Σάββατο 31 Ιουλίου 2010

-

Κοίτα να δεις!Τόσην ώρα έκανα να σκεφτώ τίτλο και τελικά κατέληξα στο να μη βάλω τίποτα.Βαρέθηκα να δίνω τίτλους σε όλα και όλους.Και να φανταστείς,ότι μισώ τις ταμπέλες.Στ' αλήθεια τις μισώ.Η αλήθεια είναι ότι πάντα ξεκινάω να γράψω,με μυαλό γεμάτο σκέψεις.Μερικές μάλιστα φορές νιώθω,ότι το κεφάλι μου δε θα τις αντέξει.Ότι η καρδιά μου δε θα σηκώσει τόσα συναισθήματα,θα εκραγεί κάποτε,είμαι σίγουρη.Ενώ λοιπόν,πάντα ξεκινάω να γράψω-χωρίς κάποιο πλάνο,αλλά έτοιμη για συγγραφικές αναλύσεις και αμέτρητα όμορφα λόγια-τελικά φτάνω σε σημείο να τραβάω από τα μαλλιά τις σκέψεις κι αυτές πεισματικά να αρνούνται να αποτυπωθούν στο χαρτί.Το ίδιο και με τα κακομαθημένα συναισθήματα.Για την απεικόνισή τους,ούτε λόγος.Τη ζωγραφική,την έχω παρατήσει από καιρό.Τέλος πάντων,να,και τώρα αυτό κάνω,πλατειάζω άνευ ουσίας,απλά και μόνο για να θυμηθώ τι ήθελα να γράψω,για να βρω λόγια να καταγράψω τι αισθάνομαι και πώς είμαι και πώς με φαντάζομαι και τι θα κάνω και...
Τις τελευταίες μέρες,ήμουν πλήρης συναισθημάτων.Επίπλαστων ή γνήσιων,ακαθόριστο,δεν ξέρω.Εκείνο που ξέρω,είναι ότι ένιωθα πως ανασαίνω όνειρα,τρέφομαι με μουσικές και καπνίζω ευαισθησία.Είχα φουσκώσει όνειρα και είχα την ηλίθια εντύπωση πως μπορώ να αιωρούμαι και να κατοικήσω στα σύννεφα.Ζούσα σαν ξεπεσμένη ποιήτρια,σαν πλανώδια μουσικός,σαν μποέμισσα ζωγράφος.Στο κεφάλι μου,στο δωμάτιό μου.Έρχονταν στο μυαλό μου τόσες εικόνες και τόσοι άνθρωποι κι εγώ ήμουν στο κέντρο και χάιδευα την έκσταση και γοήτευα την πυγμή και έφευγα τον τρόμο.Έβλεπα εμένα στο μέλλον,στη σχολή,στο σπίτι,στο όνειρο.Και δες κύματα,και δες θάλασσα και δες νότες και δες ταίρι και δες μαγεία και δες ζωγραφιές...Κι εγώ εκεί,να φτάνω ό,τι δεν έφτασα,να κάνω ό,τι δεν έκανα.Και θα είμαι όμορφη και θελκτική και θα έχω σθένος και θα κατεβαίνω στους δρόμους,χίπισσα και μαχητική.Και ήδη θα έχω ανακαλύψει τόσα μυστικά στα βιβλία και θα ακούω άλλα τόσα από ανθρώπους.Και θα ξέρω τι θα πει παραμύθι,γιατί δε θα το ονειρεύομαι,θα το ζω.Μα και τώρα που γράφω λίγο από αυτά που τόσες μέρες φανταζόμουν,νιώθω τόσο άσχημα,τόσο ανόητη.Κι όχι,δεν είναι ότι φοβάμαι το όνειρο.Ούτε τις λέξεις τις φοβάμαι.Τις λατρεύω τις λέξεις και τα γράμματα κι ας σωριάζονται έτσι άτακτα κι ας με απειλούν ώρες-ώρες.Αλλά,να,πώς να το πω,φοβάμαι ότι θα με ξεφτυλίσει το όνειρο,θα με διαψεύσει.Αλλά από την άλλη,όποιος φοβάται να ονειρευτεί,φοβάται και να ζήσει.Άρα τι;Φοβάμαι να ζήσω;Όχι,δεν το πιστεύω αυτό,δε θέλω να το πιστέψω.Δε θέλω.Φοβάμαι τους ανθρώπους.Φοβάμαι ότι δε θα με κάνουν να νιώσω.Φοβάμαι το γυάλινο τοίχο.Κι ακόμα εκείνη την αστραφτερή λαμπρότητα στα ψεύτικα χαμόγελά τους.