Λύσε τα μαλλιά σου να μυρίσει το δωμάτιο πικραμύγδαλο ν' ανασάνω μέσα από σένα, λίγες παρελθοντικές παύσεις στα ξένα, στα εδώ και στα παραπέρα, να δω την εφηβεία μου ολόκληρη ξαπλωμένη να διαβάζει σελίδες που ποτέ δεν κατάλαβε. Μάρθα Φριντζήλα στ΄αυτιά να τραγουδάει τον έρωτα που μόλις ξεγλίστρησε απ' τις χαραμάδες κι εμείς δεν τον κυνηγήσαμε ούτε λίγο και έχουμε μείνει τώρα να καδράρουμε τις κυρίες Ανασφάλειες σ' όλες τις δυνατές πόζες να έρχονται οι καλεσμένοι να λένε όμορφες μπούρδες και 'μεις να τους δίνουμε πίσω αμήχανα χαμόγελα.
Θα σου απολογηθώ, θα το κάνω μόνο για ΄σενα γιατί στο χρωστάω παρέα με δυο φιλοξενίες, τρία τρυφερά λογάκια και 2,50 ευρώ που δε σου έδωσα ποτέ πίσω-για ένα καραφάκι τσίπουρο.
Αύγουστος. Στο Ηράκλειο, στην κυρά Μαρία, περίεργοι αισθηματίες πουλάν τρέλα, ρακή και ρεμπέτικο σε τιμή ευκαιρίας κι εσύ τραγουδάς σε μια σκηνή, πάρε άστρα, πάρε άσπρη πλαστική καρέκλα, μουσικοχορευτικές αμφισβητήσεις, είσαι σκέτο μυστήριο, εσύ σκέτη παραίτηση, μην αφεθείς, αφέσου, ωραία που είναι ν' αγαπιέσαι όταν είσαι μεθυσμένος, να πέφτεις στα χαλίκια, να γεμίζουν τα χαλίκια αίματα, χτυπάς τα μέταλλα και βγάζουν μουσικές και πίνεις δροσερή λεμονάδα με τον Κυριάκο σου στους Διόσκουρους και λέτε αστείες ιστορίες με έναν τρελό και μια τρελή. Μετά στα κρύα βλέπετε ταινία και πάνω πάλι άστρα που μέχρι κι αυτά δε θέλουν να μας πάρουν οι κακοί τη γη μας, γνωριμίες, ανασφαλείς χειραψίες, χαρτιά, συζητήσεις, αντρικό γέλιο, πάλι δεν ήρθες, τολμάω ή δεν τολμάω, ούτε που ξέρω. Πάρε το παραγεμισμένο σου σάκο και φύγε, φύγε.
Σεπτέμβρης. Αγκαλιά με τα κορίτσια, μου λείψατε σκασμένες κι έχουμε καιρό να κάνουμε σημαιοστολισμένες καμιά βόλτα ν΄αναζητήσουμε ευτράπελα. Δεν ήρθαν ούτε φέτος και φταίει το κεφάλι μας, να το ξέρετε μικρές. Το λοιπόν, ήρθε φθινόπωρο με δυο βαθμούς, μια στραβομάρα, την Ξάνθη στο χάρτη τσεκαρισμένη με ένα κόκκινο σκούρο-σχεδόν μαύρο, δυο νύχτες αλκοολούχες ως απάνω, εκείνον, τα γλυκόλογα έφυγαν απ' το στόμα του κι ήρθαν στο δικό μου, πολύ φόβο ως συνήθως και μια ρετσίνα να χορεύει παραδοσιακά ντέρτια. Όμορφο τρελό μικρό μου, μαγικό μελαχρινό μου με τα αθώα μάτια και τα τόσα ερωτήματα. Μεγαλώνουμε μικρή, ξύπνα πια. Έχω βάλει στοίχημα πως θα σε κερδίσω μα εσύ όλο ξεγλιστράς και με καλείς για ένα πικρό καφέ στην Ισαύρων-μας υποχρέωσες.
