Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

Άτιτλο.

Kρυώνω κι εσύ δεν είσαι εδώ να με σκεπάσεις. Να με χαϊδέψεις διστακτικά στο κεφάλι και να πετάξεις απαλά και γοητευτικά άτσαλα μια κουβέρτα στα πόδια μου, έτσι που με πήρε ο ύπνος στον καναπέ, χωρίς να το καταλάβω. "Τι έπαθες κορίτσι μου", χίλιες φορές ειπωμένο κι εντεχνίλες για πολύ προσωπικούς νταλκάδες ν' ακούγονται σιγανά. Δε σ' έχω εδώ να σου πω πως χρωστάω ακόμα Ποινικό, πως έκοψα το κάπνισμα για νιοστή φορά και πως έμαθα να αφουγκράζομαι αλήθειες. Ούτε να σου πω για τον πυρετό μου και τα τεχνάσματα τα παιδικά μου. Κλάματα το χάραμα, ακουστικά και μουσικές, συνοθύλευμα καπνού κι αλκόολ, με τι να μεθύσω, με τι να ξεχαστώ τώρα πια. Δεν είναι που σ΄έχασα, είναι που ποτέ μου δε σε βρήκα. Σε μισώ κι αργοπεθαίνει η σκέψη σου μέσα μου, σχεδόν οδυνηρά. Να με ρωτάν οι φίλοι πώς με λένε και ν' απαντώ ασυνάρτητα μισόλογα. Να θυμάμαι πόντο πόντο την ύπαρξή σου, την ελιά στο λαιμό σου, τα μελιά βλέμματα, τα χέρια τα καλοκαμωμένα. Και να μπερδεύω ποιος έρωτας υπήρξε, ποιος μεταρσιώθηκε και ποιον φαντάστηκα. Κάνω πως είμαι χαρούμενη και με πνίγουν εκείνα εκεί τα ωραία τα "χαζό μου". Κάθομαι και πλάθω τις πεζότητές μας σε ωραιοπάθεια. Και θέλω εσένα, θέλω να δώσω, θέλω να μοιραστώ, τα θέλω όλα κι όλα λείπουν. Δεν μπορώ να με πείσω ότι θα ζω με αυτό το έλειμμα και το κενό που δε συμπληρώνεται, δε γεμίζει και πολύ περισσότερο δε κατατροπώνεται. Κι ας μην είμαι δυνατή κι ας προσπαθώ να σε κάνω να δεις πως είμαι. Κι ας ξεχνάω την τηλεόραση ανοιχτή, για ν' ακούω καμιά φωνή, κανά ήχο πού και πού, μέσα στον ύπνο, μέσα στη φρικτή τη μοναξιά, μέσα στο παρανοϊκό μου παραλήρημα. Ήρθαν τα κορίτσια χίλιες φορές για παρηγορητικά ξενύχτια, τι να πουν και οι καημένες. Να βοηθηθώ εγώ πρέπει, να αναγεννηθώ από τις στάχτες εκείνης της φωτιάς που μάταια λέω, θα αναζωπυρωθεί, πού θα πάει. Ολότελα σβησμένη η φωτιά, ολότελα χαμένος κι εσύ κι ό,τι αντιπροσώπευες. Σ' ακούγομαι μίζερη. Είμαι μάλλον. Λέω πάλι, να, θα πατήσω την επανεκκίνηση κι όλα θα γίνουν όπως πριν. Και με πριονίζει ακόμα περισσότερο το κρύο, οι άνθρωποι, τα λόγια, τα τραγούδια. Μιας και ποτέ μου δε σ' άγγιξα, μιας και δειλότητες με καθήλωναν πάντα σε πλάνες λογικές. Να μη με μάθεις, να μη με γνωρίσεις, να μην αφεθώ, τα πρέπει και τα μη. Ευχαριστήθηκες τώρα; Βρέχει θριαμβευτικά και μαίνεται πόλεμος στην ταράτσα μου το επόμενο δίμηνο. Θα ανεβαίνω να θυμάμαι όλα εκείνα που φαντάστηκα πως θα περνούσαμε μαζί, μα δεν είχα μιλιά να στα αποτυπώσω, δεν είχα χέρια να τα σχηματοποιήσω, δεν είχα καν μάτια, μπας και μιλούσαν δαύτα αντί για 'μένα τα σκασμένα. Αλλά εσύ σιγά μην καταλάβαινες, όλα για 'σένα μαθηματικά. Και τώρα τι; Ας είναι να περάσουν όλα γρήγορα! Δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω για ν' αλλάξει η μελαγχολία, τα φθινοπωρινά αγγίγματα με νέες γνωριμίες με αηδιάζουν, τα αλλόκοτα με απωθούν, εσύ εσύ εσύ και μόνο εσύ στη σκέψη. Ας χαθείς κι εσύ με τη βροχή, κουράστηκα να θυμάμαι, κουράστηκα να βουλιάζω, κουράστηκα να γράφω ερωτόλογα που ποτέ δε θα σου στείλω, που θα μετανιώσω.
Θέλω να κουρνιάσω στο παραμιλητό σου, μ' ακούς;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου