Σάββατο 26 Μαΐου 2012

Πληθυντικός αριθμός.

Ο έρωτας
όνομα ουσιαστικόν
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.
Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.
Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.
Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν, γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.

Κική Δημουλά-Πληθυντικός Αριθμός


Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Take me somewhere nice.



Kάτσε να δεις πώς το είπες...Πως η πόλη είναι αρκετά μεγάλη για να χαθούμε κι αρκετά μικρή για να σμίξουμε, ή κάτι παρόμοιο. Μυρίζει μελαγχολία σ' όλα γύρω αυτές τις μέρες και εγώ προσπαθώ να βρω ποια αυταπάτη μου πάει περισσότερο. Κάθε που κατεβαίνω στο κέντρο, χαμογελάω με το πλακάκι που γράφει "Το κεφάλι ψηλά!" και λογαριάζω πόσες μέρες απέμειναν για την επιστροφή. Με πικρία  χαμογελάω όμως, μη νομίζεις, γιατί πάντα τα μάτια είναι χαμηλωμένα και πάντα βλέπω το ίδο σύνθημα να μου θυμίζει πόσα δεν πρέπει να κάνω και τα κάνω. Πασχίζω να σκεφτώ μικρές λέξεις να ντύσω τα αισιόδοξα, μα χάνονται κι οι λέξεις και τα αισιόδοξα αστραπιαία. Φταίει ο καιρός, το κλούβιο μας κεφάλι, τι να πρωτοξεχάσω και με τι να δυναμιτίσω τις σκέψεις μου; Σε βλέπω στον άστατο ύπνο μου και ξυπνάω με δάκρυα. Καταντώ βιπερνόρα, ροζ και μελό. Βάζω τα πόδια μου στις εσοχές της απουσίας σου και λεκιάζονται ακόμα περισσότερο από τη μη αγάπη. "Μάτια μου". Πάντα μου φαινόταν ό,τι πιο ερωτικό και εύηχο, μα κάθε φορά που σε κοιτούσα μπούκωνα το στόμα μου με αερολογίες η δειλή, μην τύχει και στο πω. Εκθέτω τον εαυτό μου σε αράδες που ποτέ δε σου στέλνω. Τις γράφω μπας και μ' ερωτευτείς. Αλλά εσύ δεν το κάνεις-και σίγουρα δεν είναι επειδή δε διάβασες τις αηδίες μου. Nιώθω σαν εγκυμονούσα λαθών. Κι αυτή, η πόλη ρε γαμώτο, μόνο αντιφάσεις με κερνάει. Την ερωτεύομαι παθολογικά κι αυτή ολοένα με απορρίπτει.
Λέω να πάω ένα ταξιδάκι αναψυχής να δω τον Κυριάκο να με ξελαμπικάρει με τα όμορφα λόγια του και τα σχέδιά μου ναυαγούν στο τέταρτο. Ένα τέταρτο χρειάζομαι, όχι περισσότερο για να ακυρώσω όλα όσα ίσως βιώνω. Αντ' αυτού, καταλήγω στο να βλέπω "μικροπόλεις" και να κλαίω όχι γιατί σ' ερωτεύτηκα, όχι γιατί δεν πρόλαβα να σε γνωρίσω, ούτε επειδή σε θέλω δίπλα μου. Αλλά από εφηβικά σύνδρομα που ποτέ δε θ' αντιπαλέψω και ποτέ-σίγουρα ποτέ-δε θα κατατροπώσω.
Σ' αναζητώ με ντέρτια και Μητροπάνο και γελάω ειρωνικά επειδή δεν ξέρω τελικά αν αναζητώ εσένα, τις καταστάσεις, ή τον αποπνικτικό αέρα μιας ιστορίας ερωτικής. Μπαίνω σε διάθεση έρωτα και πονάω χωρίς να με πονάν. Λέω, πάει, καταστράφηκα, μα επιμένω να συνεχίζω τις ψευτιές μου.
Κάτσε λίγο να τα πούμε, σε εκλιπαρώ. Έχω ανάγκη από ασθμαίνουσες βόλτες σ' αυτή την πόλη που μισώ ν' αγαπώ. Πάμε μαζί, σε παρακαλώ. Θα βάλω τα χέρια μου στις τσέπες, να μην παρασυρθώ στιγμή να σ' αγγίξω. Θέλω να δω από τα μάτια σου τούτη την πόλη.

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Alone again, or..?

