Σάββατο 27 Αυγούστου 2011

-

Λες και το κάνεις επίτηδες. Λες και δεν ξέρεις, δεν πείθεσαι πια. Βάζεις τις καταθλιψάρες σου και φοράς το παγωμένο σου βλέμμα. Κι ας σου χουν πει οτι είναι όμορφο το βλέμμα σου-δεν τους πιστεύεις, είσαι λίγη γι αυτούς. Κι έτσι γυρνάς στο σπίτι, περιφρονείς τον καθρέφτη, λίγες οι φορές άλλωστε που συμφιλιώθηκες με δαύτον και πετάς τα λόγια και τα ρούχα. Φύσημα, αναπνοές και απογοήτευση. Χωρίς λόγο. Είναι σα να παραδίνεσαι σε ανθρώπους και να μην το εκλαμβάνουν. Είναι σα να κραυγάζεις, να αποζητάς ικετευτικά εκείνο το "Μην κλαις" κι ας μην το εννοούν, τόσο που καταντάς γραφική και τους απωθείς.
Ξέρεις πως όλα πηγάζουν από την έλλειψη αυτού. Χτες υποσχέθηκες πολλά. Άκουγες το ίδιο τραγούδι ξανά και ξανά γιατί θύμιζε εσένα στα τότε. Μυρίζες εκείνη τη μυρωδιά την ανεπαίσθητη που μόνο αν κλείσεις τα μάτια και προσπαθήσεις να κάνεις κάτι που λέγεται νιώθω, έρχεται.Έμπηξες τα κλάματα και ένιωσες στατική. Κι ας κατάφερες. Ένα άλλο μισό θέλεις, πλέον να είναι εδώ η επιθυμία σου, μα δεν έχεις χέρια να την αδράξεις, ούτε καρδιά να την κυνηγήσεις(ποτέ δε θα μάθεις πώς γράφεται αυτή η λέξη), ούτε κότσια να πεις την αλήθεια. Δεν ξέρεις, έτσι κι αλλιώς δεν προσπάθησες η δειλή να μάθεις, αν σ' αγαπά αυτός που επιμένει. Φοβάσαι πως θα τον απογοητεύσεις. Κι είσαι τέλεια στις θεωρίες, μα στην πράξη ένα απόλυτο καχεκτικό πλασματάκι. Καχεκτικό σε δύναμη, σε θέληση, σε τόλμη. Σα να αφήνεις τη ζωή να περνά, ας την παρακολουθείς μπροστά σου να περνά, αμαχητί, να μην παίξεις και χάσεις. Κι ας είναι πολλά ή πολλοί με το μέρος σου, εσύ δεν πιστεύεις. Δεν πιστεύεις σε σενα. Κατάθλιψη μπορούν να αποφανθούν εκείνοι με τις λευκές μπλούζες. Πες μου, πώς είναι δυνατό να λατρεύεις τα χρώματα κι εσύ τη ζωή σου να τη βάφεις μόνο με μια παλέτα που έχει από το μπλε σκούρο μέχρι το μαύρο, τίποτα πιο πριν, τίποτα πιο μετά. Γιατί αυτή τη γαμημένη σου δειλία δεν την καταπνίγεις επιτέλους; Τί έχεις; Τί με τόνο, μαύρο και έντονο, σαν τα ερωτηματικά που ορθώνεις, ψυχαναγκαστικά σε κάθε κίνησή σου, λες και θέλουν συνοδεία, μη μείνουν μόνες όπως κι εσύ.
Όταν ήσουν μικρή, λίγο κτητική και αρκετά γκρινιάρα, πίστευες ότι δεν ταιριάζεις.Όταν λίγο μεγάλωσες τραβούσες τις τελειότητές σου κι ήθελες να γράφεις όμορφα. Έπειτα να είσαι αποδεκτή απ' όλους. Και κάθε που πήγαινε κάτι στραβά, λιγάκι μόνο, μια μικρή τόσηδα απόκλιση, ανέτρεπε τα πάντα. Και το εσύ σου, και τη δύναμή σου και τα όλα σου. Σε τσάκιζε.λες και η συντέλεια του κόσμου δεν απείχε πια πολύ. Και μάλλον δεν άλλαξες πολύ από τότε. Φοβάσαι κάθε μα κάθε σου βήμα,κάθε σου λέξη, κάθε παραμικρό μπέρδεμα.
Το πιο μικρό κολακευτικό σχόλιο, το μεγαλοποιείς, το γιγαντώνεις μα μόνο για λίγο, μετά ξαναβουλιάζεις στις ανασφάλειες σου και ας μην ξέρεις κολύμπι. Κανένα θέλω δεν προτάσσεις. Μόνο τα πρέπει παρατάσσεις σα στρατιωτάκια και τα αφήνεις εκεί, απέναντί σου να σε λιώσουν.Και περιμένεις κάποιον να σε σώσει. Καημένη μου. Κι όταν έρχεται αυτός ο άλλος, εσύ δεν του δίνεις το χέρι σου γιατί θες να πεθάνεις. Να αφυδατωθείς συναισθηματικά και να πεθάνεις.
Και είσαι σίγουρη πως αυτό είναι το πιο άθλιο κείμενο που έγραψες ποτέ σου. Και το πιο αληθινό.




Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Λαχταρώ

Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ’ αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς,και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες,και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο,
και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι,
και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ’ αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ’ αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
Και νάμαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και νάμαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ’ ήξερα μια ζωή.
Και ν’ ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και τόνα σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ’ αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν’ αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ’ το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν’ αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ’ αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ’ αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ’ αφήνω να σηκωθείς απ’ το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ’ ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναλυτικό
Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

Sarah Kane

Τετάρτη 17 Αυγούστου 2011

,


 
Δεν είναι λάθος φίλε μου.
Είναι μια πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας.
Μην ξαναπείς ψέματα, βρωμάνε. 

Κυριακή 14 Αυγούστου 2011

Φεγγάρια.

Τι να σου πω, μπορεί να ναι και οι θύμησες εκείνες που με έκαναν ν' αγαπώ τις ξυλομπογιές και τα ποιήματα. Δεν ήμουν πάντα έτσι, το ομολογώ. Απλά κάποτε κάποτε νιώθεις σαν, αναδρομικά να νοσταλγείς κάποια πράγματα που με έναν ανεξίτηλο, έντονο μαρκαδόρο έχουν γραφεί μέσα στο πετσί σου, κάτω από το δέρμα σου, σε ό,τι έχει απομείνει από την καρδιά σου. Θες είναι η μαμά μου που μου φερνε Νερούδα κι εγώ γέλαγα, που άκουγε Χατζηδάκι και εγώ δεν καταλάβαινα, που μου μιλούσε για κομμουνισμούς και εγώ δεν ήξερα καλά καλά τι θα πει δημοκρατία; Σπουδαία λέξη, μου είχε πει. Κι εγώ πάλι περιφρόνησα την ανάγκη της να υπάρχει μέσα από τις ιστορίες της.
Μπορεί να ναι και κάτι κλειστοφοβικά των μικράτων μου, που τώρα με κάνουν να θέλω να φύγω με βαλίτσες γεμάτες τίποτα και ν' ανασάνω λίγο άνεμο. Ή εκείνες οι βραδιές με ατέλειωτες συζητήσεις με πολύ προσωπικές αναμετρήσεις και περιλήψεις σιωπών σε επανάληψη. Είναι ωραίο, λέει η κυρία Έυα, που, μεγαλώνω και που τις αγοράζω ποιητικές συλλογές. Να σκεφτώ, τη Δημουλά, που έγραφε διθυράμβους για τη γυναικεία απομόνωση κι ας τη μισούσα που ήταν τόσο απαγκιστρωμένη από τον σύζυγο και που είχε ξεχάσει ολότελα τι θα πει συντροφικότητα, απλά και μόνο επειδή.
