Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

Αnd you 're still here.








[...]


Επειδή είμαι κάτι σαν καθρέφτης σου, γιατί υπάρχει μέσα μου κάτι που σε νιώθει και σου δίνει μια απάντηση. Και θα' πρεπε κανονικά, όλοι οι άνθρωποι να είναι τέτοιοι καθρέφτες και να επικοινωνούν έτσι ο ένας με τον άλλο..

Έρμαν Έσσε-Ο λύκος της στέπας



@The photograph is copyrighted by the photographer.

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

Aπέραντοι Δρόμοι.

...

Αυτά έγιναν λίγο-πολύ.
Στα είπα χίλιες φορές,με κάθε λεπτομέρεια.
Δε θα μου συγχωρούσες να ξεχνούσα τις λεπτομέρειες.
Έπειτα ξέσκισα αυτά που λέγονται μνήμες
και έβαλα αρκετό οινόπνευμα για να καούν.
Μες στη φωτιά ξεπηδούσε λίγο το βλέμμα σου
πότε η φωνή σου και πότε τα λόγια φίλων
και γνωστών.
Ηλίθιες μέρες πέρασαν
γεμάτες ανυπαρξία και
πάλι από την αρχή.
Μετά έπρεπε να βγω γιατί είμαι νέα.
Και βγήκα.
Και γκόμενες ασφάλτου γύρω μου περνούσαν υπέροχα.
Και χρώματα του κόσμου αναβόσβηναν εγωκεντρικά.
Κι εγώ ήπια και με έπεισα πως ξεαρρώστησα.
Και σχεδόν νόμισα πως δεν υπήρξες
και πως όλα ήταν μια αυταπάτη
από τις πιο αστείες.
Αστεία κι η ιστορία και και και.
Βαρέθηκα ύστερα και βάλθηκα να κάνω
πράγματα για τον εαυτό μου.
Πλήγωσα σάρκες
τσάκισα καρδιές
έβαλα κοκκινάδι στα χείλη
και ξεγελούσα τους περαστικούς.
Και μετά;Μετά πίστεψα έναν ευαίσθητο
άπορο που μου ψιθύρισε πως είναι όμορφη η ζωή
κι εγώ πολύ μικρή για να
λέω πως τελειώνουν οι απέραντοι δρόμοι.
Κι από τότε δίνω κέρματα στους πλανώδιους μικροπωλητές
κι ας μην αγοράζω ποτέ τίποτα από την πραμάτεια τους
απλά γιατί θυμάμαι την ιστορία και χαμογελάω.
Και σε θυμάμαι κι εσένα μερικές φορές.
Πιο πολύ σκοτεινό πια,πιο αδρό,πιο φευγάτο.
Ακόμα πιο φευγάτο.
Ακούω μερικές φορές και τα τραγούδια σου.
Λιγότερο.
Κάθε φορά όμως τρίζει εκείνη η φυγή.
Και τα γέλια σου ακούγονται πιο αχνά και τα χέρια μου ακόμα
θυμούνται τα ακροδάχτυλά σου.
Κι ολάκερη η ύπαρξή μου.
Μα αρχίζω και τα καταφέρνω.
Ψέματα λέω πάλι.
Μη
δώσεις
σημασία.

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2011

Καινούρια Ζάλη.

Και εσύ κάθεσαι απέναντι κι όλοι γύρω φαντάζουν πιο προσιτοί,πιο οικείοι,πιο δικοί σου και ακούγονται από την κιθάρα και το μπουζούκι Χαϊνηδες κι ολοένα κι αναθαρρείς και με κοιτάζεις χωρίς καλά καλά να ξέρεις.Κι εγώ ακόμα-από την άλλη-απορρώ,αν αυτό που βλέπω στα μάτια σου είναι απόρριψη,θαυμασμός ή αποζήτηση και τραγουδάω για ακροβάτες,έρωτες και θανάτους.
Ήθελα πολύ να σε φέρω εδώ,μιας και θυμόμουν αυτό που μου είχες πει κάποτε:"Σ' αυτά τα μικρά μαγαζιά,με τα καραφάκια και τον αλλόκοτο αγέρα,θαρρείς πως γίνονται όλοι ένα".Κι εγώ,δε στο κρύβω,ήθελα πολύ να γίνουμε ένα.Να ταυτιστούμε,να μην ξεχωρίζουμε πια και να καθίσουμε να πούμε όλες μας τις ιστορίες ξανά και ξανά.Κι έπειτα να σ΄ακούσω λίγο καλύτερα,να σκύψεις,να νιώσουμε 2 λεπτά αμήχανα,2 μόνο λεπτά και στο τέλος να θυμηθούμε πως τίποτα δεν αλλάζει κι ότι όλα εδώ πάνω γίνονται.Φταίει το κλίμα θα πεις κι εγώ μάλλον θα κάνω πως γελάω αδιάφορα,να υπερκαλύψω τα δάκρυα.
[....]
Και μετά θα παίζει Τρύπες κι όλοι θα έχουν συμπαρασυρθεί από τον ποιητικό οίστρο και μεις για πρώτη φορά θα ξεκόψουμε λίγο και θα πάμε κάπου μακριά,παρόλο που γύρω μας τα ποτήρια θα τσουγκρίζουν ακόμα με "γεια μας" και "ταξιδιάρες ψυχές".
[...]
Και μετά,μετά,σ' εκείνο το σπίτι το μικρό,που είναι γεμάτο βιβλία και μυρωδιές,θα ξαπλώσω στο ΄πράσινο σου κρεβάτι,ακούγοντας ακατάπαυστα ραδιόφωνο,όσο εσύ θα καπνίζεις λίγο στο σαλόνι,πότε μιλώντας για την Παρισινή Κομμούνα(μα,δεν άλλαξες καθόλου;;; ) και πότε σιωπώντας για να ακούσεις κι εσύ λίγο από τη μαγεία.Κι εγώ τότε,θα 'χω αγγίξει το όνειρο,εσένα,την απόλυτη φυγή στο αδύνατο.
Και το μόνο που μπορώ να σου υποσχεθώ είναι ότι στα σίγουρα θα προσπαθώ.

Υ.Γ:Εγώ,να ξέρεις,όλους μου τους φόβους τους αγαπάω.