Οκτώβρης. Ταινίες στο μαθηματικό με αυτοσχέδιες μπύρες μονόευρες κι όμορφα πρόσωπα γύρω. Το σπιτάκι με το φίλο, τα γατάκια, τα καρότα, το τζάκι, τη βροχή, το σκέπασμα. Είχε κρύο αλλά τα τραγούδια για έναν άλλον κόσμο σε μια συναυλία αλληλεγγύης δεν πτοήθηκαν, κι εσύ τσακωμένη με τη φίλη και το ίδιο σου το είναι, περίμενες αυτόν και την άλλη κοινωνία. Εκεί κάπου διαπίστωσες ότι η άλλη κοινωνία θα ρθει νωρίτερα από εκείνον μάλλον. Κάποια μισόφιλα, κάποια μισαγγίγματα, χαρίστηκες σε άλλους, αρχίζεις και κρυώνεις και η κατάσταση στενεύει. Ισπανικά τραγούδια και φιλμάκια, μαθαίνεις πια λέξεις, μακριά σου ένα χρόνο αγάπη μου, μπερδεύεις την προφορά, επαφή με τα μικρά που δεν πήραν αγάπη κι εσύ πρέπει να μεγαλώσεις για να τους δώσεις λίγη απ' τη δική σου. Σ' απορρίπτουν και μετά σου δίνουν χαριτωμένα χαμόγελα και το μικρό τους χεράκι να χάνεται στο δικό σου. 5 ομοιότητες της κατάθλιψης, 1 του παραλογισμού, κάτι χαζά εδώ κι εκεί, ξανά ανασφάλεις. Φταις κι εσύ γι΄αυτό, να το ξέρεις.
Νοέμβρης. Ψάχνεις να βρεις κάτι να φυλαχτείς απ' το κρύο και μένεις μετέωρη στο πορτοκαλοκαφέ σου σαλονάκι και νιώθεις ότι πνίγεσαι. Μοιράστηκες σε ρεμπέτικα, ανυπότακτη στη μιζέρια, αλλά κάτι δεν πάει καλά, το νιώθεις πια, έτσι δεν είναι; Τα μικρά σου ζωγραφίζουν κι εσύ προσπαθείς να ξεχάσεις ότι είσαι κι εσύ μικρή και να ατσαλώσεις. Έβρεχε πολύ, ετοιμαζόσουν να πετάξεις και στον καναπέ σου μοράστηκαν ανούσια λόγια, ανούσια δοσίματα, εσύ αδιάφορη, πάντα αδιάφορη και πάντα έξω απ' τα νερά σου στην επίπλαστη άνεση. Ένα μεγάλο μουσταρδί κασκόλ, πάνω απ' το μοντγκόμερι και κλάματα, αχ μικρή μεγάλωσε επιτέλους! Πας στην Αθήνα, κάτι περίεργο, εσύ άλλη, αυτός πιο πίσω, εσύ μπροστά ή και στάσιμη. Στην πρωτοπορεία για κανά βιβλίο, μια όμορφη γειτονιά με άσπρο τσιμέντο και μωβ λουλούδια-σαν ταινία του '50-αλλά εσύ κάπου χάνεσαι πια, σφηνωμένη στα πέρα δώθε, τις νέες γνωριμίες που σε σκορπάνε και τις ανασφάλειες-αυτές εκεί, ακλόνητες.Αγάπη είναι η μοναξιά που πρέπει στον καθένα. Μην κλαις Ελένη μου ένα χάραμα μπροστά απ' την ιατρική, σ΄ ένα παντάξενο Γουδί. Βαριές μπορντώ κουίντες, εθνικό εισιτήριο, σκούπισε τα μάτια σου αγάπη μου. Έκοψες το οινόπνευμα και είδες νηφάλια πλαγιομετωπικές.
Δεκέμβρης. Μετά την πορεία, παραχώσαμε στα μπαγκάζια ζεστά πουλόβερ και φύγαμε για Βερολίνο. Ένας Άγγλος σου είπε δυο ωραία λόγια, τα παζάρια σου χάρισαν ασπρόμαυρες φωτογραφίες, το τείχος σου έδωσε συζητήσεις, τα μουσεία σκέψεις, τα κορίτσια γέλιο, οι μπύρες λήθη, το ταξίδι σκέψεις-σουβενίρ και μια τσάντα παραγεμισμένη με χαρτιά και χάρτες. Μυρωδιές και εικόνες να τρέχουν ανάμεσα στο αστικό και το γήινο, το απόκοσμο και το αφόρητα πεζό.Ποδόσφαιρο με μπαλόνια στο στέκι μεταναστών με τα σκουρόχρωμα παιδιά, έχουμε 5/5 απορριπτικές λέξεις, εκείνο το κορίτσι δε θα το ξεχάσεις, που έντυνε το πανέμορφο μικράκι να μην της κρυώσει. Μελαγχολικό που είναι αυτό το κορίτσι-μεγάλωσε απότομα, λένε, δε το άφησαν, λες Μετά γιορτές και λαμπιοναρισμένες μελαγχολίες, πολύ κλάμα επειδή πάλι δεν εμφανίστηκες-κι έχουμε τόσον καιρό να τα πούμε!