Λένε οι σοφοί, πως, μια κόρη ψάχνει τον πατέρα της στο σύντροφό της και πως, αναζητά ένα άλλο μισό δυνατό και ρωμαλέο. Σεξισμοί στο τετράγωνο. Μπούρδες τα Οιδιπόδεια και οι άλλες αρχαίες αρλούμπες. Δεν ξέρω αν ψάχνω αρνητικά φωτογραφιών ή αντίστροφες μετωπικές συγκρούσεις με κάρματα, αλλά εγώ πιστεύω πως σε σένα βρίσκω λίγο πολύ εκείνο τον τέλειο εαυτό μου, που ποτέ δεν ήξερα ότι σιγοκρυβόταν πίσω από τις κουρτίνες του εφηβικού δωματίου και πολύ περισσότερο αυτό που χάραξε μια κάποια που τη λένε τριβή, πολύ συγκεκριμένη και εύστοχα προδιαγεγραμμένη.
Ναι, της μαμάς μου τα μάτια έχω πάρει, μπορεί και τις ιδέες της-λίγες από δαύτες μάλλον, γιατί τις παρωχημένες τις κρατώ για αφορμές διαπληκτισμών. Και θα θελα-πολύ στ αλήθεια θα θελα να ξέρει. Γιατί δεν ξέρω, πώς να της πω πέρα από ένα ξερό ευχαριστώ, το άλλο, το πιο βαθύ και το πιο ειλικρινές, που ευτελότητες το ρήμαξαν και δειλίες το έπνιξαν. Και φοβάμαι, Εύα μου, μη γίνει εκείνο το αναπότρεπτο και δεν προλάβω να σου δείξω. Γι αυτό και σε κρατώ στην αγκαλιά μου σφιχτά τις τελευταίες μέρες. Είναι από τις λίγες αγκαλιές που δεν τις κάνω για να ασφαλιστώ. Να κάνω δυο τρεις μανούβρες και να πέσω για ύπνο. Να μου πεις για όλα εκείνα που θα ρθουν, θα ναι σίγουρα καλύτερα.
[...]
Συνεχίζουν όλα, όλα γύρω αλλάζουν μορφές και σκιώδεις καταπλήξεις. Είναι μια ανάγκη κι αυτή απ' τις πολλές ανθρώπινες, να πασχίζεις να ακολουθήσεις το νήμα. Δεν ξέρω πως οι άνθρωποι λένε με όμορφες λέξεις και με διαφορετικούς τρόπους τα σαγαπώ τους ή ακόμα  αν κλαίνε πάνω στα χαρτιά, όταν στέλνουν γράμματα σε δικούς τους που έχουν χαθεί και δε λένε για έναν ανεξήγητο τρόπο να απαντήσουν στα χάρτινα φιλιά. Ούτε ξέρω πώς μιλάνε για ό,τι τους τρομάζει, ό,τι τους απειλεί ή χειρότερα, ό,τι τους κάνει να πονάνε.
Έχασες, έμαθα, κάτι που πολύ αγαπούσες. Και γέμισες, έμαθα το σπίτι ερωτήματα. Και έφτυνες. έμαθα, το θεό που σε έσβησε από τις προτεραιότητες του. Και έπειτα, πως ζηλεύεις λιγάκι, έμαθα, αυτούς που ακόμα πιστεύουν ή τουλάχιστον, για να ακριβολογούμε αυτούς που έχουν ακόμα το σθένος να παραμυθιάζονται.
Δεν ξέρω αν όλα είναι εντάξει ή αν θ αλλάξουν, ή αν έχουν από καιρό καθοριστεί και μεις απλά παρακολουθούμε με στεγνά στόματα και με παλλόμενα σώματα το θάνατο. Δεν ξέρω καν σήμερα αν  είσαι και πολύ μέσα στις λέξεις μου, όλως περιέργως. Μπορεί να ξετρύπωσες αυθάδικα πίσω από τους φθόγκους, μα εγώ σήμερα δεν ήθελα να σε μπάσω στα γραφτά μου.
Και ούτε ξέρω ακόμα τι θα κάνω με σενα, με μενα, με τους άλλους, με το φευγιό το ακατανίκητο. Δε μου αρκεί αυτή η διάθεση, αν και μπορώ και με λιγότερα.

Βουτιά από ψηλά.

Άρχισα ν'ακούω Ενδελέχεια και Διάφανα Κρίνα, ένα απόγευμα κρύο του Φλεβάρη και από τότε σκέφτομαι πως πρέπει οπωσδήποτε ν 'αρχίσω μια συλλογή με βυνίλλια. Και Jethro Tull, έτσι για τις χαρουμενιές μας, που είναι λίγο λιγότερο χαλιναγωγημένες τον τελευταίο καιρό.Και θέλω να πιάσω το μολύβι και να σβήσω τα πάντα. Και να γράφω σαν εκείνη την εκκεντρική τύπισσα, που δεν τη νοιάζει κι αν τη νοιάζει, δεν το δείχνει.

