Σάββατο 26 Ιουνίου 2010

Just poetry.


H Παρουσία-Οσυσσέας Ελύτης
Μ. Ν.:Περπατώ μες στ΄αγκάθια
μες στα σκοτεινά σ΄αυτά που΄ναι να γίνουν και στ΄αλλοτινά
κι έχω για μόνο μου όπλο μόνη άμυνα
τα νύχια μου τα μωβ σαν τα κυκλάμινα.


Α.: Παντού την είδα.
Να κρατάει ένα ποτήρι και να κοιτάζει το κενό.
Ν΄ακούει δίσκους ξαπλωμένη χάμου. Να περπατάει στο δρόμο με φαρδιά παντελόνια και μια παλιά καμπαρντίνα.
Μπρος από τις βιτρίνες των παιδιών. Πιο θλιμμένη τότε.
Και στις δισκοθήκες, πιο νευρική, να τρώει τα νύχια της.
Καπνίζει αμέτρητα τσιγάρα. Είναι χλωμή και ωραία.
Μα να της μιλάς ούτε που ακούει καθόλου.
Σα να γίνεται κάτι αλλού – που μόνο αυτή το ακούει και τρομάζει. Κρατάει το χέρι σου σφιχτά, δακρύζει, αλλά δεν είναι ε κ ε ί.
Δεν την έπιασα ποτέ και δεν της πήρα τίποτα.


Μ.Ν.: Τίποτα δεν κατάλαβε.Όλη την ώρα μου έλεγε “θυμάσαι;”
Τι να θυμηθώ. Μονάχα τα όνειρα θυμάμαι γιατί τα βλέπω νύχτα.
Όμως τη μέρα αισθάνομαι άσχημα – πως να το πω: απροετοίμαστη. Βρέθηκα μέσα στη ζωή τόσο άξαφνα – κει που δεν το περίμενα καθόλου.
Έλεγα “μπα θα συνηθίσω”. Κι όλα γύρω μου έτρεχαν.
Πράγματα και άνθρωποι έτρεχαν, έτρεχαν – ώσπου βάλθηκα κι εγώ να τρέχω σαν τρελή. Αλλά φαίνεται, το παράκανα.
Επειδή - δεν ξέρω – κάτι παράξενο έγινε στο τέλος.
Πρώτα έβλεπα τον νεκρό κι ύστερα γινόταν ο φόνος.
Πρώτα ερχόταν το αίμα κι ύστερα ο χτύπος κι η κραυγή.
Και τώρα όταν ακούω να βρέχει δεν ξέρω τι με περιμένει...

Ιδιώνυμο-Κατερίνα Γώγου...τραλαλάμ... τραλαλάμ
τι ώρα να 'ναι
όλη τη νύχτα χτύπαγα το κουδούνι σου
μα δεν ήσουνα πάνω.
Μη σε νοιάζει ...
όταν ο κόσμος περνούσε έκανα πως ψάχνω την τσάντα μου.
Ξέρω 'γώ ... έτσι έκανα πάντα
Δεν ήτανε τίποτα σοβαρό
δεν ήθελα να σε τρομάξω πάλι
ήθελα μονάχα να σου πω να πάμε να παίξουμε.
Από την άλλη μεριά δεν περνάν αυτοκίνητα
αλήθεια σου λέω μονάχα καρότσια την πρωτομαγιά
κι ακόμα είναι Νοέμβρης
πάρε αν θες και τ' άλλα παιδιά
μην τους αφήσουμε γέρους πίσω απ' το ταχυδρομείο
- σκύψε να σου πω - είναι μια ξύλινη γέφυρα
που ενώνει τ' αστέρια
άμα με πάρεις καβάλα στους ώμους σου θα κατεβάσω μερικά.
Αν έχεις δουλειά αυτό τον καιρό δεν πειράζει.
Πάμε μια άλλη φορά.
Μόνο μη βγεις, να κοιμηθείς νωρίς να ξεκινήσουμε πρωί πριν βγει ο ήλιος
Πριν, πιο πριν, τότε που βγαίνουνε οι αθλητικές εφημερίδες
Αν θες είναι καλύτερα - καλύτερο - να κοιμηθούμε αγκαλιά
δε θα βήχω τη νύχτα
δε θα τραβάω τα σεντόνια
θα λουστώ
θα 'μια φρόνιμη ακούνητη
θα 'μαι σαν πεθαμένη
μη με ξεχάσεις όμως το πρωί
γιατί έχω ακούσει πολλούς ανθρώπους
έτσι που το 'καναν για να μην ενοχλούν τους δίπλα ή κι έτσι γι' αστείο
και δεν ξαναξυπνήσανε
κι ούτε που παίξανε πoτέ.