Μα,εγώ,θέλω τόσο πολύ αλήθεια.Αληθινά συναισθήματα.Ατόφια.Γυμνά.Κι όχι,δε φοβάμαι την απόρριψη.Την απουσία προσέγγισης φοβάμαι.Μπορεί και να ΄μαι ανασφαλής ή απροσπέλαστη.Μα,τώρα έχω τις μελαγχολίες μου και όσο ονειροπαρμένη και να ΄μαι,έρχεται μια καταιγίδα και κάτι αστραπές,που σκιάζουν τόσο τον ολοκάθαρο ουρανό μου και καταστρέφουν τόσο το σκηνικό.Και φεύγουν όλοι οι ηθοποιοί.Και είμαι εγώ στη σκηνή έπειτα,τόσο μόνη,που δεν έχω πού να κρυφτώ και με κατακεραυνώνουν οι φόβοι κι οι ανασφάλειες...Κι έφυγε κι ο σκηνοθέτης και σβήσανε τα φώτα...
Κι έπειτα,είναι και το άλλο.Εκείνος ο έρωτας,που λένε ότι είναι σαράκι και τρώει,αλλά σε τρώει γλυκά και δεν θες να φύγει.Κι αγαπάς να τον μισείς.Τον περιμένω τον έρωτα.Τον αποζητώ,δεν το κρύβω.Πέρασα μια εφηβεία,ήσυχη,χωρίς σκιρτήματα.Χωρίς όνειρα.Και σ΄ αυτό το μεταίχμιο,νιώθω δυνατά αδύναμη.Κορίτσι με βήματα νωχελικά,κορίτσι που είναι έτοιμο να δώσει.Μα.Θα του ανταποδώσουν;Και πώς θα το καταλάβει;Αφού μέχρι τώρα,δε ζούσε παρά μόνο στις συχνότητες των ονείρων της και του ραδιοφωνικού σταθμού που έπαιζε ώρες ατελειώτες τις μέρες εκείνες της μοναξιάς.Τις λάτρευα τις μέρες εκείνες,τις βουτηγμένες στην ποιήση και το όνειρο.Αλλά να,τότε ήμουν ασφαλής,πίσω από την πεποίθηση ότι όλα "θα γίνουν"."Κάποτε".Μα τώρα,που αυτό το κάποτε φτάνει,εγώ φοβάμαι και τουρτουρίζω μες σε κουβέρτες κι ας μην είμαι άρρωστη  κι ας είναι Αύγουστος.Δε μ αρέσουν τα καλοκαίρια.Ποτέ μου δεν τα αγάπησα.Όσο ζεστά είναι,άλλο τόσο παγωμένους δείχνουν τους ανθρώπους.Αυτοί οι άνθρωποι!Τόσο περίεργα πλάσματα.Καθένας και χίλια ερωτήματα.Ξέρεις,θα ήθελα τόσο να ξέρω αν κάποιος θα καταλάβει το πόσο στερήθηκα ανθρώπινη επικοινωνία.Κι ας ξεγελάω με το φωτεινό χαμόγελο και τις υποκριτικές παρέες.Θέλω εκείνους τους ανθρώπους,που θα ξεφύγουν λίγο από το "φαίνεσθαι",θα προσπελάσουν τα τείχη και τις φοβίες και θα αγγίξουν εμένα,την ψυχή μου,το είναι μου.
Δεν μπορεί.Θα τους βρω.Θα τους βρω.Έστω,θα ψάξω.Αυτό δεν έχει άλλωστε σημασία στη ζωή;Να ξεφύγεις από τη μίζερη ύπαρξή σου και να αναδυθείς στον αφρό.Να προσπαθείς κι όλα θα φτιάξουν.
Κάτι ακόμα που αισθάνομαι αυτές τις μέρες,είναι μια ανεξήγητη ανάγκη για απόδραση και ανεξαρτησία.Μπορεί να μου τη χαρίζει η ασφάλεια της φαινομενικής επιτυχίας.Για τους άλλους,πέτυχα.Για εμένα,θα ζήσω.Και δεν μπορώ το τώρα.Που είναι όλα μετέωρα,που κρέμονται όλα από ένα σκοινί και εγώ είμαι στο τσακ να το κόψω,αλλά δεν το τολμάω ακόμα,γιατί.
Αρχίζω και φεύγω.Με το μυαλό.Γι αυτό θέλω να ξορκίσω τους φόβους και τα "μήπως" και τα "αν δεν".Τόσος αρνητισμός και τόση μετριότητα και τόσα σχεδόν,δεν χωράνε σε 18 χρόνια.Όχι,δε χωράνε...
Κοίτα να δεις!

Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

Is that all right now?



Έκλεισε την πόρτα πίσω της.Η πόρτα αυτή,φυλάκιζε πάντα ανάσες κι όνειρα.Πολύ ακριβά τα πλήρωνε τα όνειρά της,αλλά δεν την πείραζε.Είχε ακόμα αποθέματα.Πολλά.Έκλεισε λοιπόν την πόρτα και πέταξε το μαύρο της παλτό στο πάτωμα.Μα,πόσα χρόνια το φοράει;Μπορεί και 4.Γελάει.Πέρασαν κιόλας 4 χρόνια,από τότε.Από τότε,που έκανε τα πρώτα της τσιγάρα,αλλά είχε ορκιστεί να μην ξανακαπνίσει,γιατί κάνουν κακό στην υγεία της.4 χρόνια,από τότε που συζητούσε με τη φίλη της για όλα τα χρώματα,για όλες τις μουσικές και όλη τη μαγεία που θα έντυναν την πολυπόθητη ανεξαρτησία τους."Θα φουσκώσει η ζωή σας όνειρο".Σε μια πόλη,γεμάτη πορτοκαλί και κόκκινο.Γεμάτη υποσχέσεις.Πάνε κιόλας 4 χρόνια,από τότε που έλεγαν πως θα κάνουν βόλτα στην παραλία και θα τραγουδάνε Παυλίδη."Κόκκινα σύννεφα στον ουρανό κι εσύ γελάς".4 χρόνια πάνε,από τότε που μανιωδώς έψαχναν το ταίρι εκείνο,που θα τους αγγίξει το χέρι και θα τους δείξει δρόμους.4 χρόνια,από τότε,που χάζευαν έξω από το παράθυρο στην ώρα της παράδοσης.Έλεγαν ότι πιο πολλά θα μάθουν από το παράθυρο,παρά από τα ακατανόητα λόγια του καθηγητή.Έγραφαν ποιήματα,γιατί ήταν 17,και το ήξεραν ότι ποτέ δε θα ξαναγίνουν.4 χρόνια...Και ακόμα ψάχνουν να βρουν τον τρόπο να φτάσουν το φεγγάρι.Δεν ξέρει γιατί,μα πάντα κάτι χαλάει,και διαλύεται η φεγγαρογραμμή μέσα στο νερό.Αλλά θα το καταφέρουν κι αυτό,είναι σχεδόν σίγουρη.Τόσες σκάλες υπάρχουν,θα το φτάσουν.


Πέταξε το παλτό της κι έβαλε αμέσως μουσική.Άλλαξαν τα γούστα από τότε.Γνώρισε ιστορίες κι ανθρώπους,που ούτε το φανταζόταν.Κάθε άνθρωπος και χίλιες ιστορίες.Μερικές τις ξέχασε.Μερικούς τους ξέγραψε.Άλλους τους θυμάται και πιο λίγους τους κράτησε.Ή την κράτησαν,δεν μπορεί να αποφασίσει.Μουσικές παράξενες,έθνικ,ατμοσφαιρικές,μουσικές που άκουγε όταν είχε τις μαύρες της,μουσικές για την αισιόδοξη μέρα,μουσικές που έκρυβαν φυγή.Στον βρόμικο τοίχο-δεν το έκοψε το κάπνισμα τελικά-αναρτημένα μαζί με τις φωτογραφίες,τη βιβλιοθήκη,τα cds και τις αφίσες,όλα τα όνειρα,ένα προς ένα.Μερικές φορές,τα όνειρα ξυπνούσαν,κυρίως μέσα στο σκοτάδι.Κι υπνοβατούσαν.Τα πραγματοποιημένα δε μιλούσαν και πολύ.Τα απραγματοποιήτα όμως έκαναν τόση φασαρία-Θεέ μου-τόση φασαρία!Την έδειχναν με το δάχτυλο και την έφτυναν για την ασυνέπειά της.Τα έδιωχνε,δεν τα ήθελε πια.Της αρκούσε να κλείνει τα μάτια και να θυμάται.Γελάει πάλι.Κοιτάει το παλτό της.Μα,πώς άλλαξαν έτσι τα πράγματα;Παλιά έκανε όνειρα,και ζούσε τόσους κόσμους,με την καρδιά της έτοιμη να σπάσει γιατί δεν άντεχε τόσο βάρος!Τώρα,διώχνει ό,τι έχει απομείνει.Και το χειρότερο είναι,ότι πια το όνειρα δεν κατοικούν στην καρδιά της.Στο μυαλό της βρίσκονται.Κι απλά πληρώνουν ένα συμβολικό ποσό για νοίκι.Σαν το νοίκι που δεν πλήρωσε ποτέ η ίδια της.Άλλωστε το σπίτι ήταν δικό της...Κι η πόρτα που φυλάκιζε τα όνειρα και τις ανάσες,δικιά της ήταν.Θέλει να τη σπάσει,μπας και ελευθερωθεί.Πιστεύει ότι θα ελευθερωθεί.Μα,δεν κάνει τίποτα η ίδια της.Δεν κουνάει καν το σώμα της.Στέκει ακίνητη.Ε,λοιπόν,δε φταίνε τα όνειρα που τη χλευάζουν.Κανείς δε φταίει.Κρίμα πάντως.Όλα,το σπίτι,η σχολή,οι φίλοι,ο σύντροφος,η μουσική,τα βιβλία,όλα τη χλευάζουν.Στέκει ακίνητη.Καθηλωμένη.Δεν προχωράει.Αυτή,που κραύγαζε και διεκδικούσε.Σαν παράλυτη.


