Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2012

ΤΑΝΑΠΟΔα.

  Στο ημερολόγιο, καταστρώνω σχέδια. Να πάω στην επόμενη συναυλία των Your Hand in Mine, ας πούμε. Και να 'μαι πιότερο οργανωτική. Να μη δειλιάζω μπροστά του, όποιος και να είναι αυτός. Να κεντράρω στις φωτογραφίες και να βγάλω κάρτα για τη βιβλιοθήκη. Κι όλα αυτά, που ποτέ δε θα κάνω και το ξέρω, αλλά πρέπει να τα σχεδιάζω γιατί τελειώνει ο χρόνος. Σου 'χα πει για τα πρέπει που δεν πρέπει να τα λαμβάνουμε υπόψιν μας; Άραγε να θυμάσαι τίποτα απ' όσα σου είχα πει; Δεν έχει νόημα.
 Ζηλεύω το ζευγάρι που χορεύει λες και δεν υπάρχει αύριο, ζηλεύω τις θαρραλέες παραδοχές, το πηγαίο γέλιο, τα ικετευτικά βλέμματα. Περιμένω να εμφανιστεί κάτι, απροσδόκητο.
  Κάθε φορά ανακαλύπτω και από μια λεπτομέρεια. Μια γοητευτικά περίεργη οδοντοστοιχία, ένα χέρι με 6 δάχτυλα, μια ελκυστική ουλή στον αστράγαλο, ένα σημάδι από ανεμοβλογιά πάνω από το δεξί φρύδι, τα μικρά ματοτσίνορα. Τα μπογιατισμένα μάτια, η γάτα που από τα κεραμίδια κατέληξε άδοξα στη γυάλα, το καρτουνίστικο κορίτσι, το όνειρο που σου έλεγα κι εσύ γέλαγες γιατί δεν πίστευες πως όντως η καρδιά μου παίζει ταμπούρλο και θα βγει και θα την ψάχνουμε. Κάποτε σου είχα πει πως θέλω κάποιον να ρθει και να μου πει πως δεν ισχύουν όλα όσα φοβάμαι. Κι εσύ μου είπες πως είσαι αυτός. Δεν ήσουν όμως και ποτέ δε θα γίνεις.
  Θα κάνω εκπομπή με τα πιο αθώα κι εκφραστικά μάτια του κόσμου, θα πηγαίνω ανελλιπώς στις πρόβες, θα φτιάξω τη φωνή, θα κοντρολάρω τα νεύρα, θα κάνω την εργασία. Θα πάω μια βόλτα στα άγνωστα, να προσμένω το άγγιγμα που μου 'χει λείψει. Μπορεί όταν στερείσαι κάτι πολύ, να στο χρωστάει μια μοίρα, ένας θεός, μια συμπαντική μανούβρα, ο αστρολογικός σου χάρτης έστω. Οι αδυναμίες σου μοιάζουν με πελώριες γυναίκες που σε χλευάζουν. Από το πουά φόρεμα που δε στρώνει στη μέση, μέχρι τα ανασφαλή κακοραμμένα λόγια, που τα κόβεις ή τα συμπτύσσεις. Αγπη, φεγγρι, ονρο και άλλα τέτοια. Σε ανακηρρύσεις βασίλισσα της αγαρμπίας και ψάχνεις τρόπους να τους πείσεις.
  Σ' αρέσουν οι ασύνδετες παράγραφοι και οι σουρεάλ καταστάσεις, οι διανοούμενοι τύποι, αδιάφορο αν είναι ή αν το παίζουν, τα αλκοολούχα ποίηματα, οι παραστάσεις οι διαδραστικές, τ΄αγόρια με παλτό, οι ατσούμπαλες χορευτικές φιγούρες, οι καβαλιέροι που ψάχνουν με το βλέμμα για ντάμα, τα βιπερνόρα, αυτοί που κλαίνε τσιριχτά, οι θάλαμοι φωτογραφίας, τα χαϊδολογήματα άνευ λόγου και αιτίας, τα παράξενα ονόματα, αυτό που όλο έρχεται από κει που δεν το περιμένεις, αλλά εσύ γελάς γιατί το περιμένεις.
  Μια νύχτα καθόμασταν για μπύρα κι αναλύαμε τα εφηβικά μας όνειρα και γελούσαμε με τις μουσικές μας επιλογές, που κρυφακούμε στις μελαγχολιές μας. Όταν ντυνόμαστε τις αναπολήσεις, είμαστε πάντα πιο όμορφοι.
Α, ερωτεύτηκα εσένα και τις 15 σου μορφές. Ψάχνω για τις άλλες 15, για να σ΄αγαπήσω.

Πέμπτη 29 Νοεμβρίου 2012

Πέρα Δώθε.

Αρχίζει και ντύνεται τα κρύα του και 'συ θες να χουχουλιάζεις κάτω από το πάπλωμα και να βλέπεις ένα ζευγάρι μάτια στο σκοτάδι. Να λαμπυρίζουν οι απουσίες, να ταιριάζουν σαν παζλ τα μέλη, να μην ακούς πια για αφόρητες προοπτικές και καταχρηστικές ελπίδες. Να περιμένεις πώς και πώς τις Τρίτες και τις Πέμπτες, για να μυρίζεις ανθρωπίλα. Όχι ανθρωπιά, αυτή ενέχει εντιμότητα. Απλή, σκέτη, ανόθευτη ανθρωπίλα. Να χώνεις τη μούρη σου αχόρταγα σε μαλλιά και λαιμούς, ν' ακούς κάθε άσχετη ακυρίλα, να γελάς με κρύα ανέκδοτα. Να μαλώνεις για πολιτικές ανούσιες αντιπαραθέσεις, να δίνεις μία και να σπάνε, να αμφισβητείς τους κάποτε μέντορες και τις διδαχές τους. Να τον σκέφτεσαι και να τον σβήνεις. Να τον έχεις μια για πάντα ξεχάσει λες και ποτέ του δεν υπήρξε, ποτέ του δεν πέρασε. Να ανοίγεσαι πιο πολύ στις αγκαλιές και πιο πολύ στα ξέμπαρκα φιλιά, δε κοστίζουν άλλωστε κι εσύ πια λεφτά δεν έχεις και προτιμάς πια τα ακοστολόγητα. Να σου κάνουν προξενιά και να κατατροπώνεις τις ανασφάλειές σου, μα δε θέλω να με αντιμετωπίζετε σαν 40χρονη γεροντοκόρη, αφήστε με ήσυχη. Εγώ θα βρω το δρόμο μου, κι ας είμαι παράξενη και δειλή. Αλκοολούχες νύχτες με τη Χιονάτη, τη φαντασία και τα μακρόσυρτα σαγαπώ στο μυαλό καρφωμένα, μην τύχει και ειπωθούν. Το φλάουτο που δένει τόσο καλά με τη φωνή σου, τα λόγια τα ολοστρόγγυλα να τ' αφουγκράζεσαι και να τα προσπερνάς. Πλυντήριο, πέος, λάθος. Στο Βόλο με το τρένο, για τσίπουρα. Ν' ακούς Μπαλάφα στο κουλτουριάρικο σουβλατζίδικο και να σε πιάνει κάτι μεταξύ γέλιου και κλάματος. Τα δάκρυα δεν τα κρύβεις, τ' αφήνεις να κυλάνε. Τις μουσικές του τις θυμάσαι πάντως κι ας προσποιείσαι. Μικρή ήσουν όμως, θα πεις. Δεν ήξερες, θα πεις. Γινόμαστε ένα ρημαδιό, τα πάντα άνω κάτω, σε ξεριζώνουν να πονέσεις, σε κοιτάζουν όλο χλεύη. Πίσω από τη σκληράδα τον βλέπεις να περνάει. Θες να τρέξεις, να τον αγγίξεις, να του πεις ασυναρτησίες και να του θυμίσεις-αν έχει μάθει να θυμάται-τις παιδικές σας τρέλες. Προβάρεις να του πεις κάτι σαν "Έχεις κάτι από τις μνήμες και τις στιγμές μου" ή κάτι πιο σύντομο όπως "Σε θέλω", αλλά καταλήγεις να γέρνεις το κεφάλι, λίγο ικετευτικά, λίγο ηττημένα και λίγο ειρωνικά. Να ΄χες τη δύναμη να αγαπήσεις. Τελικά δεν έχεις καρδιά. Τελικά δε σου 'μαθαν ν' αγαπάς. Δεν μπορείς να γράφεις. Ποτέ σου άλλωστε δεν μπορούσες να τα βάλεις σε σειρά. Καληνύχτα. Ημέρα Πέμπτη, 6η πρωινή, πορτοκαλί καναπές, ευλαβική ατμόσφαιρα, ακατάσχετες αϋπνίες και ερωτικές απουσίες καρφωμένες στον τοίχο.

Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Διαδικτυακές ντόπες, αιτήματα φιλίας, πρόσκαιρη χαρά, επεισόδια βιπερνόρα, τάγματα ανασφαλείας, γοητευτικά παραπετάσματα. Στιχάκια αραδιασμένα πλάι σε γόπες μισοτελειωμένες, παλιά σιντί, αναθυμιάσεις από παιδικά όνειρα, πάντα γελαστή και γελασμένη, πάντα μισοσίγουρη και μισοχαωμένη. Βρήκες τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, τις φθινοπωριάτικες μελαγχολίες, "να ντύνεσαι ζεστά γιατί έχει κρύο εκεί", "να μη φοβάσαι", ο χειρότερος φασισμός είναι ο φόβος και κατεψυγμένο κοτόπουλο στο ψυγείο να σου θυμίζει πως είσαι ανέπροκοπη και πως ευτυχώς υπάρχει ακόμα κάποιος που σε νοιάζεται. Συλλαβίζεις τον πυρετό σου, χορεύεις το "Διάφανο" μέχρι που να μη βαστάς άλλο και χαμογελάς ειρωνικά στο στίχο που λέει για το ψέμα που δε βλέπεις. Το βλέπεις, πώς δεν το βλέπεις! Προσποιείσαι όμως, το πασπαλίζεις και με 2-3 λόγια μπας και φανεί αληθινό. Κι έπειτα βγαίνεις αλώβητη και καθαρή, περιμένεις μέρες του φωτός και ας βρέχει συνέχεια εδώ. Κάθεσαι στη στάση και περιμένεις τα πάντα εκτός από το λεωφορείο. Στα σπίτια τέτοιες ώρες, κάποιοι κοιμούνται, κάποιοι μοιράζονται έρωτες, κάποιοι ψάχνουν την ολοκλήρωση, κάποιοι μια αξιοβίωτη επιβίωση. Πλεονασμοί, μα δε σε νοιάζουν οι ταιριαστές λέξεις, αταίριαστα όλα πια, αλλάζεις ρώτα μπας και βγει κάτι από τα μη σωστά. Μια σακούλα γεμάτη βιβλία, ένα σπίτι γεμάτο μουσικές και άπλυτα πιάτα, μια αυταπάτη γι' αρχή και ένα παραπεταμένο παλτό έτοιμο για χειμώνες. Το σκυλί που σ' ακολούθησε μέχρι το αμφιθέατρο, ο πρωινός καφές, το ανατίναγμα του βιολογικού ρολογιού. Ηδονίζεσαι στη σκέψη ενός ζεστού καφέ με εκείνο το χαμόγελο το απόκοσμο, στις ταινίες τις δύστροπες, στα καλλιτεχνικά στέκια, στον αγώνα, σε εκείνον που έρχεται, ολοένα έρχεται. Διαβάζεις άρθρα, διαλείμματα για ποινικά εγκλήματα και έμμεσες αυτουργίες και τους δίνεις μια, τα παρατάς και κλείνεις δυνατά την πόρτα. Βαριέσαι εύκολα, μια αιωνιότητα και μια μέρα, η ήττα η τόσο ερωτεύσιμη, τα χέρια, οι φλεβίτσες που ξεπετάγονται αυθάδικα, οι σπίθες που ψάχνουν για διέξοδο. Κι εσύ βρε παιδί μου, πολύ αργείς. Όμορφα που μιλάνε στην πόλη σου! Ό,τι σου θυμίζει εκείνον κι είναι πολλά, πεζότητες και φθαρτά περιβλήματα, τα κάνεις κουβάρι και το πετάς πίσω από τον καναπέ. Τις καλημέρες, τα ψόφια κέφια, τα σαγαπώ που ποτέ δεν ακούστηκαν, τ΄αγγίγματα τα αιχμηρά. Τα οράματα και τα ιδανικά, είσαι ιδεολόγος εσύ, μην το ξεχνάς! Δε σ' αναγνωρίζεις πια και σε φοβίζεις. Τι να πεις, όλο ασυναρτησίες. Κι όλο πράγματα που θες, μα δεν έχεις τρόπο να τα πιάσεις. Βρέχει πάλι στην πόλη σου ρε κορίτσι!

Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

Άτιτλο.

Kρυώνω κι εσύ δεν είσαι εδώ να με σκεπάσεις. Να με χαϊδέψεις διστακτικά στο κεφάλι και να πετάξεις απαλά και γοητευτικά άτσαλα μια κουβέρτα στα πόδια μου, έτσι που με πήρε ο ύπνος στον καναπέ, χωρίς να το καταλάβω. "Τι έπαθες κορίτσι μου", χίλιες φορές ειπωμένο κι εντεχνίλες για πολύ προσωπικούς νταλκάδες ν' ακούγονται σιγανά. Δε σ' έχω εδώ να σου πω πως χρωστάω ακόμα Ποινικό, πως έκοψα το κάπνισμα για νιοστή φορά και πως έμαθα να αφουγκράζομαι αλήθειες. Ούτε να σου πω για τον πυρετό μου και τα τεχνάσματα τα παιδικά μου. Κλάματα το χάραμα, ακουστικά και μουσικές, συνοθύλευμα καπνού κι αλκόολ, με τι να μεθύσω, με τι να ξεχαστώ τώρα πια. Δεν είναι που σ΄έχασα, είναι που ποτέ μου δε σε βρήκα. Σε μισώ κι αργοπεθαίνει η σκέψη σου μέσα μου, σχεδόν οδυνηρά. Να με ρωτάν οι φίλοι πώς με λένε και ν' απαντώ ασυνάρτητα μισόλογα. Να θυμάμαι πόντο πόντο την ύπαρξή σου, την ελιά στο λαιμό σου, τα μελιά βλέμματα, τα χέρια τα καλοκαμωμένα. Και να μπερδεύω ποιος έρωτας υπήρξε, ποιος μεταρσιώθηκε και ποιον φαντάστηκα. Κάνω πως είμαι χαρούμενη και με πνίγουν εκείνα εκεί τα ωραία τα "χαζό μου". Κάθομαι και πλάθω τις πεζότητές μας σε ωραιοπάθεια. Και θέλω εσένα, θέλω να δώσω, θέλω να μοιραστώ, τα θέλω όλα κι όλα λείπουν. Δεν μπορώ να με πείσω ότι θα ζω με αυτό το έλειμμα και το κενό που δε συμπληρώνεται, δε γεμίζει και πολύ περισσότερο δε κατατροπώνεται. Κι ας μην είμαι δυνατή κι ας προσπαθώ να σε κάνω να δεις πως είμαι. Κι ας ξεχνάω την τηλεόραση ανοιχτή, για ν' ακούω καμιά φωνή, κανά ήχο πού και πού, μέσα στον ύπνο, μέσα στη φρικτή τη μοναξιά, μέσα στο παρανοϊκό μου παραλήρημα. Ήρθαν τα κορίτσια χίλιες φορές για παρηγορητικά ξενύχτια, τι να πουν και οι καημένες. Να βοηθηθώ εγώ πρέπει, να αναγεννηθώ από τις στάχτες εκείνης της φωτιάς που μάταια λέω, θα αναζωπυρωθεί, πού θα πάει. Ολότελα σβησμένη η φωτιά, ολότελα χαμένος κι εσύ κι ό,τι αντιπροσώπευες. Σ' ακούγομαι μίζερη. Είμαι μάλλον. Λέω πάλι, να, θα πατήσω την επανεκκίνηση κι όλα θα γίνουν όπως πριν. Και με πριονίζει ακόμα περισσότερο το κρύο, οι άνθρωποι, τα λόγια, τα τραγούδια. Μιας και ποτέ μου δε σ' άγγιξα, μιας και δειλότητες με καθήλωναν πάντα σε πλάνες λογικές. Να μη με μάθεις, να μη με γνωρίσεις, να μην αφεθώ, τα πρέπει και τα μη. Ευχαριστήθηκες τώρα; Βρέχει θριαμβευτικά και μαίνεται πόλεμος στην ταράτσα μου το επόμενο δίμηνο. Θα ανεβαίνω να θυμάμαι όλα εκείνα που φαντάστηκα πως θα περνούσαμε μαζί, μα δεν είχα μιλιά να στα αποτυπώσω, δεν είχα χέρια να τα σχηματοποιήσω, δεν είχα καν μάτια, μπας και μιλούσαν δαύτα αντί για 'μένα τα σκασμένα. Αλλά εσύ σιγά μην καταλάβαινες, όλα για 'σένα μαθηματικά. Και τώρα τι; Ας είναι να περάσουν όλα γρήγορα! Δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω για ν' αλλάξει η μελαγχολία, τα φθινοπωρινά αγγίγματα με νέες γνωριμίες με αηδιάζουν, τα αλλόκοτα με απωθούν, εσύ εσύ εσύ και μόνο εσύ στη σκέψη. Ας χαθείς κι εσύ με τη βροχή, κουράστηκα να θυμάμαι, κουράστηκα να βουλιάζω, κουράστηκα να γράφω ερωτόλογα που ποτέ δε θα σου στείλω, που θα μετανιώσω.
Θέλω να κουρνιάσω στο παραμιλητό σου, μ' ακούς;

