Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

Fil.


Πρέπει  να έχω χάσει το μέτρημα. Αναπνέω μέσα από αυταπάτες, ούτε κι εγώ πια ξέρω πόσες. Απαγκιστρώνομαι από τις πιο άχαρες ελπίδες, που σε ξεπουλάνε για το τίποτα, σε ανύποπτο χρόνο. Να, γέρνεις το κεφάλι σου λίγο, παίζεις τα μάτια σου δυο τρεις φορές, τινάζεις βαριεστημένα τις βλεφαρίδες σου και όλα τα όνειρα που με προσοχή και-σχεδόν ιεροτελεστικά -είχες συλλέξει εξανεμίζονται, φεύγουν και σ' αφήνουν πάλι μόνη σου με όλες εκείνες τις ανασφάλειες που ορθώνουν οχυρά γύρω σου και σε πνίγουν μέρα τη μέρα και δε σ' αφήνουν πια να αναπνεύσεις χίμαιρες.
Ε τι να σου πω, ότι σ' ευχαριστώ που εκθείαζες τα μάτια μου και τα λόγια μου; Που με θεωρούσες ένα αποκούμπι σε κάθε δύσκολη στιγμή σου, λες κι εγώ δε φοβάμαι ποτέ, λες κι εγώ έιμαι η αήττητη κι η ατσάλινη. Δε σε κατηγορώ, ήθελα να με υπολογίζεις. Αλλά. Κουράστηκα. Θέλω να τα σβήσω όλα και να κάνω κάτι επιτέλους για 'μενα. Να ερωτευτώ, να δω, να μάθω, να αναπνέω όνειρα, όνειρα και όχι ψευτιές. Κόκκινα και πορτοκαλιά. Κανένα άλλο χρώμα. Ειλικρινά, δεν μπορώ να αποφασίσω αν όλο αυτό με 'σενα, με 'μενα, με την κατάστασή μας τέλος πάντων, μου έκανε καλό. Σίγουρα με στιγμάτισε. Ναι, μη γελάς. Ξέρεις τι είναι να είσαι ένα μικρό, τοσοδά ανθρωπάκι, κλεισμένο στον μικρόκοσμό του και ξαφνικά να έρχεται ένα χέρι, να τ 'αρπάζει σχεδόν γοητευτικά βίαια και να του ζητά έπειτα βοήθεια για αντάλλαγμα; Κι αγάπη, ας πούμε. Λες κι είχα αποθήκες από δαύτη κι από μιαν αάλλη, την αυτοπεποίθηση. Τίποτα δεν είχα, όχι πλησμονή, ούτε για δείγμα.Αλήθεια δε θέλω να ζω με ένα γιατί στο στόμα,  πες κάτι, δώσε μου μια υποτυπώδη εξήγηση γι όλα αυτά.
Γιατί λες ότι θες; Ενώ εγώ... Τέλος πάντων, πάλι μπερδεμένα ασυνάρτητα λόγια.
Να ναι καλά πάντως και τούτο το έρημο το τετράδιο που αντέχει τους παραλογισμούς. Ναι, ναι, μα και βέβαια, σε καταλαβαίνω.
ΜΗ με πιστέψεις, τίποτα δεν κατάλαβα. Τίποτα.




Πέμπτη 14 Ιουλίου 2011

Αθηνά.



Θα θελα να με λένε Νεφέλη και να έχω κατσαρά μαλλιά.
Να ντύνομαι σε κάτι εκκεντρικά χρωματιστά υφάσματα σαν εκείνες τις 50αρες που τις βλέπεις και λες πως έχουν σίγουρα ζήσει με όλο το είναι τους αυτό που λέμε δώσιμο.
Μόνο να γράφω κόκκινα πράγματα και ποτέ μαυρίλες και χιλιοειπωμένα ερωτόλογα σε κάποιον άγνωστο γνωστό.
Να είχα πει την αλήθεια στο μοναδικό άνθρωπο που μου γνώρισε τι θα πει πλατωνικός έρωτας. Και εφηβεία.
Να μπορώ όλες αυτές τις λέξεις που σκαν στο κεφάλι μου και με κάνουν να μην μπορώ να σταθώ όρθια, να τις βάλω σε μια σειρά και να διαγράψω επιτέλους όλα εκείνα τα κλισαρισμένα.
Να με θυμηθώ στα παλιά, τα όμορφα και τα ξεθωριασμένα, αλλά έντονη και φευγάτη, όπως πάντα θα ήθελα.
Και πιο πολύ θα θελα το "θα θελα" να το μετατρέψω σε "το έκανα".

