Μα πού πήγαν εκείνα τα βράδια που ακούγαμε Σιδηρόπουλο και γεμίζαμε αφελώς τα ρούχα μας εφηβικά δάκρυα και ένα κάρο ρομαντικά φαλτσαρίσματα; Πού πήγαν εκείνα τα ουρλιαχτά ευτυχίας στην Αβέρωφ, όταν η Ράνια μας πήγαινε βόλτα με το μηχανάκι και παρκάραμε στο πιο ακατάλληλο σημείο για να γυρίσουμε με ανάσες τσιπουρονοτισμένες κι αμφιβολίες για πολύ προσωπικά ντέρτια πάνω από τα κεφάλια μας; Να τρέχει ο Νίκος στη μικρή πόλη επειδή απλώς κάποιος του έδωσε λίγη προσοχή, η Ράνια να ταϊζει τα σκυλιά ολάκερης της πλατείας, εγώ να σχεδιάζω την επόμενη αυτοκτονική εξόρμηση στα παλιά, εσύ να καπνίζεις λαίμαργα τσιγάρα, αμέτρητα και πάντα με τον ίδιο ρυθμό. Και να 'χουμε μάτια άδολα. Να χωρίζεις από σχέση 3 χρόνων, να κλαις στον ώμο μου και να σου δίνω γλυκό του κουταλιού να ξεχαστείς και μετά να κλαίω κι εγώ για τα αναμενόμενα που δε λεν να ρθουν ή επειδή απλώς κλαίω συχνά. Να με παίρνεις το χάραμα και ν αποφασίζουμε να μη δώσουμε μάθημα επειδή έξω χιονίζει, να πάμε και σ' αυτή την παράσταση, τιμή ευκαιρίας, τις κυνηγάμε εμείς δαύτες άλλωστε. Καταστρώναμε εκατομμύρια σχέδια για το καλοκαίρι, βλέπαμε γκρεμούς και ήμασταν σίγουροι πως και να φτάσουμε στο χείλος θα πετάξουμε. Άτρωτοι λέγαμε, ατσάλινοι είμαστε.
Μετά τα χρόνια πέρασαν και σαν κάποιος να ρούφηξε τη θετικότητά μας. Μην προσπαθήσεις και πολύ να εξηγήσεις, το βλέπω και στα δικά σου μάτια, κάποιος ήρθε και χωρίς να ρωτήσει σου απομίζησε κάθετι αισιόδοξο που κουβαλούσες. Σ' ακούω να μιλάς, μα δε σ' ακούω στην πραγματικότητα. Κάτι διάσπαρτες απόπειρες, κάτι μικροί σχηματισμοί στα χείλη, πού πας; Γιατί φεύγεις πάλι χωρίς ένα καληνύχτα; Μου 'χουν λείψει αφόρητα τα καλογραμμένα ερωτόλογα χωρίς παραλήπτη κι ενίοτε χωρίς καν αποστολέα. Ένα μελάνι έχει σκάσει στο κεφάλι μου και πιτσιλίζει κάθε μου σκέψη. Ψάχνω με το σταγονόμετρο φαντασία. Ούτε απ' αυτή διαθέτει το μαγαζί. Κι απόψε θα κοιμηθώ μ' ένα γιατί και ένα ερωτηματικό σα γάντζο. Τρεις πνιγηρές καλημέρες ακόμα και σε ξεπουλάω για το τίποτα, βαρέθηκα να σε κυνηγάω εσένα κι όλους τους δικούς σου που αλλάζετε τόσο ελαφρά τη καρδία πρόσωπα. Πεθαμένες γόπες στο πάτωμα, άραγε πόσο καημό κουβάλησαν μέχρι το θάνατό τους; Όχι, δεν είμαι λυπημένη. Αλλά να μωρέ. Είναι που κάνει αβάσταχτη ζέστη και μοναξιά στον κόσμο σου.
Μετά τα χρόνια πέρασαν και σαν κάποιος να ρούφηξε τη θετικότητά μας. Μην προσπαθήσεις και πολύ να εξηγήσεις, το βλέπω και στα δικά σου μάτια, κάποιος ήρθε και χωρίς να ρωτήσει σου απομίζησε κάθετι αισιόδοξο που κουβαλούσες. Σ' ακούω να μιλάς, μα δε σ' ακούω στην πραγματικότητα. Κάτι διάσπαρτες απόπειρες, κάτι μικροί σχηματισμοί στα χείλη, πού πας; Γιατί φεύγεις πάλι χωρίς ένα καληνύχτα; Μου 'χουν λείψει αφόρητα τα καλογραμμένα ερωτόλογα χωρίς παραλήπτη κι ενίοτε χωρίς καν αποστολέα. Ένα μελάνι έχει σκάσει στο κεφάλι μου και πιτσιλίζει κάθε μου σκέψη. Ψάχνω με το σταγονόμετρο φαντασία. Ούτε απ' αυτή διαθέτει το μαγαζί. Κι απόψε θα κοιμηθώ μ' ένα γιατί και ένα ερωτηματικό σα γάντζο. Τρεις πνιγηρές καλημέρες ακόμα και σε ξεπουλάω για το τίποτα, βαρέθηκα να σε κυνηγάω εσένα κι όλους τους δικούς σου που αλλάζετε τόσο ελαφρά τη καρδία πρόσωπα. Πεθαμένες γόπες στο πάτωμα, άραγε πόσο καημό κουβάλησαν μέχρι το θάνατό τους; Όχι, δεν είμαι λυπημένη. Αλλά να μωρέ. Είναι που κάνει αβάσταχτη ζέστη και μοναξιά στον κόσμο σου.