Τρίτη 28 Αυγούστου 2012

Λίγο πριν.

Κοριτσάκι που μεγάλωσες ή νομίζεις πως μεγάλωσες. Μετακόμιση, στριμωγμένες στοίβες και βαλίτσες φθαρμένες στον 7ο όροφο, με χάσκοντα γέλια και αναμνήσεις που πριονίζουν. Η ενηλικίωση, γραμμένη ανορθόγραφα στους πιο τρυφερούς χαζοέρωτες και στο μπαλκονάκι, κέντρο-καράκεντρο κοιτάτε τώρα τα δυο χρόνια που πέρασαν και το πόσο ωριμάσατε μετρώντας κουτάκια μπύρας. Το έθνικ και οι μουσικές στοιχειώνουν τις αρχές και τους προλόγους σου. Ωραία είναι να μοιράζεσαι.
Θυμώνεις με τους δικούς σου που σε μια βδομάδα θα σου λείπουν. Φτάνει 12 και τα διερχόμενα βιβλία σου σε χλευάζουν για άλλη μια μέρα. Τι τα θες! Είχες ξεχάσει πόσο ερωτεύσιμη είναι αυτή η πόλη. Ξεκινούν όλα με τους καλύτερους οιωνούς, η Βίκη και πάλι κοντά, απαρτία, αυτός που δε θέλεις να γίνει εκείνος γιατί φοβάσαι την τριβή, ίδιος και απαράλλαχτος, παρών. Συζητάτε, ανταλλάσετε μουσικές, σχεδιάζετε εξόδους, βαυκαλίζεστε για το τρίτο έτος που έρχεται και θα συμμαζευτείτε, τα πίνετε σα να μην πέρασε μια μέρα, αγγίζεστε και αποφεύγετε τις τρυφερές αιχμές, μήπως και πονέσετε. Σ' αρέσει να είσαι κοντά του, αλλά το κρύβεις γιατί δε θες, δειλίες και παιδικές αστειότητες σε καλύπτουν και προτιμάς να μην μπλέκεις τώρα.
Έχεις ακούσει πως όταν σκηνοθετείς αταραξίες, πάντα έρχεται η ώρα που τα λιμνάζοντα νερά, αφρίζουν και σε πνίγουν τα κύματά τους, αλλά τι σε νοιάζει εσένανε, φτάνει που περνάς καλά και είσαι οχυρωμένη στην (αν)ασφάλειά σου. Είπε πως είναι έτοιμα όλα, να περάσεις να του αφήσεις σημειώσεις, τρέχουμε, τρέχουμε και δε φτάνουμε μ' αυτές τις πεζότητες. Οι επόμενες μέρες θα 'ναι γεμάτες, ντύνεται η πόλη συναυλίες και μαγέματα και ταινίες και πανσέληνους και εσύ είσαι χαρούμενη και θες να δώσεις, είναι καιρός πια, μα δεν ξέρεις πώς. Κι αν ήξερες κάποτε, το ΄χεις ολότελα ξεχάσει. Τελειώνει το καλοκαίρι και μαζί οι προσδοκίες του. Καιρός να τις υλοποιήσουμε-δε βρίσκεις; Τ' αδοκίμαστο και τ' απ' αλλού φερμένο του Ελύτη θες να το δεις και να το καθαγιάσεις. Τέλμα, μα δε συγκαταλέγεσαι πια στους ανθρώπους, μη σε νοιάζει διόλου. Οι πιο προσωπικοί σου πόνοι, ενσαρκώθηκαν και μετουσιώθηκαν σε λόγια, λόγια ακατάπαυστα, χιμαρρώδη, εφτά χιλιάδες λέξεις, παραμύθια με δράκους και κακούς πρίγκηπες. Η νεράϊδα θα 'ρθει και θα γίνουν όλα όπως πριν.
Μπερδεύεις πάλι τις αντιφάσεις σου που με κόπο τις είχες ξεχωρίσει και βαφτίζεις τα αιώνια άλυτα υπαρξιακά σου, γόρδιους δεσμούς. Πρωτοκαθεδρεία στη ζωή σου αυτά τα ψυχολογικά, τι να κάνουμε, άτρωτη δε θα γίνεις ποτέ, όσο και να θέλεις. Πεισμώνεις μωρέ, αλλά σε πιάνουν τα γέλια στη στιγμή. Κυλάει ο χρόνος, το αίμα, η ζωή. Και στα 'λεγε, δεν είναι πως δε στα 'λεγε ο καημένος. Αλλά τίποτα, εσύ κυρία ατσάλινη, πέταγες ένα ωμό "ονειροπολώ αγάπη μου" και ξεμπέρδευες.
Φαντάζει ξεχωριστός, αχ να μη χαριζόταν όμως έτσι εύκολα, να μην! Τι να πεις όμως, είναι νέος, βράζει το αίμα του, του αρέσεις, του αρέσουν, σ' αρέσει, τα μπλέξαμε και πού να βρεις μίτους τώρα πια. Δε βαριέσαι. Είναι που, δε θες μοναχικούς χειμώνες και είναι που, τη συντροφιά του την έχεις λίγο ανάγκη, αλλά τι να πεις πλέον, οι χειμώνες σου είναι ωραία μελαγχολικοί και οι σχέσεις δεν εκβιάζονται και οι γοητευτικοί σου φόβοι, γιγάντιες δαγκάνες, να σε πιάνουν και να μη σ' αφήνουν, ώσπου να πεις "πεθαίνω".Πάντα εκεί.
Στο σχολείο τα κατάφερνες πιο καλά, σταυρούς στο απουσιολόγιο, τους έκρυβες όταν μυριζόσουν άνετο καθηγητή, προσποιούσουν τη σωστή, στους στρίγκλους. Τώρα; Τώρα σε ξεπουλάει για το τίποτα αυτή σου η αμηχανία και άντε να βγεις αλώβητη από τις πλαγιομετωπικές συγκρούσεις. Σε ποιον να πρωτοβάλεις σταυρό, "Χ" και παύλα. Λείπει, είναι εδώ μα δεν προσέχει, πήρε αποβολή απ' τη ζωή σου; Μα τι μου λέτε κυρία μου; Θα με τρελάνετε; Άντε τώρα να βγάλεις βαθμό, που ούτε την αλφαβήτα δεν έχεις μάθει. Σχολείο της ζωής, που λένε οι πρεσβύτεροι. Πάλι γελάς. Μα σου 'χουν πει πόσο με φοβίζεις όταν γελάς;
(...)
Θυμάσαι την Αθήνα, στον Κυριάκο, τη Ζωγράφου, τ' άγνωστα, το σταφιδόψωμο στο Μοναστηράκι τα ξημερώματα. Βλέπεις πόσο ξέφτισαν τα όνειρα και χαίρεσαι που αλλάζεις. Φοβάσαι, μα δυναμιτίζει το μυαλό σου ολοένα και περισσότερο το ανυπόμονο. Θα ξεκινήσουν όλα, θα κυλήσουν, ό,τι είναι να 'ρθει θα 'ρθει. Σκέφτεσαι, τα καμώματά σου, τα σιγανά ρεφρέν στο αυτί, τη ρίγη των νέων συναντήσεων, τη γνωριμία με τα παιδιά, χαμογελάς, χαμογελάς κοριτσάκι. Έλα, έλα κούρνιασε κι ο Σεπτέμβρης θα 'ρθει να σε βρει δυνατή και καθόλου άρρωστη. Λυγίζεις κοριτσάκι, μην κλαις. Αργούν τα πρωτοβρόχια.
Ο Σεφέρης έλεγε πως ένα δοχείο μελάνι έχει σκάσει στο μυαλό του κι εσύ που ιερόσυλη όπως πάντα θες να μπεις στην ίδια πρόταση με κάποιον σπουδαίο λες πως ένας ΑΧΤΑΡΜΑΣ καταδιώκει το δικό σου μυαλό. Και με τα δίκια σου. Amica silentia lunae, παντού στα θρανία, το θυμάσαι;
Τις καληνύχτες σου θα τις διαγράψεις, ή θα τις στείλεις πρώτα; Ούτε αυτό δεν μπορείς να αποφασίσεις κοριτσάκι;

