Φαντάσματα οι γνώριμοι ουρανοί, τα εφηβικά ρομάντζα και τα καλοκαιριάτικα προμηνύματα. Μια αυτοπαρηγορητική αισιοδοξία-ένστικτο επιβίωσης;- επιτάσσει να προχωρήσεις. Δε θες καν ν' αγγίξεις παρελθοντικές αιχμές-θα κοπείς και πια δεν μπορείς άλλα αίματα, έμαθες πολύ καλά να το παίζεις ατσάλινη. Κάποιες ενέσεις ανοσίας σίγουρα έπαιξαν το ρόλο τους, αλλά προσπάθησες κι εσύ λιγάκι. Θα μπορούσες κάλλιστα να πάρεις τη θέση του πεσιμιστή ή του αμυντικού και να καλύπτεις με περιβλήματα κάθε σου διάθεση. Αλλά εσύ επιμένεις να πασπαλίζεις τις μελαγχολίες σου ποιήματα, φίλους και μουσικές, για να ξεχαστείς. Γέμισες τις καθημερινότητες, ευθύνες πελώριες, να μη σκέφτεσαι. Να μην προλαβαίνεις και τρομάξεις. Έπειτα, ήρθε αυτός. Τόσο όμοιός σου, που δε θέλησες να τον αφήσεις ούτε καν να εισβάλει στα πολύ ΜΗ προσωπικά σου. Κι ας ήταν κάτι μέσα σου που κραύγαζε και σε εκλιπαρούσε να του ανοίξεις, όταν χτυπούσε επίμονα κουδούνια ξημερώματα. Πήρες μια θέση πίσω από την αυλαία και διάλεξες το ρόλο του υποβολέα-σίγουρος,αφανής και ασφαλής. Μπορεί και να πίστευες πως έτσι θα τον συναντήσεις-εκεί πίσω στα σκοτάδια. Αλλά εκείνος δεν μπορούσε να διανοηθεί τι σκεφτόσουν-καμιά ένδειξη, ούτε μισή νύξη. Αυταπατόσουν, καημένη μου. Πάσχιζες να βρεις τις εξισώσεις και τις διαφορικές και τα ολοκληρώματα και όσα είχαν απομείνει-σύμβολα και νούμερα κι ας μη σκάμπαζες από δαύτα-για να τον κάνεις να εκπλαγεί. Φοβόσουν πως δε θα ΄σαι αρκετή, πως δε θα πάρεις ευκαιρίες, πως οι ανασφαλείς χτύποι και τα μετέωρα βήματα δεν μπορούν να τον αγγίξουν-είναι άτρωτος. Κι ατσαλωνόσουν κι άλλο-σε βοηθούσε άλλωστε αυτή σου η ατολμία. Μετά, τρόμαξες μετρώντας μέρες, μήνες, χρόνια και αιώνες. Νόμιζες πως θα γινόσουν αθάνατη-(αν)ασφαλώς. Όλα σου τα πρότυπα τα χαράμιζες, ήθελες και δεν μπορούσες τολμούσες. Έγραφες για εκείνον και έσκιζες μανιωδώς τα χαρτιά το επόμενο δευτερόλεπτο. Δικαιολογούσες την αρρυθμία σου σε άτονες αστρολογικές συγκυρίες και γινόσουν μικρούλα-μπας και σου χαριστεί τρυφεράδα. Και δεν ήξερες να την αποζητάς καν. Αιώρες σε σκοινιά ακροβατών-άτσαλων και αποτυχημένων. Μαριονέτες να σου γνέφουν και να σχηματίζουν χλευαστικά το όνομά σου που ορκίστηκες να μην ξαναμπερδέψεις. Όταν έγραφες σε πρώτο ενικό ήξερες πως λες αλήθεια. Σπάνια κι όλο σπανιότερα. Κλεψύδρες έτοιμες να σε κατασπαράξουν, φωτογραφίες γεμάτες απογοήτευση(εσύ μια πελώρια απογοήτευση), σάλια, αηδία, καταθλιπτικές μέρες, μπαλκόνια και μοναξιές. Πότε πότε οράματα με χρώμα-εκλάμψεις στις ασπρόμαυρες φρασεολογίες. Προσπαθούσες τον σουρεαλισμό-μα έβλεπες-δε σε πήγαινε κουκλίτσα μου. Τραμπαλιζόσουν στο τώρα και το "θα" και έχανες όσα κι αν πόνταρες. Και τώρα κάθεσαι και συλλογιέσαι. Τι είναι ψέματα και τι αλήθεια και ποιον θα βρεις να τον λες μάτια μου τώρα πια; Iσοφαρίσαμε μάτια μου ή ακόμα;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου