Και εσύ κάθεσαι απέναντι κι όλοι γύρω φαντάζουν πιο προσιτοί,πιο οικείοι,πιο δικοί σου και ακούγονται από την κιθάρα και το μπουζούκι Χαϊνηδες κι ολοένα κι αναθαρρείς και με κοιτάζεις χωρίς καλά καλά να ξέρεις.Κι εγώ ακόμα-από την άλλη-απορρώ,αν αυτό που βλέπω στα μάτια σου είναι απόρριψη,θαυμασμός ή αποζήτηση και τραγουδάω για ακροβάτες,έρωτες και θανάτους.
Ήθελα πολύ να σε φέρω εδώ,μιας και θυμόμουν αυτό που μου είχες πει κάποτε:"Σ' αυτά τα μικρά μαγαζιά,με τα καραφάκια και τον αλλόκοτο αγέρα,θαρρείς πως γίνονται όλοι ένα".Κι εγώ,δε στο κρύβω,ήθελα πολύ να γίνουμε ένα.Να ταυτιστούμε,να μην ξεχωρίζουμε πια και να καθίσουμε να πούμε όλες μας τις ιστορίες ξανά και ξανά.Κι έπειτα να σ΄ακούσω λίγο καλύτερα,να σκύψεις,να νιώσουμε 2 λεπτά αμήχανα,2 μόνο λεπτά και στο τέλος να θυμηθούμε πως τίποτα δεν αλλάζει κι ότι όλα εδώ πάνω γίνονται.Φταίει το κλίμα θα πεις κι εγώ μάλλον θα κάνω πως γελάω αδιάφορα,να υπερκαλύψω τα δάκρυα.
[....]
Και μετά θα παίζει Τρύπες κι όλοι θα έχουν συμπαρασυρθεί από τον ποιητικό οίστρο και μεις για πρώτη φορά θα ξεκόψουμε λίγο και θα πάμε κάπου μακριά,παρόλο που γύρω μας τα ποτήρια θα τσουγκρίζουν ακόμα με "γεια μας" και "ταξιδιάρες ψυχές".
[...]
Και μετά,μετά,σ' εκείνο το σπίτι το μικρό,που είναι γεμάτο βιβλία και μυρωδιές,θα ξαπλώσω στο ΄πράσινο σου κρεβάτι,ακούγοντας ακατάπαυστα ραδιόφωνο,όσο εσύ θα καπνίζεις λίγο στο σαλόνι,πότε μιλώντας για την Παρισινή Κομμούνα(μα,δεν άλλαξες καθόλου;;; ) και πότε σιωπώντας για να ακούσεις κι εσύ λίγο από τη μαγεία.Κι εγώ τότε,θα 'χω αγγίξει το όνειρο,εσένα,την απόλυτη φυγή στο αδύνατο.
Και το μόνο που μπορώ να σου υποσχεθώ είναι ότι στα σίγουρα θα προσπαθώ.
Υ.Γ:Εγώ,να ξέρεις,όλους μου τους φόβους τους αγαπάω.