Κυριακή 12 Αυγούστου 2012

Ο καιρός ο αλήτης.

Ακούω Θανάση-σήμα κατατεθέν και σημείο αναφοράς για όσα ζήσαμε κι όσα ζούμε εκεί στα κρύα. Βόρεια, πολλά χιλιόμετρα μακριά από τα σπίτια μας και πλάθουμε τα κλισέ μας σαν παιδιά και 'μεις. Ε, εγώ είμαι πιο ρετρό και καταθλιπτική, τι θες; Που λες, πολλές μουσικές ξερνάει αυτή η πόλη. Γοητευτικό συνοθύλευμα από ψευτοέρωτες και ψευδελπίδες. Αγωνιζόμαστε για να καλογυαλίζουμε στα 40 μας τα οράματα, καλοβαλμένα στους τοίχους και στα νοικοκυριά μας. Πρωινά που ξυπνάμε δύσκολα, μα πρέπει, γιατί έχει πορεία και εμείς το αύριο το θέλουμε πιο χαρούμενο. Και παλεύουμε και συζητάμε και διαφωνούμε και φωνάζουμε στους πολιτικούς μας καφέδες, που ενίοτε δεν είναι και τόσο πολιτικοί, αλλά τι να γίνει. Φωνακλάδες φοιτητές, ωραία καθάρια βλέμματα κι όταν είσαι είκοσι τι σε νοιάζει, θα τον αλλάξεις το σάπιο τούτο κόσμο. Οι αριστερές μας καταβολές μπλέκονται με ερωτικά καλέσματα, γιορτές και φιέστες, ρεμπέτικους καημούς και τσιπουροκαραφάκια στο σωρό. Αυτή η πόλη είναι ένα πορτοκαλί κι ένα ρεμπέτικο.
Τα φώτα στην πλατεία κάτω από το σπίτι της Ελένης με γεμίζουν καταθλιπτικές έγνοιες και πάντα περνάω από 'κει με πόνο ψυχής, μπορεί επειδή σε σκέφτομαι, μπορεί επειδή δε σε βρήκα, μπορεί επειδή τις χρειάζεσαι τις μαύρες σου πού και πού βρε αδερφέ. Η σχολή, μες στο κέντρο των νεανικών σκιρτημάτων, δίπλα στην πλατεία Χημείου, που 'χες ακουστά μικρούλα από τις συζητήσεις μεγάλων. Κάτι για μεταπολιτευτικές ζυμώσεις, κάτι για συναυλίες και Θεοδωράκη, κάτι για έναν πολύ ωραίο τύπο που όλο ιστορίες αράδιαζε μα ποτέ κανείς δεν τον είπε φαφλατά. Και τη διασχίζω συνέχεια αυτή την πλατεία με το συντριβάνι, τα σκαλισμένα με εφηβικούς έρωτες παγκάκια και τα χρωματισμένα πλακάκια. Και πάντα νιώθω το ίδιο απροσδιόριστο τρέμουλο. Τραγούδια ένα κάρο, θεατρικές τις Τετάρτες, κουλτουριαζόμεθα σου λέω και καταλήψεις τα φθινόπωρα, κεκαλυμμένες προσδοκίες, ο έρωτας εν αναμονή, ο Μήτσος, ο Θοδωρής, εσύ και οι ανασφάλειες. Μια ταράτσα Νομικής γεμάτη κόσμο, γεμάτη νότες, γεμάτη όνειρα και συννεφιές. Τη μέρα εκείνη είχα τρυπώσει στο πιο ψηλό της σημείο, πιάτο η πόλη, δες ουρανούς, δες μελλοντικούς χτύπους, δες τα ωραία και τ΄ανείπωτα. Σκέτη ποιήση. Μετά η καμπή, η ύφεση, ήταν και λογικό. Συνέχισες να ευελπιστείς πως θα ΄ρθει το πολυαναμενόμενο, μα δεν έκανες και κάτι να το πλησιάσεις, μόνο βαυκαλιζόσουν στα τσιτάτα σου κι εσύ, τι σόϊ αριστερή είσαι άλλωστε! Και βγαίναμε πολύ μη μελαγχολήσουμε και πίναμε ρακές και μεθούσαμε τα απρόσμενα και λέγαμε τα προσδοκόμενα. Αδιόρθωτα τα μάτια, Κραουνάκης, Μπέλλου, Θανάσης και γέμισε πάλι το ποτήρι να ξεχαστώ. Ας τραγουδήσω λίγο, να πονέσουμε λες και μπήκαμε σε δεκαετίες δισθεώρητες. Αλλά είπαμε, όταν είσαι είκοσι, δε σε νοιάζει. Ένιωθα πως θέλω να μοιραστώ και να δώσω και τα έκανα και τα δύο αποσπασματικά και δειλά. Δε βαριέσαι. Μετά πέρασε λίγο ο καιρός, με ΄σένα πάντα στην ημερήσια διάταξη θεμάτων, αν και δε σε ήξερε κανείς μας. Κείμενα για τη σχολή, η θεατρική, τα πάρτυ, τα Πολυτεχνεία, οι χαζοκουβέντες, τα μάτια. Ήρθες κι εσύ κάπου πριν τα Χριστούγεννα σε μια πόλη φωτισμένη, τόσο που να σε χλευάζει που είσαι μόνος και κουβεντιάζεις τα βράδια με το ταβάνι. Απύθμενες συζητήσεις, αμέτρητα ερωτηματικά, εκατοντάδες αμφιβολίες κι εσύ μπροστά μου κι εγώ πιο γυμνή από ποτέ και πιο εκτεθιμένη. Δεν ήθελα, δεν ήθελες, μας βγήκε πλαγίως και τώρα κλείνουν οι πληγές και τα εφηβικά ρομάντζα. Σ΄ έχωνα σε καθημερινότητες και δε χωρούσες πια. Και το αφήσαμε, μην ξεχειλώσει. Μετά συνήλθα με λίγες σπιτικές αγκαλιές και φροντίδα. Αγάπησα ένα είδωλο, σκοτώστε με κύριοι δικαστές!
