Λες και το κάνεις επίτηδες. Λες και δεν ξέρεις, δεν πείθεσαι πια. Βάζεις τις καταθλιψάρες σου και φοράς το παγωμένο σου βλέμμα. Κι ας σου χουν πει οτι είναι όμορφο το βλέμμα σου-δεν τους πιστεύεις, είσαι λίγη γι αυτούς. Κι έτσι γυρνάς στο σπίτι, περιφρονείς τον καθρέφτη, λίγες οι φορές άλλωστε που συμφιλιώθηκες με δαύτον και πετάς τα λόγια και τα ρούχα. Φύσημα, αναπνοές και απογοήτευση. Χωρίς λόγο. Είναι σα να παραδίνεσαι σε ανθρώπους και να μην το εκλαμβάνουν. Είναι σα να κραυγάζεις, να αποζητάς ικετευτικά εκείνο το "Μην κλαις" κι ας μην το εννοούν, τόσο που καταντάς γραφική και τους απωθείς.
Ξέρεις πως όλα πηγάζουν από την έλλειψη αυτού. Χτες υποσχέθηκες πολλά. Άκουγες το ίδιο τραγούδι ξανά και ξανά γιατί θύμιζε εσένα στα τότε. Μυρίζες εκείνη τη μυρωδιά την ανεπαίσθητη που μόνο αν κλείσεις τα μάτια και προσπαθήσεις να κάνεις κάτι που λέγεται νιώθω, έρχεται.Έμπηξες τα κλάματα και ένιωσες στατική. Κι ας κατάφερες. Ένα άλλο μισό θέλεις, πλέον να είναι εδώ η επιθυμία σου, μα δεν έχεις χέρια να την αδράξεις, ούτε καρδιά να την κυνηγήσεις(ποτέ δε θα μάθεις πώς γράφεται αυτή η λέξη), ούτε κότσια να πεις την αλήθεια. Δεν ξέρεις, έτσι κι αλλιώς δεν προσπάθησες η δειλή να μάθεις, αν σ' αγαπά αυτός που επιμένει. Φοβάσαι πως θα τον απογοητεύσεις. Κι είσαι τέλεια στις θεωρίες, μα στην πράξη ένα απόλυτο καχεκτικό πλασματάκι. Καχεκτικό σε δύναμη, σε θέληση, σε τόλμη. Σα να αφήνεις τη ζωή να περνά, ας την παρακολουθείς μπροστά σου να περνά, αμαχητί, να μην παίξεις και χάσεις. Κι ας είναι πολλά ή πολλοί με το μέρος σου, εσύ δεν πιστεύεις. Δεν πιστεύεις σε σενα. Κατάθλιψη μπορούν να αποφανθούν εκείνοι με τις λευκές μπλούζες. Πες μου, πώς είναι δυνατό να λατρεύεις τα χρώματα κι εσύ τη ζωή σου να τη βάφεις μόνο με μια παλέτα που έχει από το μπλε σκούρο μέχρι το μαύρο, τίποτα πιο πριν, τίποτα πιο μετά. Γιατί αυτή τη γαμημένη σου δειλία δεν την καταπνίγεις επιτέλους; Τί έχεις; Τί με τόνο, μαύρο και έντονο, σαν τα ερωτηματικά που ορθώνεις, ψυχαναγκαστικά σε κάθε κίνησή σου, λες και θέλουν συνοδεία, μη μείνουν μόνες όπως κι εσύ.
Όταν ήσουν μικρή, λίγο κτητική και αρκετά γκρινιάρα, πίστευες ότι δεν ταιριάζεις.Όταν λίγο μεγάλωσες τραβούσες τις τελειότητές σου κι ήθελες να γράφεις όμορφα. Έπειτα να είσαι αποδεκτή απ' όλους. Και κάθε που πήγαινε κάτι στραβά, λιγάκι μόνο, μια μικρή τόσηδα απόκλιση, ανέτρεπε τα πάντα. Και το εσύ σου, και τη δύναμή σου και τα όλα σου. Σε τσάκιζε.λες και η συντέλεια του κόσμου δεν απείχε πια πολύ. Και μάλλον δεν άλλαξες πολύ από τότε. Φοβάσαι κάθε μα κάθε σου βήμα,κάθε σου λέξη, κάθε παραμικρό μπέρδεμα.
Το πιο μικρό κολακευτικό σχόλιο, το μεγαλοποιείς, το γιγαντώνεις μα μόνο για λίγο, μετά ξαναβουλιάζεις στις ανασφάλειες σου και ας μην ξέρεις κολύμπι. Κανένα θέλω δεν προτάσσεις. Μόνο τα πρέπει παρατάσσεις σα στρατιωτάκια και τα αφήνεις εκεί, απέναντί σου να σε λιώσουν.Και περιμένεις κάποιον να σε σώσει. Καημένη μου. Κι όταν έρχεται αυτός ο άλλος, εσύ δεν του δίνεις το χέρι σου γιατί θες να πεθάνεις. Να αφυδατωθείς συναισθηματικά και να πεθάνεις.