Γενάρης. Εσύ εμφανίστηκες τελικά, εγώ ξεγυμνώθηκα, μείναμε τέσερις σ' έναν τεκέ, εμείς κι ένα ζευγάρι γάντια, ο άλλος της άλλης να λέει ωραίες λέξεις, ο φίλος σου ωραίες λέξεις, πόσο μπερδευτήκαμε πάλι, είμαι μικρούλα, άσε με, χορός να ξεχαστούμε, όμορφη που είσαι σήμερα, ένα κόκκινο κραγιόν κατακόκκινο, δυο σταυρωτά φιλιά, αυτός ο πικρόχολος κάτι έφτυσε, ένας μεθυσμένος μ' αγάπησε, θέλουν λένε να τραγουδήσω τον καημό μου, πάνε κι αυτά, έφυγαν κι εμείς στοίβαμε την άρνηση. Έκλαψες στην πρωταλλαγή, μα δε σου πρέπει άλλο δάκρυ, ακόμα ν' αφεθείς;
Φλεβάρης. Έπειτα από ένα σκασμό μαθήματα και μια διάθεση στον πάτο, έβαλες να πάρεις τα πάνω σου, μια τσικνοπέμπτη χάρμα, κοπλιμεντάρεις το κενό, σε κοιτούν όταν τους κοιτάς κι εσύ ενώ τα μαλλιά μπαίνουν πίσω απ' τ΄αυτί να μην εμποδίσουν την ευθεία όραση. Χωρίς παρεκκλίσεις. Ήρθε η καλή σου και βγήκατε μια κρύα ποιητική βραδιά και είπατε πολλά λόγια. Χορεύεις ψυχεδελικά κι ασταμάτητα, πήγες δυο βόλτες στο σχολείο, άλλες τόσες σε εκείνο το περίεργο μέρος κι εκείνος ο άντρας πια, σου μιλάει λες κι είναι παιδάκι μικρό κι απροστάτευτο αλλά εσύ δεν έχεις άλλα αποθέματα για παρηγόριες και φτύνεις ένα ξερό ευχαριστώ στο αμήχανο κοπλιμέντο. Μετά θα φύγεις για την Κέρκυα να βρεις την αγαπημένη σου και θα κάνεις βόλτες στον αέρα με το μηχανάκι και τα άδολα μάτια, να πιεις ένα κρασί να δεις πως όλα θα πάνε καλά. Αγωνία για τη μικρή σου, θα τα καταφέρετε;
Μάρτης. Μια πρόταση μιας φίλης που γύρισε ένα βροχερό απόγευμα απ' τα ξένα ικανή να σου αλλάξει τη ζωή-και παίρνεις το ρίσκο και λες θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό. Δεν κάνεις καμία κίνηση, ποιος ξέρει τι συνωμοσίες στήνουν οι μεμψίμοιρες πορείες πάνω απ' το κεφαλάκι σου, πήγες θέατρα, είδες ταινίες, στην παραλία, ένας τρελός σε λέει κάπως και σε πονάει ακόμα κι αυτό, ξυπνάς δύσκολα, περνάς άσχημα, έρχονται συγκρούσεις και θα 'θελες όλα να ταν όπως πριν.