Αξίζει τον κόπο
να σαι όπως θες,
να κάνεις έρωτα με όποιον θες,
να μην ακούς τις μίζερες μικροαστές,
να προσπαθείς να μη γίνεις μία απ' αυτές,
να βγάζεις λεφτά για να βουλιάζεις
στα ταξίδια,
και στα κοινωνικά φλερτάκια
και στις αδιέξοδες εναλλακτίλες
και να συζητάς για τις γυναίκες με τ' αλογίσια μάτια
και για τους άνδρες με τα μεγάλα στόματα
και για τα παιδιά με τα αθώα χαμόγελα
και για τη Γώγου
και για τις μουσικές
και για τους χίλιους τρόπους 
να αλλάξουμε τον κόσμο
και για το μέλλον μας
που είναι η επανάσταση και ο κομμουνισμός(έτσι Φ; )
που είναι τα ονειρεμένα βράδια με Θανάση στο ραδιόφωνο
και με πικροδάφνη στο χέρι
που είναι τα κυριακάτικα πρωινά
που αποφάσισα πως αγαπώ
που είναι οι κρύες χειμωνιάτικες Παρασκευές
που είναι τα βρεγμένα σεντόνια
που είναι το πικραμύγδαλο στα μαλλιά
που είναι εσύ και εγώ
που είναι η εφηβεία σε πλάγια μετωπική
που είναι τα καημένα ατομάκια 
χωρίς προσωπικότητα
που βίαια προσπαθούν να χώσουν τον εαυτό τους
σε δήθεν και πρέπει
και δε χωρούν και περισσεύουν
που είναι το καστανό των μαλλιών
και το γαλαζοπρασινο των ματιών
που είναι το κοκκινάδι στα χείλη
που είναι η ενηλικίωση
που σου μαθαίνει κάτι λίγα
απο ΄σένα
και που σου λέει
κολύμπα μωρή και
μη βουτάς το κεφάλι στην άμμο.

Τα κατάφερα, ή είμαι σε καλό δρόμο τουλάχιστον!
Υ.Γ: Και πού σαι, η θέα είναι εξίσου όμορφη, είτε κοιτάς από πάνω, είτε από κάτω.


Σάββατο 13 Αυγούστου 2011

13-8

Tie yourself to me
No one else
No, you're not rid of me

Μετράς τις μέρες και σου βγαίνουν λειψές, όπως λειψά μένουν και τα λόγια και τα τραγούδια και όλα όσα μοιράστηκες με εκείνον, που αποκαλείς έρωτα της ζωής σου, χάριν αστεϊσμών, μα κατά έναν περίεργο τρόπο ξέρετε κι οι 2 πως, οι δοξασίες σχετικά με τα πιο σοβαρά πράγματα που έχουν ειπωθεί στα αστεία και τα ελαφρά, ισχύει πιότερο από ποτέ. Είχα ορκιστεί κάποτε, πως δε θα ξαναγράψω ερωτόλογα και πολύ περισσότερο οτιδήποτε αφορά εσένα. Αλλά ξύπνησα με εκείνο το τέλειο συναίσθημα της νοσταλγίας στο στόμα κι έτρεξα να επιβεβαιώσω στο ημερολόγιο την επετειακή φύση της μέρας. Σήμερα έχει πανσέληνο και έτσι για να υποστηρίξω λίγο ακόμα την ανακόλουθη ματιά μου, γράφω γι' αυτήν, μέρα μεσημέρι, διόλου ρομαντικά και με μια φρικτή ζέστη να θέλει να πνίξει κάθε ατμοσφαιρικότητα. Έχουν περάσει 2 χρόνια, από τότε που ήμουν παιδί και σε "γνώρισα". Η αλήθεια είναι, πως, δε σε γνώρισα ακριβώς, γιατί ξέρω πως οι συμπαντικές μανούβρες που χαράσσουν αυτό που βαφτίζουν κάρμα, στ' άστρα, είχαν κάνει πολύ καλά τη δουλειά τους και ήταν σα να σε ήξερα και πολύ περισσότερο σα να σε περίμενα μια ζωή. Μια ζωή μικρή και άχαρη, αλλά οπωσδήποτε γεμάτη από ελικοειδείς προσμονές αοριστιών. Κι εσύ μπήκες τέλεια μέσα σ' αυτές τις αοριστίες, χώρεσες ακριβώς κι ενσάρκωσες σαν τον πιο διακεκριμένο ηθοποιό, τους ρόλους που σου ανέθετα. Με είχες ρωτήσει στην πρώτη-πρώτη συζήτησή μας, για κάτι φεγγάρια και είχες κάνει ένα σχόλιο, για το πώς στροφάρω ή κάτι τέτοιο, που φυσικά εσύ δε θυμάσαι καν, γιατί όταν ήσουν 18, όλες σου οι δειλίες, συγκεντρώνονταν σε ίδιες κι απαράλλαχτες κινήσεις και σε ακόμα πιο ίδιες και απαράλλαχτες κατευθύνσεις. Τώρα κοντεύεις τα 21 και μάλλον έχεις σημειώσει κάποιες πρόοδους στις προσεγγίσεις σου. Ξέρεις, σκέφτομαι πώς θα ήταν τα πράγματα αν δεν υπολόγιζα τις συνέπειες και είχα κατεβεί Αθήνα. Σκέψου πως θα υλοποιήσαμε όλα όσα είχαμε υποσχεθεί, ποντάροντας σε ιδανικότητες. Εσύ, που με τόσο πείσμα επιμένεις, θα με πήγαινες εκεί που τον τελευταίο καιρό, κλωθογυρίζεις στην άκρη της γλώσσας σου, σχεδόν μανιακά και σίγουρα επιδεικτικά.

