Σάββατο 22 Ιουνίου 2013

.,.

Μα πού πήγαν εκείνα τα βράδια που ακούγαμε Σιδηρόπουλο και γεμίζαμε αφελώς τα ρούχα μας εφηβικά δάκρυα και ένα κάρο ρομαντικά φαλτσαρίσματα; Πού πήγαν εκείνα τα ουρλιαχτά ευτυχίας στην Αβέρωφ, όταν η Ράνια μας πήγαινε βόλτα με το μηχανάκι και παρκάραμε στο πιο ακατάλληλο σημείο για να γυρίσουμε με ανάσες τσιπουρονοτισμένες κι αμφιβολίες για πολύ προσωπικά ντέρτια πάνω από τα κεφάλια μας; Να τρέχει ο Νίκος στη μικρή πόλη επειδή απλώς κάποιος του έδωσε λίγη προσοχή, η Ράνια να ταϊζει τα σκυλιά ολάκερης της πλατείας, εγώ να σχεδιάζω την επόμενη αυτοκτονική εξόρμηση στα παλιά, εσύ να καπνίζεις λαίμαργα τσιγάρα, αμέτρητα και πάντα με τον ίδιο ρυθμό. Και να 'χουμε μάτια άδολα. Να χωρίζεις από σχέση 3 χρόνων, να κλαις στον ώμο μου και να σου δίνω γλυκό του κουταλιού να ξεχαστείς και μετά να κλαίω κι εγώ για τα αναμενόμενα που δε λεν να ρθουν ή επειδή απλώς κλαίω συχνά. Να με παίρνεις το χάραμα και ν αποφασίζουμε να μη δώσουμε μάθημα επειδή έξω χιονίζει, να πάμε και σ' αυτή την παράσταση, τιμή ευκαιρίας, τις κυνηγάμε εμείς δαύτες άλλωστε. Καταστρώναμε εκατομμύρια σχέδια για το καλοκαίρι, βλέπαμε γκρεμούς και ήμασταν σίγουροι πως και να φτάσουμε στο χείλος θα πετάξουμε. Άτρωτοι λέγαμε, ατσάλινοι είμαστε.
Μετά τα χρόνια πέρασαν και σαν κάποιος να ρούφηξε τη θετικότητά μας. Μην προσπαθήσεις και πολύ να εξηγήσεις, το βλέπω και στα δικά σου μάτια, κάποιος ήρθε και χωρίς να ρωτήσει σου απομίζησε κάθετι αισιόδοξο που κουβαλούσες. Σ' ακούω να μιλάς, μα δε σ' ακούω στην πραγματικότητα. Κάτι διάσπαρτες απόπειρες, κάτι μικροί σχηματισμοί στα χείλη, πού πας; Γιατί φεύγεις πάλι χωρίς ένα καληνύχτα; Μου 'χουν λείψει αφόρητα τα καλογραμμένα ερωτόλογα χωρίς παραλήπτη κι ενίοτε χωρίς καν αποστολέα. Ένα μελάνι έχει σκάσει στο κεφάλι μου και πιτσιλίζει κάθε μου σκέψη. Ψάχνω με το σταγονόμετρο φαντασία. Ούτε απ' αυτή διαθέτει το μαγαζί. Κι απόψε θα κοιμηθώ μ' ένα γιατί και ένα ερωτηματικό σα γάντζο. Τρεις πνιγηρές καλημέρες ακόμα και σε ξεπουλάω για το τίποτα, βαρέθηκα να σε κυνηγάω εσένα κι όλους τους δικούς σου που αλλάζετε τόσο ελαφρά τη καρδία πρόσωπα. Πεθαμένες γόπες στο πάτωμα, άραγε πόσο καημό κουβάλησαν μέχρι το θάνατό τους; Όχι, δεν είμαι λυπημένη. Αλλά να μωρέ. Είναι που κάνει αβάσταχτη ζέστη και μοναξιά στον κόσμο σου.

Σάββατο 15 Ιουνίου 2013

...

Μια υποπερίπτωση τεθλασμένη
ξεχασμένη σε οπισθόφυλλα
είναι ικανή να σ' αλλάξει τα φώτα.
Βλέπεις, είναι όμορφα να αντιφάσκεις
και να μιλάς με λόγια
γεμάτα δυσκολίες μέσα τους.
Το ζήτημα βέβαια δεν ήταν αυτό.
Αλλά εσύ πάντα ξεχνάς τι σε ρωτάνε
και πώς γράφονται
τα στρογγυλά γράμματα
που δεν έχουν παραλήπτες.
Έμαθες καλά να συλλαβίζεις
δήθεν έρωτες
αλλά για τους άλλους,
εκείνους που τους βαφτίζουν ατόφιους
ούτε λόγος.
Δεν είσαι για πολλά
και θες άλλωστε να γυρνάς στο σπίτι
χαμογελαστός.
Ξέρεις πόσο απέχει
η πραγματικότητα από
τις δικές μου υποπεριπτώσεις;
Δεν έχεις ιδέα μάλλον
μα δε σε κατηγορώ.
Θα γράψω μια ιστορία με πολλά
στερητικά
μέσα της.
Ας δικαιολογήσω
μια ακόμα νύχτα
την πλήρη ανικανότητά μου
να γκρεμίζω τις δικές μου
ακατάπαυστες
ακατανίκητες
αξεδιάλυτες
ανόητες
αλκαλικές
υποπεριπτώσεις μου.
 