Έπειτα η κατηφόρα μπορεί και να συνέχισε λιγάκι. Κόμβοι και κινηματικά ραντεβού, μια σκρόφα εξεταστική, σκοταδούρα, κακοψυχολογία, ευτυχώς είχα και τις ταινίες μου. Λάτρεψα τη Φρίντα κι είπα πως θα γίνω σαν κι αυτή. Και ας ξέρω πως δε θα γίνω και ποτέ. Ζωγράφισα τους αντικομφορμισμούς μου και σκίτσαρα τα ψέματα σου. Μετά τις δικαιοπραξίες, μεθύσι, Νίκος, Κώστας, Ιωάννα, Κωστής και τα κορίτσια μου. Φιλιά στο στόμα-μα γιατί με πετάς έτσι; Επανακάμψαμε όμως, σαν ξανάνοιγε ο καιρός. Και γνωρίσαμε τα φλερτ και εκείνον που ήταν σαν τους άλλους, αλλά σιγά, είχαμε ανάγκη από αναγνώριση. Τηλεφωνήματα αθώα και καλοπροαίρετα, κοπλιμέντα φίλων, τα μαζεύαμε σε συλλογή, να την αναμοχλεύουμε και να χαιρόμαστε. Ηλίθιες εκτροπές, αλλά έφτιαχνε η διάθεση, τι φταίγαμε! Φεστιβάλ, αλκοολούχες νύχτες, χορός με αρσενικά άγνωστα και γνωστά, φιλιά με τον Κώστα, πυροβολισμοί στο κενό, πυροτεχνήματα και τα τοιαύτα. Ξεσπούσαμε στον "άλλον τρόπο" τις χαρούμενες μας, εκεί σε είχα πάει και ΄σένα, θυμάσαι; Και δώστου οι ρακές και τα χαμόγελα και οι μπύρες στο "Μικρού Μήκους". Και οι μελαγχολίες μας, γλυκιές. Αμβλύνονταν οι αιχμές, μέλωνε η μέρα. Και οι νύχτες πιο ωραίες, πιο έντονες. Περίμενα να σε συναντήσω, να φτιάξει η διάθεση, ομορφιές κι ατέλειωτα ακούραστα ξενύχτια. Κι η θεατρική μας, κεντρικός άξονας, συνεκτικός. Γέλια, ευχάριστη κούραση, γενέθλια αξέχαστα, παλιμπαιδισμός. Ο Κώστας φίλος εκδηλωτικός και διαχυτικότατος, πάντα εκεί. Ωραίες κουβέντες, βρε με θέλουν τελικά και σχετικές φλυαρίες, ακατάσχετες μα ηδονικές. Καφές με τις τέσσερις μας, ξεπηδούσες κάπου κι εσύ μα σε καταχώνιαζα σε συρτάρια, δεν ήθελα, είχαμε 'ξηγηθεί. Χαζά κοριτσίστικα αστεία, ωραία είναι, κοριτσοπαρέα, αγάπες και αερολογίες. Να 'χα να σας γράψω, να σας πω σας αγαπώ, να ΄χα! Και μετά πάλι διθύραμβοι για τα μάτια και τη φωνή, γλέντια, η ΣΘΕ, ο Αχιλλέας, τα φεστιβάλ στα γρασίδια, οι μπύρες με το ένα ευρώ, η ζωή, η ζωή. Κόκκινα χείλη, γαλάζια υγρά μάτια, νιώθαμε ευτυχία κι ας έλειπε-κι ας λείπει αυτό το πολυσυζητημένο, τι να γίνει, θα 'ρθει από ΄κει που δεν το περιμένεις, τα 'χουμε χιλιοπεί. Παιχνίδια ακίνδυνα, ανασφάλειες και φιλόδοξες ματιές, η εξεταστική πήγε καλά, μα ναι! Τα Ποινικά και τα εμπορικά και οι αηδίες οι άλλες που μάλλον σ' αρέσουν τελικά. Κυρία μου, φοβάσαι την πτώση. Μα δεν έμαθες από μικρή πως δεν έχουμε φτερά, όσες προσπάθειες και να κάνουμε να βάλουμε ψεύτικα; Έπεσε ο Ίκαρος χαζή. Επιμένεις να πετάς κι ας πέφτεις, κάθε με κάθε φορά. Η γοητεία σου, λες. Αυταπατάσαι, μα τι να σε κάνω που μου 'τυχες εσύ! Αγαπησιάρικες διαθέσεις, μελαγχολίες, το θέατρο, ο πληθυντικός αριθμός, ο Μήτσος πάλι, εσύ, η Ελένη, η ζωή, η ζωή. Μάλωνες με το Νίκο σε αγαπημένο μεθύσι για το πρωινό τσιγάρο, την Αθήνα, την τρέλα και τις προοπτικές. Πολιτική, πολιτική, είναι ένα φάρμακο καπιταλιστικό. Και πάρε συναυλίες, πάρε βόλτες, πάρε χρώματα. Η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Σου τηλεφωνούν φίλοι και παρατείνεις τη σιωπή ανάμεσα στο γεια και την πρώτη τους λέξη, παγώνεις το χρόνο. Ζεις ρομάντζα και βιπερνόρα, αδιάφορο αν είναι αληθινά ή αν τα πασπαλίζεις κι εσύ λίγο.
Γράφεις λόγια που σκίζεις μετά, σιγά κυρία μου, δε σε θέλουμε και για συγγραφέα. Αυτός ο ανεξήγητος τρόπος, αυτές οι διασκευές της πραγματικότητας, μπαγάζια και φύγαμε, όμορφα νιάτα, φορέματα καλοκαιριάτικα και υποσχέσεις. Να σου βάλω ένα ποτήρι κρύο νερό, δεν έχουμε και τίποτα άλλο!
Αντιρατσιστικά φεστιβάλ, συνεχίζει, δεν έχει τελειωμό η πρώιμη ζαλούρα κι ας δίνεις μάθημα στις 8. Αυτός μυστήριος, μας τα ΄κανε λίγο θάλασσα, αλλά δεν είσαι κι ερωτευμένη χρυσό μου. Γυναικείες αναλύσεις, γίναμε και σεξίστριες. Αποχαιρετισμοί, τον είδες ξανά, δε μίλησες, δειλή. Ταράτσες και πολλά υποσχόμενα αντίο. Θα μου λείψετε, θα τα πούμε σ' έναν μήνα, παύση, μικρή διακοπή για διαφημίσεις. Μια ανάσα και τα καλύτερα που θα 'ρθουν.
Θα ΄ρθουν, θα 'ρθουν, το ξέρεις πια.

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012

Μετέωρα βήματα.