κΑΣΤΡΑ



Αυτό το "σςς" σα σύρσιμο φιδιού που ώρες τώρα
κρατάς στις άκρες των χειλιών σου
θα θελα στ' αλήθεια να ρθω να στ' αρπάξω.
Βουλημικά κι αχόρταγα θα το κατατρώω
ενώ εσύ άπραγος δε θα χεις σάλιο να αρθρώσεις λέξη
ούτε δύναμη να μου βαστάξεις τα χέρια
για να μην ψηλαφίσω πόντο από τη δήθεν ύπαρξή σου.
Ναι,προσπαθώ να σε χωρέσω σε κόμματα
και αμφιβολίες
δε θες να με καταλάβεις
αν και προσποιείσαι.
Κι εγώ το κάνω.
Να αλληλοκατασπαραχθούμε
γιατί αυτό μας υπέδειξαν οι έρωτες;
Κι έπειτα να κάνουμε τεχνητές αναπνοές
μπας και περισώσουμε τίποτα
από ό,τι μυρίζει θάνατο;
Να σωπάσουμε και να γλειφουμε σα σκυλιά
τις πληγές
που ο ένας προκάλεσε στον άλλον
από χίμαιρες αγάπης
και δήθεν σεβασμούς-τόσο άλλωστε τους επικαλούμασταν;
Πες το ναι, κι ας είναι ψέμα
σαν κι αυτά που βεβήλωσες
σαν κι εκείνα που
σ' αράδιαζα για να κρύβομαι
από τη νωχελικότητα της δειλίας μου.
Αγάπη μου, μεγαλώσαμε
για παραμύθια.

Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

Φ.^2



Σάρκινος Λόγος-Γιάννης Ρίτσος




Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου. Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.
Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα.
Καλυμένη ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο
διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.
Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα.
Ἀρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα.
Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ,
τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.
Πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο.
Μιὰ γυάλινη σφαῖρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.
Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου.
Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις. Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη.
Ἕνας πέτρινος ταῦρος πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα.
Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.
Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.
Ψηλὰ στὸν ἀέρα ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα.
Φυλάξου. Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου.
Τὸ τρίχωμα τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.
Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα.
Κάτω ἀπὸ τὴ κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα,
πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα, σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση.
Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.
Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2011

Φ.

Πλέον είμαι πεπεισμένη πως κάποιες ιστορίες σαν και αυτήν-ιστορίες ή παραμύθια ( ; ), δεν έχω αποφασίσει ακόμα πως να τις βαφτίσω-είναι τρομακτικά απρόβλεπτα προδιαγεγραμμένες, μέσα σ' όλες τους τις αντιφάσεις. Για παράδειγμα, σου αφήνει ακόμα την ίδια  αίσθηση η καλημέρα μας ή το αντίο μας; Εγώ νομίζω πως όχι. Κάθε φορά είναι αλλιώτικος ο τρόπος που κοιταζόμαστε, μιας και άλλοτε έχει αυτό το απρόσμενο του πρώτου ραντεβού κι άλλοτε το ρουτινέ της ανάγκης για απόδραση. Η ιστορία μας. Δεν μπορείς ακόμα να διανοηθείς πόσο προσπάθησα, έτσι;  Παιχνίδια άνευ όρων. Καημένο μου. Δεν ξέρεις, ίσως και να μη μάθεις ποτέ. Κάθε που με γεμίζουν εκείνες οι καταραμένες μου οι ανασφάλειες, ξέρεις τι σκέφτομαι; Εσένα τον χειμώνα. Και δεν ξέρω γιατί τη διαλέγω πάντοτε αυτή την εποχή, λες και δεν έχει άλλες πιο ευχάριστες ο χρόνος. Αλλά τι να κάνω. Τότε σε θυμάμαι, μέσα στο χειμώνα, πολύ έντονα. Χειμωνιάτικος στριφογυρνάς και βάζεις στα ακροδάχτυλά σου κανέλες και θυμάρια-κλεμμένα από κάποιο τραγούδι μάλλον ή βγαλμένα από κεινα τα δίστι/υχα που σκαρώναμε νύχτες απραξίας και εσωτερισμών. Και έπειτα τριγυρνάς και βάζεις αχόρταγα το πρόσωπό σου στα μαλλιά μου και δε λες κουβέντα παρά μόνο ξαγρυπνάς δίπλα μου και μου λες κάτι ασυναρτησίες για πικραμύγδαλα και αγάπες.
Η ιστορία μας. Να μου μιλάς και να κάθομαι να ακούω ατέλειωτες διηγήσεις και μετά να σου λέω πως νυστάζω και πως πρέπει να φύγω και εσύ να μου κρατάς τα πόδια και να παίζουμε σα μικρά παιδιά. Σημαίνει πως είναι αργά και πως όλα θα ναι εντάξει σε λίγη ώρα. Σημαίνει πως το "αγαπώ, φιλί" της Μαλβίνας, στο έλεγε και σένα η μαμά σου όταν ήσουν μικρός. Σημαίνει πως το "μη μ αφήνεις" κρύβει εκείνα τα αλεπάλληλα "σεχρειάζομαι". Μη φοβάσαι και θα γράψουμε κι άλλα στην ιστορία, φτάνει να το θες.