Παρασκευή 25 Ιουνίου 2010

Το πιο ωραίο,είναι το επόμενο λιμάνι...



Προσπαθείς εναγωνίως ,να αποτυπώσεις τα συναισθήματα σου,κάπως. Ξέρεις ότι δεν το καταφέρνουν όλοι οι άνθρωποι και δυσανασχετείς. Ίσως να ανήκεις και συ σ΄ αυτούς. Το ξέρω,θες πολύ ν' ανήκεις κάπου. Πάντα ψάχνεις λέξεις, ανιχνεύεις χρώματα, σιγοτραγουδάς, συνθέτεις,πλέκεις,φεύγεις,έρχεσαι...Όλα αυτά,γιατί; Γιατί θες τόσο πολύ να βαφτίσεις ό,τι νιώθεις; Ξέρω και πάλι,ότι θες να τα κρατήσεις. Μα δε σου αρκεί η μνήμη σου; Δεν είναι δυνατή η μνήμη σου; Δεν είναι ικανή να αιχμαλωτίσει ένα μέρος τουλάχιστον από όσα σου συμβαίνουν; Είμαι σίγουρη πως ναι.
Ξέρεις όμως,το κάνω κι εγώ αυτό. Προσπαθώ να κρατήσω όσα περισσότερα μπορώ για να θυμάμαι. Νομίζω μου είναι πολύ δύσκολο να απαγκιστρωθώ από το παρελθόν,κι ας είναι ανάξιο λόγου,κι ας μην έχει να επιδείξει ίχνος περιπέτειας. Να, τα κόκκινα σύννεφα,δυο λόγια,τρεις μουσικές,πέντε νότες,μια κραυγή απόδρασης,μια στιγμή αυτογνωσίας,όλα αυτά,κι ας ανήκουν στο παρελθόν σε βοηθούν να προχωρήσεις. Όχι,δε με κρατά πίσω το παρελθόν. Με κάνει να παλέυω και να ταξιδεύω στο πριν, στο τώρα, στο κάποτε,δε με αφορά.
Να ξέρεις πως χιλιάδες φορές έχω προσπαθήσει να ξεχάσω. Μα είχες δίκιο, δεν πρέπει να ξεχνάμε. Δεν πρέπει να πετάμε ότι ζήσαμε. Θα παίρνω λοιπόν κλωστές,πινέλα,μολύβια και θα ζωγραφίσω όλα όσα πέρασαν κι όλα όσα θα ρθουν. Κι εσύ κι εκείνος κι εγώ και όλοι μας,θα τραγουδάμε και θα παίζουμε άρπα. Και θα φεύγουμε όλο και πιο μακριά από τα επίγεια. Και θα ερχόμαστε όλο και πιο κοντά σ' ό,τι ποθήσαμε,πιο κοντά στον εαυτό μας.
"Το πιο ωραίο,είναι το επόμενο λιμάνι",θυμάσαι;

Κυριακή 20 Ιουνίου 2010

And now,what?