Όταν σ' ήξερα και δε σ' ήξερα, έπλαθα τσιτάτα καλογυαλισμένα που θα σου 'λεγα, να με ερωτευτείς. Θα σου 'λεγα όλα τα δικά μου, όλα τα ανείπωτα και εσύ θα μ' άγγιζες και θα μου απαντούσες σιωπηρά πως όλες οι βόλτες του κόσμου είναι για 'μας πια. Έναν ακόμα καφέ στις αξημέρωτες ταράτσες, μάτιαμου πολλά κι αγγίγματα ντροπαλά στην αρχή, αυθάδικα δειλά στο τέλος. Θα 'θελες να επεξεργάζεσαι την κάθε λεπτομέρεια, θα 'θελες να μαλώνουμε για το τι χρώμα είναι τα μάτια μου, θα 'θελες να βγαίνουμε και να μη γυρνάμε, να χορεύουμε και να πονάνε τα πόδια μας που γυρίσαμε τον κόσμο. Θα 'σουν δυνατός και ακομπλεξάριστος, θα με βοηθούσες να ξορκίσω το θάνατο, θα μου μάθαινες πόσο οι άνθρωποι διψάνε για ζωή και πόσο εμείς για έρωτα και πλαγιομετωπικές συγκρούσεις. Θα ξαπλώναμε στον καναπέ, εσύ θα διάβαζες συνοφρυωμένος το "Κράτος κι Επανάσταση" και θα μου πετούσες περίτεχνες κομμουνιστικές λέξεις, μπας και καταλάβω, κι εγώ θα διάβαζα Λειβαδίτη, μα δε θα πίστευα τις γραμμές του σχετικά με τον αρρωστημένο αιχμηρό έρωτα-δεν υπάρχει αυτός, ακούς; δεν υπάρχει. Θα σου 'φτιαχνα κακοβρασμένα μακαρόνια κι εσύ θα 'πλενες τα πιάτα. Και θ' ακούγαμε μουσικές με τζαζ κλάματα και θα δάκρυζα εγώ, θα γέλαγες εσύ. Θα κάναμε έρωτα μετά από αψιμαχίες παιδικές, θα θέλαμε να αμβλύνουμε τις αποστάσεις και να τροχίσουμε τις υποσχέσεις. Θα τρόμαζα εγώ που χάνω τις λέξεις, θα τις πρόσεχες εσύ και θα τις επαναλάμβανες. Θα καθόμασταν σ' εκείνο το μικρό καφέ και θα 'λέγαμε για τα όνειρά μας, που θα μας ξεπουλήσουν σε λίγο, αλλά ποιος νοιάζεται σαν είναι νέος!

Κι όταν σ' έμαθα και συνειδητοποίησα πως δε σ' ήξερα, κατάλαβα πως οι αυταπάτες κι οι ψευδαισθήσεις μ' έκαναν για μια ακόμα φορά γελοία. Και δεν ήθελες να βγαίνουμε ατέρμονα χιλιόμετρα και δεν ήθελες να δεις την πόλη από ψηλά. Kαι δεν έδινες δεκάρα για τα ψυχολογικά μου, δειλός και κομπλεξαρισμένος, φρόντιζες να απομιζήσεις εμένα και κάθε τυχάρπαστο πρόσωπο στον παραλογισμό που ζούσαμε. Και δεν ήθελες να φύγεις, όχι για να μην αποχωριστείς τα δικά μας, αλλά γιατί ο κόσμος σου δε σ' αρέσει. Και δεν ήθελες να διαβάσεις κανένα από τα γραφτά μου, ούτε να θυμάσαι. Και δεν ήθελες ν' ακούς τις δικιές μου μουσικές, ενώ άφηνες ατέλειωτα λόγια να φουσκώνουν τα μάγουλά σου και να ξεχύνονται αδιακρίτως και δεν είναι που εγώ δεν ήθελα ν' ακούσω δικά σου πράγματα, ήθελα. Αλλά να, δε με υπολόγισες, νόμισες πως εγώ αντέχω και πως θα είμαι για πάντα άτρωτη και χαμογελαστή. Δεν είμαι όμως και η θύμισή σου και μόνο με κάνει να νιώθω μικρή και αδύναμη. Και δε θέλω να σε ξαναδώ, όχι επειδή δε σ' αγάπησα, ούτε επειδή δε χώρεσες στις προδιαγραφές μου, ξέρεις πως αυτά τ' ακούω βερεσέ. Εμένα θέλω, για πρώτη φορά να προστατέψω. Προσπάθησε λοιπόν, να μη μ' αγγίξεις ούτε μια φορά, θα κοπούμε κι οι δυο και δεν το θέλω.

Δευτέρα 2 Ιουλίου 2012

Γι αρχή.

Ο πόνος. Η ένταση. Οι καληνύχτες. Τα "για πάντα". Τα νεύματα και τα χαμόγελα. Τα ξημερώματα και τα στριφτά τσιγάρα. Ο Σεπτέμβρης. Οι καταλήψεις. Οι συναντήσεις. Τα όνειρα κι ο φόβος. Πάντα αυτός, μόνο αυτός. Η καρδιά η αθεράπευτη και η σκρόφα. Οι αυτοκτονικές τάσεις κι ο νιχιλισμός. Τα πελώρια μάτια. Η ικεσία και τα εκλιπαρητικά κλάματα. Ο φίλος. Η αγκαλιά του. Τα δάκρυά σου-να στα σκουπίσω μάτια μου, μην τύχει και πνιγείς;.Οι αγώνες. Οι πορείες. Τα ιδανικά. Η μετωπική σύγκρουση. Οι γνωριμίες. Τα περιττά. Τα λόγια. Ο χειμώνας και τα ρεμπέτικα ντέρτια. Τα μηνύματα κι η αδυναμία σου να τα ερμηνεύεις. Τα γλέντια. Εκείνος ο άγνωστος. Ο ερχομός. Οι αυταπάτες. Οι ερινύες. Οι ανασφάλειες. Το μίσος. Η ρήξη. Το παρελθόν. Η επάνοδος. Η εξεταστική. Οι ρακές. Τα χρήματα κι οι σπατάλες. Τα συναισθήματα. Οι ερωτήσεις.Ο καφές. Η μυρωδιά του. Οι διακοπές. Η εφηβεία. Οι φωτογραφίες. Οι ταινίες και τα βιβλία. Οι βόλτες τις Κυριακές. Η Άνω Πόλη. Ο Νίκος. Τα ίσως. Τα μπορεί. Τα κάπου. Το άφτερ σέηβ. Τα γλέντια. Τα φεστιβάλ. Τα πάρτυ. Οι πολιτικές συζητήσεις. Οι συγκεντρώσεις. Η ψευτιά. Και η αλήθεια. Τα βαριέμαι. Τα φοβάμαι. Η θεατρική. Οι Μικροπόλεις. Το πικραμύγδαλο. Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι. Πάλι ο φόβος. Τα γέλια. Οι θυμήσεις. Τα λάθη. Τα σωστά. Εκείνος. Η βιβλιοθήκη. Ο έρωτας κι η απουσία του. Τα εξωτερικά. Τα ενδότερα. Τα φλερτ. Οι συναυλίες. Ο Μήτσος. Οι ανακαλύψεις. Τα όνειρα. Τα ακροδάχτυλα. Οι χειμερινοί κολυμβητές. Οι κολακίες. Τα μαρέσεις. Οι χαρουμενιές. Και πάλι οι ανασφάλειες και οι αναστολές. Το φθαρτό περιτύλιγμα. Οι σκέψεις. Τα ξημερώματα κι οι χαραυγές. Ο Θανάσης. Οι επιστροφές. Τα γενέθλια. Η αναγνώριση. Τα τραγούδια. Η φωνή. Τα χρώματα. Οι παραστάσεις. Οι ελλείψεις. Οι ταυτολογίες. Τα "γεια" και τ' "αντίο". Η Αθήνα. Τα πρωινά που γίνονται μεσημεριανά. Τα ξενύχτια. Τα λεπτά. Η ταράτσα. Οι χοροί. Τα άνω-κάτω. Οι ευτελότητες. Ο χρόνος. Η αντίστροφη μέτρηση. Η σχολή. Το άγχος. Οι φούριες. Τα "μη μου παραπονιέσαι". Το σπίτι του Κώστα. Η Ελένη. Οι φιέστες. Τα κακοβρασμένα μακαρόνια. Η μαμά. Τα νεύρα. Οι αμφιβολίες. Τα γαλάζια μάτια. Τ' ανείπωτα. Τα κλάματα γεμάτα ερωτηματικά. Ο δήθεν έρωτας. Τα τριήμερα. Το Ποινικό. Η αποτυχία. Αυτός. Μέρες πολλές. Η απόρριψη. Η άλλη. Τα περίεργα. Τα τηλεφωνήματα. Οι συνομιλίες. Τα προγράμματα. Τα σχέδια. Οι μελαγχολίες. Η ζωή, η ροή, το αίμα, η χαρμολύπη. Η Θεσσαλονίκη. Τα Γιάννενα. Το καλοκαίρι. Οι παιδικοί φίλοι. Τα "γιατί;". Τα "κουράστηκα". Η ζωή σου.

