σε ωραιοπάθεια. Και θέλω εσένα, θέλω να δώσω, θέλω να μοιραστώ, τα θέλω όλα κι όλα λείπουν. Δεν μπορώ να με πείσω ότι θα ζω με αυτό το έλειμμα και το κενό που δε συμπληρώνεται, δε γεμίζει και πολύ περισσότερο δε κατατροπώνεται. Κι ας μην είμαι δυνατή κι ας προσπαθώ να σε κάνω να δεις πως είμαι. Κι ας ξεχνάω την τηλεόραση ανοιχτή, για ν' ακούω καμιά φωνή, κανά ήχο πού και πού, μέσα στον ύπνο, μέσα στη φρικτή τη μοναξιά, μέσα στο παρανοϊκό μου παραλήρημα. Ήρθαν τα κορίτσια χίλιες φορές για παρηγορητικά ξενύχτια, τι να πουν και οι καημένες. Να βοηθηθώ εγώ πρέπει, να αναγεννηθώ από τις στάχτες εκείνης της φωτιάς που μάταια λέω, θα αναζωπυρωθεί, πού θα πάει. Ολότελα σβησμένη η φωτιά, ολότελα χαμένος κι εσύ κι ό,τι αντιπροσώπευες. Σ' ακούγομαι μίζερη. Είμαι μάλλον. Λέω πάλι, να, θα πατήσω την επανεκκίνηση κι όλα θα γίνουν όπως πριν. Και με πριονίζει ακόμα περισσότερο το κρύο, οι άνθρωποι, τα λόγια, τα τραγούδια. Μιας και ποτέ μου δε σ' άγγιξα, μιας και δειλότητες με καθήλωναν πάντα σε πλάνες λογικές. Να μη με μάθεις, να μη με γνωρίσεις, να μην αφεθώ, τα πρέπει και τα μη. Ευχαριστήθηκες τώρα; Βρέχει θριαμβευτικά και μαίνεται πόλεμος στην ταράτσα μου το επόμενο δίμηνο. Θα ανεβαίνω να θυμάμαι όλα εκείνα που φαντάστηκα πως θα περνούσαμε μαζί, μα δεν είχα μιλιά να στα αποτυπώσω, δεν είχα χέρια να τα σχηματοποιήσω, δεν είχα καν μάτια, μπας και μιλούσαν δαύτα αντί για 'μένα τα σκασμένα. Αλλά εσύ σιγά μην καταλάβαινες, όλα για 'σένα μαθηματικά. Και τώρα τι; Ας είναι να περάσουν όλα γρήγορα! Δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω για ν' αλλάξει η μελαγχολία, τα φθινοπωρινά αγγίγματα με νέες γνωριμίες με αηδιάζουν, τα αλλόκοτα με απωθούν, εσύ εσύ εσύ και μόνο εσύ στη σκέψη. Ας χαθείς κι εσύ με τη βροχή, κουράστηκα να θυμάμαι, κουράστηκα να βουλιάζω, κουράστηκα να γράφω ερωτόλογα που ποτέ δε θα σου στείλω, που θα μετανιώσω.
Θέλω να κουρνιάσω στο παραμιλητό σου, μ' ακούς;