Μην αφήσεις ούτε κατά διάνοια εκείνη τη στιγμή να σου φύγει. Κράτα τη καλά στα χέρια σου, σφίξτη στη γροθιά σου, σφάλισέ την κάτω από τα απόκοσμα αχνά ματόκλαδά σου. Δε χρειάζεται-για πρώτη φορά στη ζωή σου-να εξηγήσεις τίποτα. Ούτε καν εγώ,εγώ που τελευταία προσπαθούσα να εξηγήσω και να ερμηνεύσω τα πάντα. Μέχρι και τα κενά που άφηνες ανάμεσα στις λέξεις προσπαθούσα να εξηγήσω. Μη γελάς,εσύ ποτέ δεν προσέχεις όλες αυτές τις ανοησίες. Δεν πειράζει. Μην προσπαθείς να ανιχνεύσεις λοιπόν, ούτε την απειροελάχιστη λέξη,ούτε την παραμικρή ανάσα, τον παραμικρό ψίθυρο. Ξέρω ότι κανείς δε θα αντέξει, αν το κάνει. Ούτε εγώ, πάλι εγώ η αφελής, που έμαθα να αναπνέω με τη μνήμη και το κάποτε και να παίζω με όλες τις φλόγες κι εκείνες του μυαλού κι εκείνες-τις πιο τρομακτικές,τις πιο απειλητικες- του παρελθόντος. Μα γιατί φοβάσαι; Περνούν εκατομμύρια σκέψεις μπροστά μου. Και δε στο κρύβω, πολλές είναι γεμάτες άρνηση και υποταγή συνάμα. Μα γιατί κλείνεις τα αυτιά σου; Ξέρω και ξέρεις,ξέρουμε, πως είμαι εκ φύσεως δειλή. Το παλεύω, προσπαθώ με όση δύναμη μου έχει απομείνει, με όση ελπίδα έχω κρύψει στα ενδόμυχα αποθέματα, να αλλάξω και να διεκδικήσω ό,τι μου ανήκει, ό,τι περίμενα με πολύ κόπο κι υπομονή. Κι εκεί, που άρχισα και πάλι να επενδύω, εξανεμίστηκαν όλα. Αλήθεια, θα μου εξηγήσεις ποτέ, γιατί οι άνθρωποι οπισθοχωρούν; Θα μου εξηγήσεις τα πισωγυρίσματά τους; Τα δικά σου;
Γιατί πάντα πίστευες πως είμαι αρκετά ικανή για τους γρίφους σου;Να,στο λέω τώρα,δεν είμαι κι έχω χάσει από καιρό την ανοσία μου στην αλήθεια.

Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Τέλμα.


Σου έχει συμβει ποτέ να μην αναγνωρίζεις τον εαυτό σου;Ή ακόμα χειρότερα να τον απεχθάνεσαι,να τον μισείς τόσο πολύ,που να θες να αποδράσεις από το ίδιο σου το σώμα,να καταστρέψεις το κορμί σου;Όχι από τάσεις αυτοκαταστροφής,αλλά από πόνο.Από πόνο κι αγανάκτηση,που ενώ εσύ ζητάς τόσα πολλά κι είσαι εκεί για να τ' απαιτήσεις,οι γύρω σου μιλούν,μιλούν συνεχώς για το αυτάρεσκο εγώ του.Κι αδιαφορούν για τα θέλω σου.Ικανοποιούν μόνο αυτά που θέλουν για τους εαυτούς τους.Κι αν κάποτε τύχει να τους κοιτάξεις στα μάτια,γίνονται δύσκαμπτοι,στρέφουν αλλού το βλέμμα τους,σα να φοβούνται.Σα να σε φοβούνται.Τρομάζουν.Νιώθουν εκτεθειμένοι.Λες κι εσύ θες να τους αρπάξεις ό,τι πιο δικό τους.Μα γιατί δεν καταλαβαίνουν,ότι έχεις ανάγκη από λίγη αλήθεια;Μην κρύβεσαι.Αυτούς τους μισείς πιο πολύ.Πιο πολύ κι από τον ίδιο σου τον εαυτό.
Σου έχει συμβεί ποτέ,να κάθεσαι απέναντι απ' όλα εκείνα τα ψέματα και να τα κοιτάς;Απλά να τα κοιτάς και να οικτίρεις τον εαυτό σου.Τον ηλίθιο εαυτό σου,που για μια ακόμα φορά πίστεψε τους ανθρώπους κι επένδυσε στα ψέματα.Σου έχει συμβεί.Δε χρειάζεται να το ομολογήσεις.Το βλέπω κάθε φορά που κοιτάς τον ουρανό.Το βλέπω κι εκείνες τις φορές που κρύβεσαι πίσω από το μετάξι των μαλλιών σου.Κι όταν ακόμα κλείνεις τα παράθυρα,γιατί δε θες να μπει λίγος καθαρός αέρας.Αλήθεια,ούτε γι' αστεία δε θες τον καθαρό αέρα.Πνίγεσαι στον καπνό.Μα γιατί κρύβεσαι;Μην κοιτάς τα μάτια μου.Δεν είναι δάκρυα αυτά.Σύννεφα που πετούν είναι.Αν θες,κρύψου για λίγο στην τσέπη μου.Σε λίγο η μπόρα θα κοπάσει.Είμαι σίγουρη.Είμαι σχεδόν σίγουρη...