Lick my legs I'm on fire
Lick my legs of desire

 Δεν είναι μόνο το γαμώτο, που ενώ κάθε μα κάθε όνειρό μου κατακλύζεται με τις μορφές μας στο Ostria, που πάντα έλεγες πως επιβάλλεται να επισκεφτούμε, έτσι για να μάθεις λίγο και το μικρό τι εστί βόλτα στα Εξάρχεια, εγώ απομακρύνομαι ολοένα περισσότερο. Είναι ακόμα το ότι έχω ολότελα πλέον ανακατέψει χρώματα, πραγματικότητες και πλατωνισμούς και τα έχω αδειάσει σ΄ένα εκωφαντικό συνοθύλευμα στο πάτωμα, τα χω κάνει κομμάτια και αντιλαμβάνομαι πως όσο και να προσπαθήσουμε κι οι 2 μας, θα μας είναι σχεδόν αδύνατο να ξαναφτιάξουμε το παζλ, τουλάχιστον όχι ακριβώς όπως πριν. Νιώθω πολύ καλά πια, πάντως. Με κολακεύει, που εξακολουθείς διθυραμβικά να παινεύεις τα μάτια μου, αν και μόνο εσύ, βλέπεις μέσα τους και μου θυμίζεις τα παιδικά παραμύθια και εκείνον εκεί το μικρούλη πρίγκηπα που του έλεγε η αλεπού πως μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά, και πως την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια. Μ' αρέσει που έχω ταξινομήσει μ' έναν πολύ άτακτο τρόπο τις συνομιλίες μας και πια, δεν έχω και πολλή όρεξη να τις μοιράζομαι με άλλους, λες και θα βεβηλωθεί με κάποιον τρόπο η αξία τους. Μ' αρέσει ακόμα, που οι προτάσεις μου παύουν να είναι ελλειπτικές και γεμίζουν με συνδέσμους, να δέσουν ίσως μέσα τους εμάς και τα ονόματά μας, το δικό σου μάλλον, γιατί το δικό μου θα το ξεχάσεις, αν και αμφιβάλλω αν το μαθες και ποτέ.

Rude are the tongues of love
That speak of mercy for us all
And leave us only with a song
Είναι πολύ πιθανό να είμαι απ' αυτούς τους ανθρώπους που κάποια πράγματα  τα τραβάνε από τα μαλλιά, έτσι για να μετατρέπουν τα όνειρά τους σε ιστορίες, μα ποτέ σε γεγονότα, αν και οι κανονικοί, οι άλλοι, θα είχαν υλοποιήσει τα πάντα, απ' αυτά που εμένα και τους όμοιους μου-αν υπάρχουν εδώ που τα λέμε τέτοιοι-με τρομάζουν. Αν λοιπόν, σου χε τύχει κάποια άλλη, τώρα μάλλον θα μετρούσες μήνες έρωτα και θα μοιραζόσουν βόλτες υπό το σεληνόφως στην Πνύκα. Το ξέρω πως με κάλεσες, μη μου το χτυπάς κάθε τόσο, δεν είμαι πια παιδί.