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013

Μα και βέβαια.

3.14, ημέρα Πέμπτη

Δεν έχει και πολύ κρύο έξω. Κάνει μια από 'κείνες τις ψύχρες που ευνοούν το γρήγορο περπάτημα, τα κυνηγημένα φιλιά και τα χέρια που χώνονται αυθάδικα στις τσέπες. Οι επιγραφές τρεμοπαίζουν, παιδιά στους δρόμους δεν κυκλοφορούν, τα λεωφορεία γίνονται όλο και πιο τρομακτικά. Αλήθεια σου 'χα πει ποτε ότι με τρομάζουν τα λεωφορεία; Δεν ξέρω γιατί, δεν έχω συνδυάσει αυτό μου το φόβο με κανένα παιδικό τραύμα-κι έχω μπόλικα από δαύτα. Ίσως να με φοβίζουν οι σκέψεις μου στο λεωφορείο, ίδιες κι απαράλλαχτες κάθε φορά. Δεν προσέχω ποτέ τους ανθρώπους που μπαινοβγαίνουν, αποφεύγω το βλέμμα τους εντέχνως. Το μόνο που τριβελίζει συνέχεια και συνέχεια το κεφάλι μου είναι πως μες στα λεωφορεία υπάρχει συμπυκνωμένη μοναξιά και προσπαθώ να παίρνω κοφτές ανάσες για να μην μπει πολύ βαθιά στα σωθικά μου και με μολύνει. Μια φορά ήμουν στα πρόθυρα να σκάσω. Θα προτιμούσα να έσκαγα παρά να με μόλυνε αυτή. Δεν έχει και πολύ κρύο έξω. Θα μπορούσαμε να πάμε σ' εκείνο το αγαπημένο πάρκο κι απλώς να καθόμαστε και να μαντεύουμε με τις ώρες τι διαβάζει ο απέναντυ τύπος, αν η γυναίκα του γέρου που ταϊζει τα περιστέρια ζει, να ακούμε ραδιόφωνο ή ακόμα ακόμα να διαφωνούμε υστερικά για το αν η ΕΨΑ είναι καλύτερη βυσσινάδα απ' αυτή της Μυτιλήνης.
Παραχώνουμε στις μέρες μας πράγματα, δε βρίσκεις; Δε σ' ακούω. Πολλές φορές δε σ' ακούω όταν μου μιλάς για τις εμμονές σου, ή όταν διηγείσαι μ' εκείνα τα γουρλωμένα μάτια τις ιστορίες σου. Με χαώνεις, στο χω ξαναπεί. Αναρωτιέμαι όταν σε κοιτάω αν με πρόδωσε ο έρωτας ή αν εγώ έχω πάψει προ πολλού να πιστεύω σ' αυτόν. Αλλες φορές πάλι, προσπαθώ να με πείσω για τις πλαγιομετωπικές συγκρούσεις και απλώς αναμένω τις εξελίξεις στωικά.
Έχουν ματώσει τα γόνατά μου από το σύρσιμο, σήμερα μόλις το πρόσεξα! Σέρνω τη σάρκα μου καιρό τώρα κι έχω φοβηθεί. Θα σ' ήθελα πιο προσπελάσιμο, να μη σέρνομαι κι εγώ, να μη χρειάζομαι υπερπροσπάθειες.
Δεν έχει πολύ κρύο κι όμως τα χέρια σου είναι παγωμένα. Με παγωμένα χέρια να μη με πιάνεις ποτέ. Δε θέλω αιχμηρές αγκαλιές. Δε θέλεις περιττά αγγίγματα. Δεν είσαι για μεγάλες περιπέτειες. Δεν είμαι για νωχελικά καλοκαίρια. Δεν αγαπάς τους ανυπεράσπιστους. Δεν τολμώ να σου πω πως είμαι μία απ' αυτούς.
Δεν έχει πολύ κρύο απόψε κι ήθελα τόσο πολύ να με περιμένεις κάτω από το σπίτι μου να πάμε μια βόλτα στ΄αγαπημένα. Κάνει πολλή μελαγχολία απόψε. Και το βαρομετρικό της απόγνωσης σ' αρκετά υψηλά για την εποχή επίπεδα.