Και ξανακλείνει την πόρτα πίσω της.Αυτή τη φορά,βγαίνει στο δρόμο.Φοράει τα γυαλιά της.Είχε ξεχάσει στ' αλήθεια πώς είναι να σε χτυπάει ο ήλιος...




Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

Γράμμα σε μια σκιά...

Δεν ξέρω πώς να αρχίσω.Οι αρχές άλλωστε είναι πολύ δύσκολες,πάντα οι πιο δύσκολες.Θέλω να πω,είναι ό,τι πιο εύκολο να δίνεις τέλος σε κάτι.Λες ένα αντίο,2-3 όμορφα λόγια και φεύγεις.Όμως για ν' αρχίσεις κάτι,δεν υπάρχουν συνταγές...Τέλος πάντων,ήθελα κάπου να γράψω,αφού είμαι κι επισήμως δειλή για να σε κοιτάξω(τι λέω,δε γίνεται να σε κοιτάξω!)ή να σου μιλήσω.Δεν ήθελα να χρησιμοποιήσω μεσάζοντες,θα ήταν χαζό.Να,κρύβομαι πάλι πίσω από τις λέξεις.Δε με νοιάζει.Έχω ανάγκη να σου μιλήσω.Έχω ανάγκη να αυταπατηθώ,να έχω ψευδαισθήσεις ότι θα με ακούσεις,ότι θα διαβάσεις.Το ξέρω ότι ποτέ δε θα γίνει.Το ξέρω,όλα στο μυαλό μου είναι.Το ήθελα όμως τόσο πολύ.Τώρα που το σκέφτομαι,όσα θέλησα αυτή τη χρονιά,τώρα πραγματοποιούνται ένα προς ένα.Κι εσύ είσαι τόσο ανυποψίαστος για το πόση προσπάθεια κατέβαλα για να τα καταφέρω.Δεν ξέρεις καν ότι είχα ψάξει κάθε εκατοστό της ύπαρξής σου.Ήξερα σχεδόν τα πάντα για σενα.Τις περιοχές που μάρκαρες,τα ονόματα που άρθρωνες,τους ανθρώπους που αγάπησες,τις ανησυχίες που δεν ξόρκισες ποτέ.Και το ονοματεπώνυμό σου έμαθα.Τις κινήσεις σου μόνο δεν μπορούσα να παρακολουθήσω.Όχι επειδή δεν το επιδίωξα,κάθε άλλο.Από απλή δειλία.Αμφίδρομη.Κι εσύ μάλλον έχεις γεννηθεί μ' αυτήν τη δειλία.Κι εγώ τι να σου κάνω;Δεν ήθελα να αποκαλυφθώ.Φοβόμουν. Kι ας ένιωθα ένα σωρό συναισθήματα,απλά και μόνο διαβάζοντας τα όνομά σου ή βλέποντας το αγαπημένο χρώμα εκείνης της φωτογραφίας.Τη θυμάσαι τη φωτογραφία;
Ξέρεις τι;Όταν γύρισα κι έλειπες,χάρηκα.Χάρηκα,όσο δε φαντάζεσαι.Έτσι,δε θα χρειαζόταν,να περιμένω με τη λέξη "απουσία" στο μυαλό μου,αργότερα,μετά.Τόσοι χρόνοι στο αναπόφευκτο!Μα,τι λέω;Με εσένα,για εσένα,δεν υπάρχει ο χρόνος.Είμαι σίγουρη,ότι ξεχνάς,την πρώτη μέρα οποιασδήποτε γνωριμίας,ξεχνάς σίγουρα τα λόγια,όλα για εσένα είναι μικρότητες.Κι εγώ,ακόμα πιο μικρή,που δεν καταλαβαίνω.Μικρή για να αγγίξω οτιδήποτε ξένο.Γιατί εσύ πάντα το ρόλο του ξένου διάλεγες,το ξέρω κι αυτό.Να,κάπως σαν ταξιδιώτης,σε μεγάλα ταξίδια,που ΠΟΤΕ κανείς δε θα κάνει.Γιατί είναι δικά σου και δε θέλεις να μοιραστείς.Θέλω τόσο να σε ρωτήσω,αν ποτέ έχεις αντιληφθεί,πόσο πολύ οι άνθρωποι επηρεάζουν τους γύρω τους με απειροελάχιστες κινήσεις τους.Ας πούμε,με μια νότα,με ένα νεύμα,με ένα "γιατί",με ένα πνιχτό γέλιο,με μια αστεία ανοησία,με μια γραμμή που θα σχηματίσουν με το αριστερό τους χέρι...Το χεις σκεφτεί ποτέ;Γιατί δεν απαντάς;Εγώ τόσο καιρό περιμένω απαντήσεις.Είμαι δειλή και φοβάμαι,να,το παραδέχομαι.Εσύ ο αήττητος,γιατί δε μιλάς τώρα;Στέρεψαν οι λέξεις και δεν ξέρεις να ζωγραφίζεις,θα πεις.Δεν πειράζει,σχημάτισε μόνο 2 γράμματα,3 χρώματα βάλε στη σειρά.Δε θέλω κανένα ουράνιο τόξο.Μια σταγόνα βροχής θέλω.Ξέρεις πόσο αγαπάω τη βροχή.Να,μια σταλιά όνειρο θέλω,δε ζητάω πολλά,ε;