Απρίλης. Γυρνάς στο σπίτι σου, μέρα μεσημέρι και το νέο σε λεπιδώνει, σα να έχει πέσει κομήτης στο μικρό σου σύμπαν κι ο κρατήρας έτοιμος να σκάσει. Θα πας να χαιρετίσεις τους φίλους σε μια πορεία, σε μια απεργία, σ' ένα γλέντι, κανείς δεν περιμένει τον πόνο σου, δε χωράω στη γιορτή σας, δε θέλετε άλλους θλιμμένους έτσι; Πιάνεις χέρια να χορέψετε μαζί να ξεχαστείτε, όμορφα χαμογελάς νομίζω, θέλω λίγο να πιω να μεθύσω το λυγμό μου, βάλε μου ένα ποτηράκι να ζαλιστώ. Ο Γ. θα φύγει και όλοι θα είναι τόσο νέοι να τον χαιρετίσουν και το ουίσκι δε θα κάνει τίποτα, τα λόγια δυο σκατένια σχήματα πάνω σε λεκέδες, τι είσαι; αχάριστη. Αποχαιρετάς τα γενέθλια με μια μαντινάδα κι ένα θάνατο; Είναι άδικο, ακούτε; Δεν υπάρχει θεός, αλλά μακάρι να υπήρχε, πολύ θα το ήθελα όταν αυτό που δεν ξέρεις τι είναι σε πνίγει ως πάνω. Μια μέρα θα πω ένα ρεμπέτικο ειδικά για 'σενα με την αμφίβολη φωνή και τα όμορφα τσίνορα. Δε με νοιάζει πια ο άλλος, προστατευτείτε από μόνοι σας, διάολε! Η τελευταία μέρα στην πόλη, ήταν ήρεμη κι όμορφη, θα ρθεις μαζί μου να με βοηθήσεις; Θα δούμε αγκαλιά τη μικρά Αγγλία κι εγώ θα σου λέω πολλά σαγαπώ, θα κουρνιάζω όπως όταν είμαι μικρούλα, θα προσπαθείς εσύ να με σώσεις απ' το λήθαργο.
Μάης. Συνέρχομαι, αν κι άργησα. Ξεκίνησα τις συναντήσεις, μα τι περίεργο που είναι να μπαίνεις μέσα στους ανθρώπους πάλι και να παίρνεις τα πάνω σου, να μιλάτε σε ταράτσες κι ο κόσμος στη χούφτα σου, γνώρισες κι έναν τύπο με περίεργη φωνή κι ωραίες ταινίες στη συλλογή του-μωρέ λες; είπες κι άρχισες να προχωράς. Και βρήκες ότι μπορείς να τα καταφέρεις και κυκλοφορούσες με τη φωτογραφική σου να καλύψεις τα γεγονότα και χόρεψες με κάποιον που άνθισε γιατί βρήκε τον εαυτό του κι ήπιες ποτά των 2 ευρώ και γέλασες που όλα θα 'ρθουν αλλά εσύ δεν τα περιμένεις, ας μιλήσεις με τους ειδήμονες κι ας πουν το αντίθετο αν τους βαστάει. Επόμενη στάση-Λονδίνο, είσαι μαζεμένη μες στο μπλε μπουφάν και τα μάτια σου όλο στριφογυρνάν να δουν, να πάρουν ό,τι γίνεται. Χαζή, ο κόσμος τρέχει στο μετρό, τρέχει στο πράσινο, τρέχει στις κυλιόμενες σκάλες, τρέχει να ερωτευτεί και δεν περιμένει την ανάρωσή σου. Και καλά κάνει.
Ιούνης. Μια σειρά από φεστιβάλ, σουλάτσα στη βιβλιοθήκη, ο Θανάσης μας ξανάφερε τις σταθερές μας που θα ξεπουληθούν ξανά για το τίποτα, ήρθαν τα πάνω-κάτω, πόσες συναυλίες;-έχασες το μέτρημα, γράμματα, εικόνες, φωτογραφίες, προξενιά, κατακτήσεις σε άλλες φυλές, κάτω απ' τον προβολέα, κάθε Κυριακή, στρίβουμε τσιγάρο και λέμε λόγια, έγραψα άρθρο-πες μου τη γνώμη σου, μ' ενδιαφέρει(ς), δείξε μου πώς γυρίζει ο τροχός, ένας τύπος χώνεται, άφησέ με ήσυχη, όλα τα μαθήματα περασμένα ρε θηρίο; τραγούδια, χορός, με πιάνεις απ' τη μέση μια δευτέρα με τεκίλες, δε θέλω άλλο δόσιμο, κουράστηκα αλήθεια, έλα να μιλήσουμε για τον περίεργο κόσμο, πιάσε μου το χέρι, θ' αφεθώ ποτέ, καλέ! εσύ ανανεώθηκες!, μουσικές γραμμοφώνου, μη μου στέλνεις λόγια και κυρίως, μη με ρωτάς τι έπαθες κορίτσι μου, μην παίζεις άλλο μαζί μου πάνω που σηκώνομαι. Μπράβο, χίλια μπράβο που δεν τα έχεις παρατήσει όλα ακόμα. Κάνε ο επόμενος να είναι ολότελα άλλος.