Ξέρεις πόσο προσπαθώ να κρατηθώ για να μην ουρλιάξω, να μην παρατήσω όλα μου τα κανονικά, τα σιχαμένα που κατακυριεύουν την ύπαρξη και με κάνουν να παλέυω κάθε τόσο με χιλιάδες εαυτούς και να έρθω, να στα πω όλα, απλά και δικά μου και να αναμετρηθώ για πρώτη φορά με κάποιον που στ' αλήθεια ερωτεύτηκα και ας πιστεύουν οι πεζοί πως δε γίνονται τέτοια πράγματα.; Πολλές φορές, όταν σε συμβουλεύω να κρύψεις τα μάτια σου και να καλύψεις τα αυτιά σου και ν' αφουγκραστείς τις σιωπές μου, εύχομαι από μέσα μου να τα καταλάβεις όλα. Ποντάρω στην αδυναμία σου να ευλογείς το άγνωστο. 
So burry me in the kitchen
Burry me in the stones
Oh, bury me everywhere you go
In the shadows of the hallway
Oh, for we do no longer know
What we can no longer hold
On days like these our heads fill up with smoke
And our memories grow old
Only when you're gone
Only when you're gone
Only when you're gone
And away
Only when you're gone

Δεν ξέρω μάτια μου, τι θέλω πια να σου πω, δεν ξέρω καν αν θα σου ξαναμιλήσω. Θα στα στείλω όλα σε γράμματα για να μάθεις επιτέλους τι θα πει αυτοκαταστροφή.


Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

Aυτός.

Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον. 
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
 Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.
Ο έρωτας είναι η τρέλα μας μπροστά στο ανέφικτο να γνωρίσει ο ένας τον άλλον.

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011

Ρημαδιό.