Το πιο αστείο όλων είναι,ότι πάντα ήμουν εγώ κι οι μουσικές μου.Ποτέ εγώ κι οι άνθρωποι,ποτέ εγώ και κάποιος.Μόνη μου,εγώ κι οι μουσικές.Δεν πειράζει.Οι καλύτεροι μου φίλοι ήταν.Ποτέ δε με πρόδωσαν.Πώς το είχες πει κάποτε;Ότι τα τραγούδια μας,είναι ο ήχος της ψυχής μας ή κάπως έτσι.Ε,ναι λοιπόν,ο ήχος της ψυχής μου ήταν.Και ξέρεις,μοναχά κλείνοντας τα μάτια μου,ταξίδευα.Δε χρειάστηκα καν βαλίτσες.Ό,τι ποθούσα το άγγιζα,ό,τι λαχταρούσα το αποκτούσα.Δεν κατέκτησα μόνο όσα έμειναν έξω από τα όνειρά μου.Έβαζα το ραδιόφωνο να παίζει μουσικές κι έστεκα άπραγη.Σαν ιεροτελεστία,με κατανυκτική ατμόσφαιρα και κεριά,εγώ έπαιζα ένα σωρό παιχνίδια με τις σκιές μου.Θυμάσαι τότε,που ήμασταν παιδιά και σχηματίζαμε μορφές στον τοίχο με το φως και το σκοτάδι;Θυμάσαι ακόμα που με είχες αποκαλέσει αμετανόητο παιδί;Ε,είμαι λοιπόν,δεν το αρνούμαι.Πάντα δίκιο είχες στις εκτιμήσεις σου.Ή σχεδόν πάντα.Σου δίνω λίγα περιθώρια λάθους.Πάντα οι ήρωες,παρεκκλίνουν και λίγο.Άνθρωποι είναι,δε νομίζεις;Μη γελάς,είσαι κι εσύ από αυτούς.Ένας ήρωας αλάνθαστος.Ένας ήρωας με ελάχιστα ψεγάδια,έντεχνα κρυμμένα.Ή μπορεί κι εγώ από την άλλη,να ήμουνα τόσο τυφλή,που να έβλεπα μόνο τη φωτεινότητα της μορφής σου.Ξεγελιέμαι εύκολα εγώ,είμαι παιδί...
Ένα άλλο που θέλω να σου πω,είναι ότι δε χρειάζεται να είσαι τόσο μελαγχολικά απαισιόδοξος.Ξέρω,έχασες πολλά.Αλλά,να,πώς να το πω,σα να παραιτήθηκες.Σα να παραιτείσαι κάθε στιγμή,σε κάθε ανάσα σου,σε κάθε λεπτό που περπατάς σκυφτός,σε κάθε ενδοιασμό σου.Ξέρω,είμαι σίγουρη,ότι φοβάσαι να κοιτάξεις ευθέως στα μάτια τον οποιονδήποτε.Ξέρω επίσης,ότι φοβάσαι να κοιτάξεις και μενα.Μάλλον γιατί πολλές φορές,έφευγα.Μα,αλήθεια,δεν το έκανα επίτηδες.Και όχι,δε θα ρίξω το φταίξιμο στις συγκυρίες.Σου είπα,την ευθύνη σ' αυτή την ηλίθια,την αμφίδρομη δειλία μας,την αποδίδω.
Μη σου φανεί αστείο,αλλά ξέρεις πόσες φορές,έχω φανταστεί πώς θα ήσουν,αν...;Πώς θα ήταν τα πράγματα,αν...;Μη γελάς,ξέρω ότι κι αυτά τα "αν",σε κουράζουν,δεν τ' αγαπάς.Εσύ όλα σε κουτιά τα κλείνεις.Τα βλέμματα,τα λόγια,τα όνειρα(αλήθεια,κάνεις ποτέ σου όνειρα;).Και εκεί κάπου,σ΄ένα κουτί,έχεις κλείσει και 'μενα.Εμένα και το ψεύτικο όνομά μου.Ούτε που θα το φανταζόσουν.Δε θέλω να μάθεις,τίποτα απ' όσα νιώθω.Θα τρόμαζες.Άλλωστε τώρα καμία σημασία δεν έχει.Και ούτε στα λόγια πια δεν είμαι καλή...Στις πράξεις ακόμα χειρότερα,τόσο ανίκανη!Και ξέρεις,η δειλία είναι η μεγαλύτερη ανικανότητα για τις ανθρώπινες σχέσεις.