Πάνω που σε διέγραψα σ' ένα πλοίο με αέρα, σε ένα δίστιχο που δε σε θυμίζει, επιστρέφεις κι εγώ ετεροκαθορίζομαι. Εσύ φταις για όλα και το κρίμα στο λαιμό σου.
Θα σου απολογηθώ, θα το κάνω μόνο για ΄σενα γιατί στο χρωστάω παρέα με δυο φιλοξενίες, τρία τρυφερά λογάκια και 2,50 ευρώ που δε σου έδωσα ποτέ πίσω-για ένα καραφάκι τσίπουρο.
Αύγουστος. Στο Ηράκλειο, στην κυρά Μαρία, περίεργοι αισθηματίες πουλάν τρέλα, ρακή και ρεμπέτικο σε τιμή ευκαιρίας κι εσύ τραγουδάς σε μια σκηνή, πάρε άστρα, πάρε άσπρη πλαστική καρέκλα, μουσικοχορευτικές αμφισβητήσεις, είσαι σκέτο μυστήριο, εσύ σκέτη παραίτηση, μην αφεθείς, αφέσου, ωραία που είναι ν' αγαπιέσαι όταν είσαι μεθυσμένος, να πέφτεις στα χαλίκια, να γεμίζουν τα χαλίκια αίματα, χτυπάς τα μέταλλα και βγάζουν μουσικές και πίνεις δροσερή λεμονάδα με τον Κυριάκο σου στους Διόσκουρους και λέτε αστείες ιστορίες με έναν τρελό και μια τρελή. Μετά στα κρύα βλέπετε ταινία και πάνω πάλι άστρα που μέχρι κι αυτά δε θέλουν να μας πάρουν οι κακοί τη γη μας, γνωριμίες, ανασφαλείς χειραψίες, χαρτιά, συζητήσεις, αντρικό γέλιο, πάλι δεν ήρθες, τολμάω ή δεν τολμάω, ούτε που ξέρω. Πάρε το παραγεμισμένο σου σάκο και φύγε, φύγε.
Σεπτέμβρης. Αγκαλιά με τα κορίτσια, μου λείψατε σκασμένες κι έχουμε καιρό να κάνουμε σημαιοστολισμένες καμιά βόλτα ν΄αναζητήσουμε ευτράπελα. Δεν ήρθαν ούτε φέτος και φταίει το κεφάλι μας, να το ξέρετε μικρές. Το λοιπόν, ήρθε φθινόπωρο με δυο βαθμούς, μια στραβομάρα, την Ξάνθη στο χάρτη τσεκαρισμένη με ένα κόκκινο σκούρο-σχεδόν μαύρο, δυο νύχτες αλκοολούχες ως απάνω, εκείνον, τα γλυκόλογα έφυγαν απ' το στόμα του κι ήρθαν στο δικό μου, πολύ φόβο ως συνήθως και μια ρετσίνα να χορεύει παραδοσιακά ντέρτια. Όμορφο τρελό μικρό μου, μαγικό μελαχρινό μου με τα αθώα μάτια και τα τόσα ερωτήματα. Μεγαλώνουμε μικρή, ξύπνα πια. Έχω βάλει στοίχημα πως θα σε κερδίσω μα εσύ όλο ξεγλιστράς και με καλείς για ένα πικρό καφέ στην Ισαύρων-μας υποχρέωσες.