Είναι απ' αυτά τα αξημέρωτα βράδια, που χεις καπνίσει ένα κάρο τσιγάρα, έχεις ακούσει το ίδιο τραγούδι πάνω από 40.000 φορές, έχεις σκεφτεί όλους τους πιθανούς τρόπους να εξοντώσεις το σκοτάδι και έχεις κάνει φοβερές απόπειρες για να πειστείς πως είσαι καλά.
Και ίσως και να είσαι, εδώ που τα λέμε, μ' έναν πολύ περίεργο τρόπο, πολύ αιχμηρό και αρκετά δυσερμήνευτο.
Οι άμυνες σου είναι ιδιαίτερα τρομακτικές και πάντα μάλλον ακινητοποιούν τον άλλον, που καλείται να κάνει συνειρμούς και να σε μάθει λίγο καλύτερα, να μάθει λίγα περισσότερα από το χρώμα των ματιών σου και τις δυσλεκτικές σου νόρμες. Βιάζεσαι γιατί είσαι νέα και θες να ζήσεις τον έρωτα κι ας τον έδιωχνες συνειδητά τόσον καιρό, από κάτι που οι γραφικοί θα βαφτίσουν δειλία και οι ρομαντικοί ανάγκη. Δε σου φαίνεται λίγο περίεργο που σου διηγούμαι με τόσην άνεση τις ιστορίες μου; Χαμογελάς νοσταλγικά, παίρνεις το περισπούδαστο σου ύφος και μου λες με συριστικά φωνήεντα πως ο σουρεαλισμός είναι το φόρτε σου. Μου εξήγησες πώς σε προσφωνούσε ο αγαπημένος σου φίλος, γιατί θες να με συναντήσεις, πως έχεις ανάγκη να σε προσέχω, πως θες να είσαι ο πρώτος άνθρωπος που θα έχω για να πάρω τηλέφωνο στα δύσκολα.Μπορεί και πλέον να είσαι, δεν το αρνούμαι.Μετά από παύσεις δευτερολέπτων ή και αιώνων,απαντώ στριφογυρίζοντας στη γλώσσα μου άσχετα πράγματα, όπως για το ότι συγκινούμαι που η Ελένη καβάντζωσε τα 20 και για το ότι μ' αρέσει εκείνη η εικόνα που ποτέ μου δεν κατάλαβα.Μεγαλώσαμε και αλλάζουν οι σταθερές μας, έτσι μου είπες.Και ότι δεν έχω καταλάβει ακόμα τη δύναμή μου, μα συλλάβιζες την αγάπη σου και δε σε πρόσεχα, γιατί αφαιρέθηκα σε μια από τις τόσο ζεστές συζητήσεις μας.
Πλέον, σε πιστεύω σε κάθετι που μου προσάπτεις και για κάθετι που με επιβραβεύεις. Κι αν το δεις, είναι λίγο σα ν' αντιστράφηκαν οι ρόλοι, είμαι εγώ πια το παιδί που συμβουλεύεις και λατρεύεις να υπηρετείς. Να λούζεσαι με φόβους και να φονεύεις τα αλλόκοτα, να την προσέχεις αυτήνα γιατί θα σ' αφήσει και θα τρέχεις. Τι όμορφες οι αμηχανίες σου!
Δε σου χω πει ποτέ κάτι, μα ακόμα κι αν όλο αυτό που έχουμε μοιραστεί το αφήσω να ξεθωριάσει, να ξέρεις πως ήταν από τα πιο ωραία πράγματα που έχουν συμβεί στη χλωμή ζωή μου. Γέμισε χρώματα η ύπαρξη, φούσκωσε όνειρο και ντύθηκε με τα πιο αλλόκοτα υφάσματα. Κι είναι έτοιμη να δώσει, να δώσει χωρίς να τη νοιάζει να πάρει. Μου έδειξες τόσους δρόμους και έμαθα πώς είναι οι σκιαγραφήσεις σχέσεων. Το να εκτιμάς τα μικρούλια "αχ", τα ατέλειωτα βράδια με πυρετό, τις φωτεινές μέρες με εφημερίδα και συζητήσεις για το πώς θ' αλλάξουμε τον κόσμο, τα βροχερά απογεύματα με καφέ, τσιγάρο και διαφωνίες για το αν η φωνή του Θανάση είναι ελκυστικά βραχνή, ή αν είναι επιτηδευμένα σα πετιμέζι. Γιατί μου χεις μάθει κάτι και θα το κρατήσω με όλες μου τις σημειώσεις και όλα τα ποιήματα μου που σφραγίζουν τις περίεργες συναναστροφές: "Όταν δίνεις αγάπη μου, θα σου επιστραφεί στο πενταπλάσιο αυτό που λένε αλήθεια".


Τρίτη 2 Αυγούστου 2011

Ασυνέχειες.

Βαρέθηκα να ζω σε κανονικότητες. Τη ζήλεψα, κάθε άνθρωπο που μπορεί τόσο έντεχνα-και τόσο απλά- να κρύβει τις αλήθειες του πίσω από λέξεις ή εικόνες, τον ζηλεύω. Ψάχνω για κάποιο μου ταλέντο. Πουθενά. Λέω πως είμαι καλή στο να τραγουδώ, μα και κει κάπου το χάνω. Σίγουρα έχω ένα αναμφίβολο ταλέντο στην υπερανάλυση. Κι ένα άλλο στο να γίνομαι χώμα και να αναγνωρίζω τα λάθη μου και να προσπαθώ να τα τραβήξω να χωρέσουν στις τελειότητες μου. Δε χωράν και ξαναπροσπαθώ. Και απογοητεύομαι. Δεν ξέρω γιατί άρχισα το κείμενο, ίσως για να με κατηγορήσω για ανακολουθίες.

Μπορεί και να θελα, να γράψω μια φορά δέκα γραμμές, που να μην εμπεριέχουν εσένα. Δεν τα κατάφερα, ούτε δέκα είναι οι γραμμές, ούτε εσύ μου ξέφυγες, πάλι κρυμμένος νωχελικά κάπου πίσω από τις λέξεις είσαι.
Ούτε τίτλους δεν μπορώ να βάλω, πφ.

Υ.Γ: Κοίτα να δεις. Δέκα είναι. Να, ας προσθέσω, ούτε στο να προβλέπω μετρήματα είμαι καλή. Αποτύχαμε μωρέ και τι μ' αυτό;