Εσύ δεν είχες ονομάσει τις ανθρώπινες σχέσεις πολύπλοκες;Μη φοβάσαι,δε θα το πω πουθενά,αλλά εσύ δεν ήσουν που είχες ομολογήσει ότι νιώθεις μόνος;Κι εγώ,που πάντα έδινα ηχηρές συμβουλές,σου είπα ότι όλα είναι στο χέρι σου.Δεν το εννοούσα.Απλά,να,τα "σεχρειάζομαι" και τα "μουλείπεις",μου ήταν τρομερά δύσκολο να τα διαχειριστώ.Με φόβιζαν,με απειλούσαν.Έτσι νόμιζα.Να,και τώρα που πίστευα ότι όλα τα έκανα σωστά-όλα "έχουν πάρει το δρόμο τους" άλλωστε-ακόμα και τώρα,δεν μπορώ να πω τίποτα πέρα από ένα ξερό "γεια" και "τικάνεις".Να ξερες,πόσο ήθελα να γνωρίζω ανά πάσα στιγμή,τι κάνεις.Αλλά,ήταν κι είναι αδύνατο.Κι ας υποσχόσουν συναντήσεις.Το ξέραμε κι οι δυο,πως δεν επρόκειτο ποτέ να πραγματοποιηθούν.Και ξέρεις κάτι;Εμένα μου άρεσε το ότι πάντα οι υποσχέσεις σου,έμεναν απραγματοποιήτες.Μου έδειχνε ότι δε φοβάσαι το μετέωρο.Ήσουν διαφορετικός.Τουλάχιστον σ' αυτό.Ξέρεις επίσης τι κατάλαβα;Ότι είσαι από εκείνους τους τύπους που φοβούνται να δώσουν.Εννοώ,ναι,λάτρευα τις μουσικές σου,λάτρευα τα λόγια σου,την αγωνιστικότητά σου,τον τρόπο που με υπερασπιζόσουν,αλλά όχι,δεν έδινες τίποτα περισσότερο.Μπορεί να φοβόσουν ότι θα τ' αρνηθώ,μπορεί κι όχι.Πάντως εγώ σου λέω τώρα-ούτε αυτό έχει σημασία βέβαια-πως θα τα δεχόμουν.Όλα.Δε βαριέσαι,έτσι είναι οι άνθρωποι.Χτυπάνε αλύπητα τις σκιές τους.Αλλά πάντα τις αγκαλιάζουν έπειτα,ζητώντας συγγνώμη. Αλλά τα ΕΜΕΙΣ,μάλλον δεν είναι γι' ΑΥΤΟΥΣ.Δεν είναι για ΣΕΝΑ.Δεν είσαι ΕΣΥ αυτός που πρέπει να νοιαστεί.Είδες πόσα πρόσωπα μπορεί να υπάρξουν σε λίγες μόνο γραμμές;Αλλά τι λέω,δεν τα προσέχεις εσύ αυτά.
Μερικές μέρες,μέρες που απλά έσπρωχνα την ίδια μου την υλική υπόσταση(για την άϋλη,ούτε λόγος),σκεφτόμουν πόσο ακριβά πληρώνω τη φαντασιόπληκτη μορφή μου.Εκείνη τη μορφή,που περιμένει τις Παρακευές ή τα πολύ κρύα βράδια για να αναμετρηθεί λίγο με ό,τι φοβάται κι αγαπά.Εκείνη τη μορφή,που σημειώνει όλα τα "σημαντικά",μη τύχει και τα ξεχάσει,όπως ξεχνούν τόσοι και τόσοι.Πάντα ο φόβος κι η αγάπη πάνε μαζί,είμαι πεπεισμένη πλέον.Ένιωθα ελεύθερη,όποτε η σκέψη σου με κατέκλυζε.Κι έγραφα,έγραφα,έγραφα.Κι όλα τα χαρτιά καίγονταν την επόμενη μέρα.Ξέρεις,τα πρωινά,εκείνα με την ομίχλη και τη μιζέρια την αναπόφευκτη των γύρω,εγώ απλά έκλεινα τα μάτια και ταξίδευα κάπου μακριά,κι ας μην έγραφα πια.Εκεί,σ εκείνα τα μέρη,που λίγες φορές πήγα,μπορεί και να μην ξαναπάω.Το ξέρεις,ότι άρχισα να συχνάζω στο μαγαζί εκείνο,απλά και μόνο επειδή είχα την ψευδαίσθηση ότι μοιραζόμασταν ένα χώρο;Το γνώριζα,ποτέ δε θα ερχόσουν,ήσουν μίλια μακριά.Μα εμένα μου έφτανε,που σκεφτόμουν ότι εσύ ΚΑΠΟΤΕ ήσουν σε εκείνο το μέρος,έστω κι αν ο XΡΟΝΟΣ που κάθισες,δεν ξεπερνούσε τα 10 τραγούδια.Αντίφαση.