Οκτώβρης. Ταινίες στο μαθηματικό με αυτοσχέδιες μπύρες μονόευρες κι όμορφα πρόσωπα γύρω. Το σπιτάκι με το φίλο, τα γατάκια, τα καρότα, το τζάκι, τη βροχή, το σκέπασμα. Είχε κρύο αλλά τα τραγούδια για έναν άλλον κόσμο σε μια συναυλία αλληλεγγύης δεν πτοήθηκαν, κι εσύ τσακωμένη με τη φίλη και το ίδιο σου το είναι, περίμενες αυτόν και την άλλη κοινωνία. Εκεί κάπου διαπίστωσες ότι η άλλη κοινωνία θα ρθει νωρίτερα από εκείνον μάλλον. Κάποια μισόφιλα, κάποια μισαγγίγματα, χαρίστηκες σε άλλους, αρχίζεις και κρυώνεις και η κατάσταση στενεύει. Ισπανικά τραγούδια και φιλμάκια, μαθαίνεις πια λέξεις, μακριά σου ένα χρόνο αγάπη μου, μπερδεύεις την προφορά, επαφή με τα μικρά που δεν πήραν αγάπη κι εσύ πρέπει να μεγαλώσεις για να τους δώσεις λίγη απ' τη δική σου. Σ' απορρίπτουν και μετά σου δίνουν χαριτωμένα χαμόγελα και το μικρό τους χεράκι να χάνεται στο δικό σου. 5 ομοιότητες της κατάθλιψης, 1 του παραλογισμού, κάτι χαζά εδώ κι εκεί, ξανά ανασφάλεις. Φταις κι εσύ γι΄αυτό, να το ξέρεις.
Νοέμβρης. Ψάχνεις να βρεις κάτι να φυλαχτείς απ' το κρύο και μένεις μετέωρη στο πορτοκαλοκαφέ σου σαλονάκι και νιώθεις ότι πνίγεσαι. Μοιράστηκες σε ρεμπέτικα, ανυπότακτη στη μιζέρια, αλλά κάτι δεν πάει καλά, το νιώθεις πια, έτσι δεν είναι; Τα μικρά σου ζωγραφίζουν κι εσύ προσπαθείς να ξεχάσεις ότι είσαι κι εσύ μικρή και να ατσαλώσεις. Έβρεχε πολύ, ετοιμαζόσουν να πετάξεις και στον καναπέ σου μοράστηκαν ανούσια λόγια, ανούσια δοσίματα, εσύ αδιάφορη, πάντα αδιάφορη και πάντα έξω απ' τα νερά σου στην επίπλαστη άνεση. Ένα μεγάλο μουσταρδί κασκόλ, πάνω απ' το μοντγκόμερι και κλάματα, αχ μικρή μεγάλωσε επιτέλους! Πας στην Αθήνα, κάτι περίεργο, εσύ άλλη, αυτός πιο πίσω, εσύ μπροστά ή και στάσιμη. Στην πρωτοπορεία για κανά βιβλίο, μια όμορφη γειτονιά με άσπρο τσιμέντο και μωβ λουλούδια-σαν ταινία του '50-αλλά εσύ κάπου χάνεσαι πια, σφηνωμένη στα πέρα δώθε, τις νέες γνωριμίες που σε σκορπάνε και τις ανασφάλειες-αυτές εκεί, ακλόνητες.Αγάπη είναι η μοναξιά που πρέπει στον καθένα. Μην κλαις Ελένη μου ένα χάραμα μπροστά απ' την ιατρική, σ΄ ένα παντάξενο Γουδί. Βαριές μπορντώ κουίντες, εθνικό εισιτήριο, σκούπισε τα μάτια σου αγάπη μου. Έκοψες το οινόπνευμα και είδες νηφάλια πλαγιομετωπικές.
Δεκέμβρης. Μετά την πορεία, παραχώσαμε στα μπαγκάζια ζεστά πουλόβερ και φύγαμε για Βερολίνο. Ένας Άγγλος σου είπε δυο ωραία λόγια, τα παζάρια σου χάρισαν ασπρόμαυρες φωτογραφίες, το τείχος σου έδωσε συζητήσεις, τα μουσεία σκέψεις, τα κορίτσια γέλιο, οι μπύρες λήθη, το ταξίδι σκέψεις-σουβενίρ και μια τσάντα παραγεμισμένη με χαρτιά και χάρτες. Μυρωδιές και εικόνες να τρέχουν ανάμεσα στο αστικό και το γήινο, το απόκοσμο και το αφόρητα πεζό.Ποδόσφαιρο με μπαλόνια στο στέκι μεταναστών με τα σκουρόχρωμα παιδιά, έχουμε 5/5 απορριπτικές λέξεις, εκείνο το κορίτσι δε θα το ξεχάσεις, που έντυνε το πανέμορφο μικράκι να μην της κρυώσει. Μελαγχολικό που είναι αυτό το κορίτσι-μεγάλωσε απότομα, λένε, δε το άφησαν, λες Μετά γιορτές και λαμπιοναρισμένες μελαγχολίες, πολύ κλάμα επειδή πάλι δεν εμφανίστηκες-κι έχουμε τόσον καιρό να τα πούμε!