Φαντάσματα οι γνώριμοι ουρανοί, τα εφηβικά ρομάντζα και τα καλοκαιριάτικα προμηνύματα. Μια αυτοπαρηγορητική αισιοδοξία-ένστικτο επιβίωσης;- επιτάσσει να προχωρήσεις. Δε θες καν ν' αγγίξεις παρελθοντικές αιχμές-θα κοπείς και πια δεν μπορείς άλλα αίματα, έμαθες πολύ καλά να το παίζεις ατσάλινη. Κάποιες ενέσεις ανοσίας σίγουρα έπαιξαν το ρόλο τους, αλλά προσπάθησες κι εσύ λιγάκι. Θα μπορούσες κάλλιστα να πάρεις τη θέση του πεσιμιστή ή του αμυντικού και να καλύπτεις με περιβλήματα κάθε σου διάθεση. Αλλά εσύ επιμένεις να πασπαλίζεις τις μελαγχολίες σου ποιήματα, φίλους και μουσικές, για να ξεχαστείς. Γέμισες τις καθημερινότητες, ευθύνες πελώριες, να μη σκέφτεσαι. Να μην προλαβαίνεις και τρομάξεις. Έπειτα, ήρθε αυτός. Τόσο όμοιός σου, που δε θέλησες να τον αφήσεις ούτε καν να εισβάλει στα πολύ ΜΗ προσωπικά σου. Κι ας ήταν κάτι μέσα σου που κραύγαζε και σε εκλιπαρούσε να του ανοίξεις, όταν χτυπούσε επίμονα κουδούνια ξημερώματα. Πήρες μια θέση πίσω από την αυλαία και διάλεξες το ρόλο του υποβολέα-σίγουρος,αφανής και ασφαλής. Μπορεί και να πίστευες πως έτσι θα τον συναντήσεις-εκεί πίσω στα σκοτάδια. Αλλά εκείνος δεν μπορούσε να διανοηθεί τι σκεφτόσουν-καμιά ένδειξη, ούτε μισή νύξη. Αυταπατόσουν, καημένη μου. Πάσχιζες να βρεις τις εξισώσεις και τις διαφορικές και τα ολοκληρώματα και όσα είχαν απομείνει-σύμβολα και νούμερα κι ας μη σκάμπαζες από δαύτα-για να τον κάνεις να εκπλαγεί. Φοβόσουν πως δε θα ΄σαι αρκετή, πως δε θα πάρεις ευκαιρίες, πως οι ανασφαλείς χτύποι και τα μετέωρα βήματα δεν μπορούν να τον αγγίξουν-είναι άτρωτος. Κι ατσαλωνόσουν κι άλλο-σε βοηθούσε άλλωστε αυτή σου η ατολμία. Μετά, τρόμαξες μετρώντας μέρες, μήνες, χρόνια και αιώνες. Νόμιζες πως θα γινόσουν αθάνατη-(αν)ασφαλώς. Όλα σου τα πρότυπα τα χαράμιζες, ήθελες και δεν μπορούσες τολμούσες. Έγραφες για εκείνον και έσκιζες μανιωδώς τα χαρτιά το επόμενο δευτερόλεπτο. Δικαιολογούσες την αρρυθμία σου σε άτονες αστρολογικές συγκυρίες και γινόσουν μικρούλα-μπας και σου χαριστεί τρυφεράδα. Και δεν ήξερες να την αποζητάς καν. Αιώρες σε σκοινιά ακροβατών-άτσαλων και αποτυχημένων. Μαριονέτες να σου γνέφουν και να σχηματίζουν χλευαστικά το όνομά σου που ορκίστηκες να μην ξαναμπερδέψεις. Όταν έγραφες σε πρώτο ενικό ήξερες πως λες αλήθεια. Σπάνια κι όλο σπανιότερα. Κλεψύδρες έτοιμες να σε κατασπαράξουν, φωτογραφίες γεμάτες απογοήτευση(εσύ μια πελώρια απογοήτευση), σάλια, αηδία, καταθλιπτικές μέρες, μπαλκόνια και μοναξιές. Πότε πότε οράματα με χρώμα-εκλάμψεις στις ασπρόμαυρες φρασεολογίες. Προσπαθούσες τον σουρεαλισμό-μα έβλεπες-δε σε πήγαινε κουκλίτσα μου. Τραμπαλιζόσουν στο τώρα και το "θα" και έχανες όσα κι αν πόνταρες. Και τώρα κάθεσαι και συλλογιέσαι. Τι είναι ψέματα και τι αλήθεια και ποιον θα βρεις να τον λες μάτια μου τώρα πια; Iσοφαρίσαμε μάτια μου ή ακόμα;