Αλήθεια,ξέρεις πόσες μουσικές,πόσες αλήθειες,πόσα χρώματα,ανακάλυψα,απλά και μόνο με τη σκέψη σου;Είναι ειρωνικό,το ξέρω,που ακόμα καλά-καλά δεν έχω ακούσει τη φωνή σου.Μα,πώς να είναι η φωνή σου;Εικάζω λίγο βραχνή,ίσως και λίγο μελαγχολική.Να ταιριάζει με τα λόγια σου και τη φαινομενική σου αγριάδα.Μερικές φορές,λέξεις όπως "βλέπω" ή "φαίνεσαι",δε χωράνε σε τέτοιες καταστάσεις.Να,βλέπεις,πάλι λέω ασυναρτησίες και πάλι χρησιμοποιώ λέξεις απαγορευμένες και πάλι γενικεύω-δε σ αρέσουν οι γενικεύσεις,αυτό το έχω εμπεδώσει.Αφού,είναι ψέματα όλα,τι τα σκαλίζω;Όλα εγώ τα δημιούργησα,εσύ ήσουν ο μόνος αθώος.Άρα πρέπει να βάλω τελεία στα όνειρα.Μα όποτε πάω να βάλω,κάτι γίνεται,πάντα κάτι γίνεται,και χάνεται το μολύβι.Μπορεί να το ρίχνω κι εγώ,επίτηδες από τα χέρια μου,τι να σου πω.Τα κόμματα,τα χρησιμοποιώ πιο πολύ.Μα δεν βάζουν τέλος τα κόμματα,μόνο παύσεις.Κι οι παύσεις,πάντα προετοιμάζουν συνέχειες.Ακόμα κι οι παύσεις της σιωπής.Ίσως,η μόνη μου εξέλιξη όλο αυτόν τον καιρό είναι το ότι σταμάτησα να βάζω πολλά αποσιωπητικά.Έγινα πιο σταθερή-τι ειρωνεία!Δεν είναι καιρός για όνειρα,καιρός να ζήσω τη ζωή μου είναι,έτσι λένε.Μα,γιατί πάντα πίστευα ότι μόνο με τα όνειρα,η ζωή παίρνει γεύση;Γεύση γλυκόπικρη,σαν τα κάστανα του χειμώνα,ή σαν τη μαυροδάφνη που ήπιαμε πέρυσι στη γιορτή σου.Χειμώνα δε γιορτάζεις;Γιατί ξέχασα να πω Χρόνια Πολλά.Πάντα ξεχνάω.Τα όνειρά μου,είναι άχρονα.Να,σε κάτι μάλλον μοιάζουμε.
Έχω άλλα τόσα,να σου πω.Θα μπορούσα ακόμα να γράφω σελίδες για ό,τι βίωνα αυτή τη χρονιά αγκαλία με τη σκιά σου.Κι ας μην σ' έχω δει ποτέ κατάματα.Αλλά,να φοβάμαι.Ήδη είπα πολλά πράγματα.Δεν είναι ούτε όμορφα,ούτε σοφά,ούτε εντυπωσιακά.Είναι γυμνά όμως.Γυμνά όσο κι η αλήθεια.Είναι λόγια μιας ολόκληρης χρονιάς,που δεν ειπώθηκαν.Και παρατηρώ,ότι τα γράφω εδώ,γιατί είμαι σίγουρη ότι ποτέ δε θα τα δεις.Κι αν τα δεις,δε θα καταλάβεις.Δεν πειράζει,ούτε εγώ καταλαβαίνω.Επίσης,μπορεί τούτες εδώ οι γραμμές,να ενέχουν ένα μεγάλο κατηγορώ.Μη βιαστείς.Δεν είναι για 'σενα.Για μενα είναι.Για μενα τη δειλή.Για μενα την ιδεολόγο,την επαναστάτρια δίχως αιτία.Που κρύβεται πίσω από λέξεις κι υποκριτικά χαμόγελα.Που δείχνει ν αγαπά,αλλά δεν μπορεί να διαχειριστεί ούτε 1 παραμύθι με δράκους.Νόμιζα πως τα παραμύθια μόνο ιππότες και νεράιδες έχουν.Κρίμα,γελάστηκα.Έχουν και κακούς ρόλους.Και το πιο απειλητικό είναι ότι αυτοί οι ρόλοι,είναι ολότελα δικοί μας.Εμείς τους πλάθουμε,για να μπουν στα παραμύθια μας.Εμείς τα φτιάχνουμε τα παραμύθια.Κι εγώ φτιάχνω ακόμα περισσότερα,τους δίνω έπειτα τόση αστρόσκονη,που μπερδεύομαι και δε βλέπω καθαρά,δεν μπορώ να διακρίνω ποια είναι η αλήθεια και ποιο το παραμύθι.
Είπα ότι είναι δύσκολες οι αρχές;Όχι,δεν είναι.Το τέλος είναι πιο δύσκολο.Ειδικά αν κάτι,δεν άρχισε ποτέ...
 