Γενάρης. Εσύ εμφανίστηκες τελικά, εγώ ξεγυμνώθηκα, μείναμε τέσερις σ' έναν τεκέ, εμείς κι ένα ζευγάρι γάντια, ο άλλος της άλλης να λέει ωραίες λέξεις, ο φίλος σου ωραίες λέξεις, πόσο μπερδευτήκαμε πάλι, είμαι μικρούλα, άσε με, χορός να ξεχαστούμε, όμορφη που είσαι σήμερα, ένα κόκκινο κραγιόν κατακόκκινο, δυο σταυρωτά φιλιά, αυτός ο πικρόχολος κάτι έφτυσε, ένας μεθυσμένος μ' αγάπησε, θέλουν λένε να τραγουδήσω τον καημό μου, πάνε κι αυτά, έφυγαν κι εμείς στοίβαμε την άρνηση. Έκλαψες στην πρωταλλαγή, μα δε σου πρέπει άλλο δάκρυ, ακόμα ν' αφεθείς;
Φλεβάρης. Έπειτα από ένα σκασμό μαθήματα και μια διάθεση στον πάτο, έβαλες να πάρεις τα πάνω σου, μια τσικνοπέμπτη χάρμα, κοπλιμεντάρεις το κενό, σε κοιτούν όταν τους κοιτάς κι εσύ ενώ τα μαλλιά μπαίνουν πίσω απ' τ΄αυτί να μην εμποδίσουν την ευθεία όραση. Χωρίς παρεκκλίσεις. Ήρθε η καλή σου και βγήκατε μια κρύα ποιητική βραδιά και είπατε πολλά λόγια. Χορεύεις ψυχεδελικά κι ασταμάτητα, πήγες δυο βόλτες στο σχολείο, άλλες τόσες σε εκείνο το περίεργο μέρος κι εκείνος ο άντρας πια, σου μιλάει λες κι είναι παιδάκι μικρό κι απροστάτευτο αλλά εσύ δεν έχεις άλλα αποθέματα για παρηγόριες και φτύνεις ένα ξερό ευχαριστώ στο αμήχανο κοπλιμέντο. Μετά θα φύγεις για την Κέρκυα να βρεις την αγαπημένη σου και θα κάνεις βόλτες στον αέρα με το μηχανάκι και τα άδολα μάτια, να πιεις ένα κρασί να δεις πως όλα θα πάνε καλά. Αγωνία για τη μικρή σου, θα τα καταφέρετε;
Μάρτης. Μια πρόταση μιας φίλης που γύρισε ένα βροχερό απόγευμα απ' τα ξένα ικανή να σου αλλάξει τη ζωή-και παίρνεις το ρίσκο και λες θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό. Δεν κάνεις καμία κίνηση, ποιος ξέρει τι συνωμοσίες στήνουν οι μεμψίμοιρες πορείες πάνω απ' το κεφαλάκι σου, πήγες θέατρα, είδες ταινίες, στην παραλία, ένας τρελός σε λέει κάπως και σε πονάει ακόμα κι αυτό, ξυπνάς δύσκολα, περνάς άσχημα, έρχονται συγκρούσεις και θα 'θελες όλα να ταν όπως πριν.
Απρίλης. Γυρνάς στο σπίτι σου, μέρα μεσημέρι και το νέο σε λεπιδώνει, σα να έχει πέσει κομήτης στο μικρό σου σύμπαν κι ο κρατήρας έτοιμος να σκάσει. Θα πας να χαιρετίσεις τους φίλους σε μια πορεία, σε μια απεργία, σ' ένα γλέντι, κανείς δεν περιμένει τον πόνο σου, δε χωράω στη γιορτή σας, δε θέλετε άλλους θλιμμένους έτσι; Πιάνεις χέρια να χορέψετε μαζί να ξεχαστείτε, όμορφα χαμογελάς νομίζω, θέλω λίγο να πιω να μεθύσω το λυγμό μου, βάλε μου ένα ποτηράκι να ζαλιστώ. Ο Γ. θα φύγει και όλοι θα είναι τόσο νέοι να τον χαιρετίσουν και το ουίσκι δε θα κάνει τίποτα, τα λόγια δυο σκατένια σχήματα πάνω σε λεκέδες, τι είσαι; αχάριστη. Αποχαιρετάς τα γενέθλια με μια μαντινάδα κι ένα θάνατο; Είναι άδικο, ακούτε; Δεν υπάρχει θεός, αλλά μακάρι να υπήρχε, πολύ θα το ήθελα όταν αυτό που δεν ξέρεις τι είναι σε πνίγει ως πάνω. Μια μέρα θα πω ένα ρεμπέτικο ειδικά για 'σενα με την αμφίβολη φωνή και τα όμορφα τσίνορα. Δε με νοιάζει πια ο άλλος, προστατευτείτε από μόνοι σας, διάολε! Η τελευταία μέρα στην πόλη, ήταν ήρεμη κι όμορφη, θα ρθεις μαζί μου να με βοηθήσεις; Θα δούμε αγκαλιά τη μικρά Αγγλία κι εγώ θα σου λέω πολλά σαγαπώ, θα κουρνιάζω όπως όταν είμαι μικρούλα, θα προσπαθείς εσύ να με σώσεις απ' το λήθαργο.