Και είσαι σίγουρη πως αυτό είναι το πιο άθλιο κείμενο που έγραψες ποτέ σου. Και το πιο αληθινό.
Ξέρεις πως όλα πηγάζουν από την έλλειψη αυτού. Χτες υποσχέθηκες πολλά. Άκουγες το ίδιο τραγούδι ξανά και ξανά γιατί θύμιζε εσένα στα τότε. Μυρίζες εκείνη τη μυρωδιά την ανεπαίσθητη που μόνο αν κλείσεις τα μάτια και προσπαθήσεις να κάνεις κάτι που λέγεται νιώθω, έρχεται.Έμπηξες τα κλάματα και ένιωσες στατική. Κι ας κατάφερες. Ένα άλλο μισό θέλεις, πλέον να είναι εδώ η επιθυμία σου, μα δεν έχεις χέρια να την αδράξεις, ούτε καρδιά να την κυνηγήσεις(ποτέ δε θα μάθεις πώς γράφεται αυτή η λέξη), ούτε κότσια να πεις την αλήθεια. Δεν ξέρεις, έτσι κι αλλιώς δεν προσπάθησες η δειλή να μάθεις, αν σ' αγαπά αυτός που επιμένει. Φοβάσαι πως θα τον απογοητεύσεις. Κι είσαι τέλεια στις θεωρίες, μα στην πράξη ένα απόλυτο καχεκτικό πλασματάκι. Καχεκτικό σε δύναμη, σε θέληση, σε τόλμη. Σα να αφήνεις τη ζωή να περνά, ας την παρακολουθείς μπροστά σου να περνά, αμαχητί, να μην παίξεις και χάσεις. Κι ας είναι πολλά ή πολλοί με το μέρος σου, εσύ δεν πιστεύεις. Δεν πιστεύεις σε σενα. Κατάθλιψη μπορούν να αποφανθούν εκείνοι με τις λευκές μπλούζες. Πες μου, πώς είναι δυνατό να λατρεύεις τα χρώματα κι εσύ τη ζωή σου να τη βάφεις μόνο με μια παλέτα που έχει από το μπλε σκούρο μέχρι το μαύρο, τίποτα πιο πριν, τίποτα πιο μετά. Γιατί αυτή τη γαμημένη σου δειλία δεν την καταπνίγεις επιτέλους; Τί έχεις; Τί με τόνο, μαύρο και έντονο, σαν τα ερωτηματικά που ορθώνεις, ψυχαναγκαστικά σε κάθε κίνησή σου, λες και θέλουν συνοδεία, μη μείνουν μόνες όπως κι εσύ.
Όταν ήσουν μικρή, λίγο κτητική και αρκετά γκρινιάρα, πίστευες ότι δεν ταιριάζεις.Όταν λίγο μεγάλωσες τραβούσες τις τελειότητές σου κι ήθελες να γράφεις όμορφα. Έπειτα να είσαι αποδεκτή απ' όλους. Και κάθε που πήγαινε κάτι στραβά, λιγάκι μόνο, μια μικρή τόσηδα απόκλιση, ανέτρεπε τα πάντα. Και το εσύ σου, και τη δύναμή σου και τα όλα σου. Σε τσάκιζε.λες και η συντέλεια του κόσμου δεν απείχε πια πολύ. Και μάλλον δεν άλλαξες πολύ από τότε. Φοβάσαι κάθε μα κάθε σου βήμα,κάθε σου λέξη, κάθε παραμικρό μπέρδεμα.
Το πιο μικρό κολακευτικό σχόλιο, το μεγαλοποιείς, το γιγαντώνεις μα μόνο για λίγο, μετά ξαναβουλιάζεις στις ανασφάλειες σου και ας μην ξέρεις κολύμπι. Κανένα θέλω δεν προτάσσεις. Μόνο τα πρέπει παρατάσσεις σα στρατιωτάκια και τα αφήνεις εκεί, απέναντί σου να σε λιώσουν.Και περιμένεις κάποιον να σε σώσει. Καημένη μου. Κι όταν έρχεται αυτός ο άλλος, εσύ δεν του δίνεις το χέρι σου γιατί θες να πεθάνεις. Να αφυδατωθείς συναισθηματικά και να πεθάνεις.
Και είσαι σίγουρη πως αυτό είναι το πιο άθλιο κείμενο που έγραψες ποτέ σου. Και το πιο αληθινό.