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Ο (ξέφρενος) χορός της ζωής.

Σε έξι χρόνια από τώρα, θα γίνεις 26 και φρικάρεις στη συνειδητοποίηση. Βρώμισε μελαγχολικές αισιοδοξίες ο τόπος, συνοθύλευμα με ιδρώτα, εφηβικές αναθυμιάσεις και λίγα τεχνητά αρώματα πού και πού. Να μη μυρίσει το ολόδικό σου άρωμα, γιατί μετά θα σ' ερωτευτεί. Θα σ' ερωτευτεί; Θα σ΄ ερωτευτεί κανάς κακομοίρης εσένανε ή θα κάθεσαι και του χρόνου στην ίδια θέση να αναμοχλεύεις όλα αυτά που θα 'θελες αλλά δεν έκατσε η αστρολογική συγκυρία να συμβούν; Αυταπατάσαι κουκλίτσα μου, μπας και σταθείς λίγο όρθια.
Πέθανε η Ζωρζ Σαρή και μόλις το 'μαθες σ' έπιασε ένας κόμπος και έβαλες τα κλάματα τα γοερά. Αλλά ούτε η μαμά σου ήταν δίπλα-εκείνη η ξένη κυρία που σου έχει περάσει στο αίμα σου το φόβο της για το θάνατο, εκείνη που γίνεται όλο και πιο ξένη-ούτε καν ένας άνθρωπος να μοιραστεί μαζί σου το ξερίζωμα της παιδικότητάς σου και να κάτσει κάπως να σε παρηγορήσει-ή έστω, ακόμα ακόμα να σου σφουγκίσει τα δάκρυα από τα μικρούλικα μάτια σου. Πονάει αυτό το γαμημένο συναίσθημα, στ' αλήθεια πονάει πολύ. Ονειρεύεσαι Αθήνες και χρώματα και όμορφα πράματα να γεύεσαι και να νιώθεις. Και δε θες και πολλά. Έναν άνθρωπο για μοίρασμα και κλαψούρισμα που ήρθε αλλά δε χαιρέτισε και που μετά έβαλε τα κρύα του πόδια δίπλα στα δικά σου. Πόσο θα 'θελες να βρεις κάποιον να προσωποποιήσει την ερωτική σου διάθεση και εκείνη την άλλη, την πιο ύπουλη, για λίγο δώσιμο, τόσοδα, ίσα που να λέει "σαγαπώ" ψιθυριστά κι άτονα, ίσα που να γεμίζει λίγο τα μαριονετίστικα χέρια σου και να βρωμίζει το νεροχύτη. Να βλέπεις πρόσωπο πολύ συγκεκριμένο και να νιώθεις πως πιτσιλίζεσαι από κόκκινα και βυσσινιά χρώματα και να νιώθεις πυροτεχνήματα και πασχαλινά βεγγαλικά και να γίνεται κόμπος το στομάχι και να γίνεσαι 15 χρονώ, που δεν έγινες και ποτέ στην ουσία εδώ που τα λέμε.
Ωραίες κοιμωμένες, υπέροχα πλάσματα, γέλια ανυπόφορα, αμέτρητα λόγια στα τασάκια και φτηνά τσιγάρα στα διαλείμματα. Βιβλιοθήκες και αμφιθέατρα και οι έρωτες στην παραλία του Νικόλα, άφαντοι και μακρινοί. Χορεύεις ξυπόλυτη και χοροπηδάς πάνω στις λέξεις σου κι ακροβατείς στην ταράτσα σου, υπερανασφαλής. Σιγά μην κάνουμε και καμιά τρέλα, νέα παιδιά. Η ζωή σε σπρώχνει μπροστά, η ζωή είναι εδώ, η ζωή είναι για όλους! Εμένα μου λες κύριος! Βουτάς στην παραζάλη της εξεταστικής τάχα μου να μη σκέφτεσαι και πίσω από τις αράδες, όλα σου τα ερωτηματικά γιγαντώνονται κι ανοίγουν στόματα έτοιμα να σε κατασπαράξουν. Θέλεις ένα άλλο μισό να συμπληρώσει την ευτελότητα και να ξέρει να διαβάζει. Συνθήματα και χαζοστιχάκια διάσπαρτα στους τοίχους. Αγάπες και ψευτοχαμόγελα. Λίγη αλήθεια ρε παιδιά, κανά βλέφαρο μισάνοιχτο από αδρεναλίνη και πόνο; Κανείς; Σ' ακούει κανείς;
Μουσικές στ' αυτιά αλλόκοτες και γλυκές. Κι αυτές κενές περιεχομένου για τα ζεστά μοναχικά καλοκαιρινά βράδια που είναι ανυπόφορα και χλευαστικά. Κλείνεις τα μάτια σου και αέρηδες έρχονται, σε τυλίγουν, σου δείχνουν τους έρωτές τους, την αυταπαρνητική ανοσία και τα λόγια. Τα λόγια που σκαλίζουν στα παγκάκια, τα λόγια που δε χωρούν πια στο μυαλό και σκάνε και χτυπούν όποιο άμοιρο θύμα βρεθεί στο δρόμο, άοπλο και ανυπεράσπιστο. Φοβάσαι.
Κλείνεις τα φώτα, λίγο σκοτάδι, κανά δυο νεροπότηρα φίσκα από κρασί ξινό-εκείνο που σου ΄χε δωρίσει ένας ακατανόμαστος, που ξέρεις καλά τ' όνομά του, αλλά υπεκφεύγεις και δε θες να το εκστομίζεις και ρεμπέτικα να σε καψουρέψουν με πόνο. Σεντόνια φρεσκοπλυμμένα και κρύα και αύριο ένα Εμπράγματο "να" να καραδοκεί να σε ξεφτυλίσει.
Καημενούλα μου, νομίζεις πως αν κάποιος τα διαβάσει θα λυπηθεί τη μιζέρια σου. Αυτοθυματοποιήσου, αλλά η ζωή προχωρά μπροστά κι εσύ την αφήνεις.
Τα 'λεγε και η Ζωρζ σου, θυμάσαι;

Σάββατο 26 Μαΐου 2012

Πληθυντικός αριθμός.

Ο έρωτας
όνομα ουσιαστικόν
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.
Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.
Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.
Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν, γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.

Κική Δημουλά-Πληθυντικός Αριθμός


Σάββατο 19 Μαΐου 2012

Take me somewhere nice.