 
 

Κυριακή 11 Ιουλίου 2010

Smoke and dreams.




Δε μ' ένοιαζε,απλά είχα κλείσει τα μάτια μου σφιχτά και σε ακολουθούσα.Δεν ήθελα να κλέβω.Απλά κρατούσα το χέρι σου και μετρούσα.1,2,3,4,5...100.Αρκετά είχα πει.Αρκετά αμφέβαλα για το είναι μου.Για το φαίνεσθαι.Για χίλια δυο.Αρκετά ήμουν ο θύτης.Ας ανταλλάξουμε ρόλους.Να,θα 'μαι το θύμα και θα κρύβομαι.Θα κρύβομαι αν θέλεις στην τσέπη σου,πίσω από τις βλεφαρίδες σου,σ' εκείνο το μικρό λακάκι που σχηματίζεται σε κάθε μειδίαμά σου.Ίσως να μάθω και κάτι από εμένα.Γιατί όλο τους άλλους ακούω.Όλο τα σχήματα μετρώ,όλο φεύγω,όλο πτοούμαι,όλο προσπαθώ να κάτσω ήσυχα,πίσω από τις κουρτίνες.Να,γι' αυτό μάλλον σε θαυμάζω.Εσύ δεν τις θέλεις τις κουρτίνες και το σκοτάδι τους,αγαπάς τον ήλιο.Μα.Για στάσου μια στιγμή.Σου κρατώ το χέρι και με πηγαίνεις.Δε ρωτώ,δε μιλάω,δε βλέπω.Κι αν;Κι αν όλα αυτά;Κι αν όλα αυτά,με οδηγήσουν σε απύθμενους ωκεανούς,αν με φτάσουν σε απόκρημνα βράχια,σε σπασμένα γυαλιά;


Δε φοβάμαι το μετά.Ούτε εσένα σε φοβάμαι.Ποτέ δε σε φοβήθηκα,κι ας κόμπιαζα όταν σου μιλούσα,κι ας κοιτούσα τα παπούτσια μου,όταν τραγουδούσα τις χιλιοπαιγμένες νότες.Να,εμένα φοβάμαι.Το αν θα πληγωθώ μου είναι αδιάφορο.Φοβάμαι μόνο ότι θα πληγώσω...Μα,πού με πας;Εκεί έξω,το ξέρω το μέρος νομίζω,έχει και μερικά παιδιά που παίζουν ανύποπτα.Κι εμείς παιδιά είμαστε θα μου πεις.Πρέπει να φύγουμε,αρκετά.Θα ανησυχήσουν.Πρέπει να κόψω και τα μαλλιά μου.Κι ακόμα ν' αγοράσω μερικά ρούχα.Μεγάλωσα και δε μου χωράνε πια αυτά που έχω.Τώρα,ντύνομαι μόνο με τύψεις κι αμφιβολίες.Και δεν είναι ότι σε φοβάμαι ή κάτι τέτοιο.Εμένα με φοβάμαι...Εμένα.


Πρέπει να ανοίξω λίγο τα παράθυρα.Γέμισε το δωμάτιο καπνό.

Πέμπτη 1 Ιουλίου 2010

Βροχοποιός...



Έγινα βροχοποιός, γιατί τα δάκρυα στερέψανε...
http://www.youtube.com/watch?v=ZZud4M9uu0A

@The photographs are copyrighted by the photographer.