Μάης. Συνέρχομαι, αν κι άργησα. Ξεκίνησα τις συναντήσεις, μα τι περίεργο που είναι να μπαίνεις μέσα στους ανθρώπους πάλι και να παίρνεις τα πάνω σου, να μιλάτε σε ταράτσες κι ο κόσμος στη χούφτα σου, γνώρισες κι έναν τύπο με περίεργη φωνή κι ωραίες ταινίες στη συλλογή του-μωρέ λες; είπες κι άρχισες να προχωράς. Και βρήκες ότι μπορείς να τα καταφέρεις και κυκλοφορούσες με τη φωτογραφική σου να καλύψεις τα γεγονότα και χόρεψες με κάποιον που άνθισε γιατί βρήκε τον εαυτό του κι ήπιες ποτά των 2 ευρώ και γέλασες που όλα θα 'ρθουν αλλά εσύ δεν τα περιμένεις, ας μιλήσεις με τους ειδήμονες κι ας πουν το αντίθετο αν τους βαστάει. Επόμενη στάση-Λονδίνο, είσαι μαζεμένη μες στο μπλε μπουφάν και τα μάτια σου όλο στριφογυρνάν να δουν, να πάρουν ό,τι γίνεται. Χαζή, ο κόσμος τρέχει στο μετρό, τρέχει στο πράσινο, τρέχει στις κυλιόμενες σκάλες, τρέχει να ερωτευτεί και δεν περιμένει την ανάρωσή σου. Και καλά κάνει.
Ιούνης. Μια σειρά από φεστιβάλ, σουλάτσα στη βιβλιοθήκη, ο Θανάσης μας ξανάφερε τις σταθερές μας που θα ξεπουληθούν ξανά για το τίποτα, ήρθαν τα πάνω-κάτω, πόσες συναυλίες;-έχασες το μέτρημα, γράμματα, εικόνες, φωτογραφίες, προξενιά, κατακτήσεις σε άλλες φυλές, κάτω απ' τον προβολέα, κάθε Κυριακή, στρίβουμε τσιγάρο και λέμε λόγια, έγραψα άρθρο-πες μου τη γνώμη σου, μ' ενδιαφέρει(ς), δείξε μου πώς γυρίζει ο τροχός, ένας τύπος χώνεται, άφησέ με ήσυχη, όλα τα μαθήματα περασμένα ρε θηρίο; τραγούδια, χορός, με πιάνεις απ' τη μέση μια δευτέρα με τεκίλες, δε θέλω άλλο δόσιμο, κουράστηκα αλήθεια, έλα να μιλήσουμε για τον περίεργο κόσμο, πιάσε μου το χέρι, θ' αφεθώ ποτέ, καλέ! εσύ ανανεώθηκες!, μουσικές γραμμοφώνου, μη μου στέλνεις λόγια και κυρίως, μη με ρωτάς τι έπαθες κορίτσι μου, μην παίζεις άλλο μαζί μου πάνω που σηκώνομαι. Μπράβο, χίλια μπράβο που δεν τα έχεις παρατήσει όλα ακόμα. Κάνε ο επόμενος να είναι ολότελα άλλος.
Πάνω που σε διέγραψα σ' ένα πλοίο με αέρα, σε ένα δίστιχο που δε σε θυμίζει, επιστρέφεις κι εγώ ετεροκαθορίζομαι. Εσύ φταις για όλα και το κρίμα στο λαιμό σου.