Kάτσε να δεις πώς το είπες...Πως η πόλη είναι αρκετά μεγάλη για να χαθούμε κι αρκετά μικρή για να σμίξουμε, ή κάτι παρόμοιο. Μυρίζει μελαγχολία σ' όλα γύρω αυτές τις μέρες και εγώ προσπαθώ να βρω ποια αυταπάτη μου πάει περισσότερο. Κάθε που κατεβαίνω στο κέντρο, χαμογελάω με το πλακάκι που γράφει "Το κεφάλι ψηλά!" και λογαριάζω πόσες μέρες απέμειναν για την επιστροφή. Με πικρία  χαμογελάω όμως, μη νομίζεις, γιατί πάντα τα μάτια είναι χαμηλωμένα και πάντα βλέπω το ίδο σύνθημα να μου θυμίζει πόσα δεν πρέπει να κάνω και τα κάνω. Πασχίζω να σκεφτώ μικρές λέξεις να ντύσω τα αισιόδοξα, μα χάνονται κι οι λέξεις και τα αισιόδοξα αστραπιαία. Φταίει ο καιρός, το κλούβιο μας κεφάλι, τι να πρωτοξεχάσω και με τι να δυναμιτίσω τις σκέψεις μου; Σε βλέπω στον άστατο ύπνο μου και ξυπνάω με δάκρυα. Καταντώ βιπερνόρα, ροζ και μελό. Βάζω τα πόδια μου στις εσοχές της απουσίας σου και λεκιάζονται ακόμα περισσότερο από τη μη αγάπη. "Μάτια μου". Πάντα μου φαινόταν ό,τι πιο ερωτικό και εύηχο, μα κάθε φορά που σε κοιτούσα μπούκωνα το στόμα μου με αερολογίες η δειλή, μην τύχει και στο πω. Εκθέτω τον εαυτό μου σε αράδες που ποτέ δε σου στέλνω. Τις γράφω μπας και μ' ερωτευτείς. Αλλά εσύ δεν το κάνεις-και σίγουρα δεν είναι επειδή δε διάβασες τις αηδίες μου. Nιώθω σαν εγκυμονούσα λαθών. Κι αυτή, η πόλη ρε γαμώτο, μόνο αντιφάσεις με κερνάει. Την ερωτεύομαι παθολογικά κι αυτή ολοένα με απορρίπτει.
Λέω να πάω ένα ταξιδάκι αναψυχής να δω τον Κυριάκο να με ξελαμπικάρει με τα όμορφα λόγια του και τα σχέδιά μου ναυαγούν στο τέταρτο. Ένα τέταρτο χρειάζομαι, όχι περισσότερο για να ακυρώσω όλα όσα ίσως βιώνω. Αντ' αυτού, καταλήγω στο να βλέπω "μικροπόλεις" και να κλαίω όχι γιατί σ' ερωτεύτηκα, όχι γιατί δεν πρόλαβα να σε γνωρίσω, ούτε επειδή σε θέλω δίπλα μου. Αλλά από εφηβικά σύνδρομα που ποτέ δε θ' αντιπαλέψω και ποτέ-σίγουρα ποτέ-δε θα κατατροπώσω.
Σ' αναζητώ με ντέρτια και Μητροπάνο και γελάω ειρωνικά επειδή δεν ξέρω τελικά αν αναζητώ εσένα, τις καταστάσεις, ή τον αποπνικτικό αέρα μιας ιστορίας ερωτικής. Μπαίνω σε διάθεση έρωτα και πονάω χωρίς να με πονάν. Λέω, πάει, καταστράφηκα, μα επιμένω να συνεχίζω τις ψευτιές μου.
Κάτσε λίγο να τα πούμε, σε εκλιπαρώ. Έχω ανάγκη από ασθμαίνουσες βόλτες σ' αυτή την πόλη που μισώ ν' αγαπώ. Πάμε μαζί, σε παρακαλώ. Θα βάλω τα χέρια μου στις τσέπες, να μην παρασυρθώ στιγμή να σ' αγγίξω. Θέλω να δω από τα μάτια σου τούτη την πόλη.

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Alone again, or..?

Φαντάσματα οι γνώριμοι ουρανοί, τα εφηβικά ρομάντζα και τα καλοκαιριάτικα προμηνύματα. Μια αυτοπαρηγορητική αισιοδοξία-ένστικτο επιβίωσης;- επιτάσσει να προχωρήσεις. Δε θες καν ν' αγγίξεις παρελθοντικές αιχμές-θα κοπείς και πια δεν μπορείς άλλα αίματα, έμαθες πολύ καλά να το παίζεις ατσάλινη. Κάποιες ενέσεις ανοσίας σίγουρα έπαιξαν το ρόλο τους, αλλά προσπάθησες κι εσύ λιγάκι. Θα μπορούσες κάλλιστα να πάρεις τη θέση του πεσιμιστή ή του αμυντικού και να καλύπτεις με περιβλήματα κάθε σου διάθεση. Αλλά εσύ επιμένεις να πασπαλίζεις τις μελαγχολίες σου ποιήματα, φίλους και μουσικές, για να ξεχαστείς. Γέμισες τις καθημερινότητες, ευθύνες πελώριες, να μη σκέφτεσαι. Να μην προλαβαίνεις και τρομάξεις. Έπειτα, ήρθε αυτός. Τόσο όμοιός σου, που δε θέλησες να τον αφήσεις ούτε καν να εισβάλει στα πολύ ΜΗ προσωπικά σου. Κι ας ήταν κάτι μέσα σου που κραύγαζε και σε εκλιπαρούσε να του ανοίξεις, όταν χτυπούσε επίμονα κουδούνια ξημερώματα. Πήρες μια θέση πίσω από την αυλαία και διάλεξες το ρόλο του υποβολέα-σίγουρος,αφανής και ασφαλής. Μπορεί και να πίστευες πως έτσι θα τον συναντήσεις-εκεί πίσω στα σκοτάδια. Αλλά εκείνος δεν μπορούσε να διανοηθεί τι σκεφτόσουν-καμιά ένδειξη, ούτε μισή νύξη. Αυταπατόσουν, καημένη μου. Πάσχιζες να βρεις τις εξισώσεις και τις διαφορικές και τα ολοκληρώματα και όσα είχαν απομείνει-σύμβολα και νούμερα κι ας μη σκάμπαζες από δαύτα-για να τον κάνεις να εκπλαγεί. Φοβόσουν πως δε θα ΄σαι αρκετή, πως δε θα πάρεις ευκαιρίες, πως οι ανασφαλείς χτύποι και τα μετέωρα βήματα δεν μπορούν να τον αγγίξουν-είναι άτρωτος. Κι ατσαλωνόσουν κι άλλο-σε βοηθούσε άλλωστε αυτή σου η ατολμία. Μετά, τρόμαξες μετρώντας μέρες, μήνες, χρόνια και αιώνες. Νόμιζες πως θα γινόσουν αθάνατη-(αν)ασφαλώς. Όλα σου τα πρότυπα τα χαράμιζες, ήθελες και δεν μπορούσες τολμούσες. Έγραφες για εκείνον και έσκιζες μανιωδώς τα χαρτιά το επόμενο δευτερόλεπτο. Δικαιολογούσες την αρρυθμία σου σε άτονες αστρολογικές συγκυρίες και γινόσουν μικρούλα-μπας και σου χαριστεί τρυφεράδα. Και δεν ήξερες να την αποζητάς καν. Αιώρες σε σκοινιά ακροβατών-άτσαλων και αποτυχημένων. Μαριονέτες να σου γνέφουν και να σχηματίζουν χλευαστικά το όνομά σου που ορκίστηκες να μην ξαναμπερδέψεις. Όταν έγραφες σε πρώτο ενικό ήξερες πως λες αλήθεια. Σπάνια κι όλο σπανιότερα. Κλεψύδρες έτοιμες να σε κατασπαράξουν, φωτογραφίες γεμάτες απογοήτευση(εσύ μια πελώρια απογοήτευση), σάλια, αηδία, καταθλιπτικές μέρες, μπαλκόνια και μοναξιές. Πότε πότε οράματα με χρώμα-εκλάμψεις στις ασπρόμαυρες φρασεολογίες. Προσπαθούσες τον σουρεαλισμό-μα έβλεπες-δε σε πήγαινε κουκλίτσα μου. Τραμπαλιζόσουν στο τώρα και το "θα" και έχανες όσα κι αν πόνταρες. Και τώρα κάθεσαι και συλλογιέσαι. Τι είναι ψέματα και τι αλήθεια και ποιον θα βρεις να τον λες μάτια μου τώρα πια; Iσοφαρίσαμε μάτια μου ή ακόμα;

Πέμπτη 26 Απριλίου 2012

Κι εσένα.

Και σένα, αν με τα τόσα που περάσαμε
τίποτα μέσα σου δε σακατεύτηκε,
μην πολυκαμαρώνεις.
Ίσως δεν είχες τίποτα να διακινδυνεύσεις.

Τίτος Πατρίκιος



Ψάχνω έναν έρωτα κι έναν αποχαιρετισμό.

Παρασκευή 13 Απριλίου 2012

Μεγάλες μέρες.

H Αννέτα πήγε, σου λέει, στη Νέα Υόρκη για να δει τον πρίγκηπά της. Συγκινησιακά φορτία βαριά, σχεδόν αφόρητα-φιγουράρουν στις οθόνες. Έρωτας αστείρευτος και πίσω οι ουρανοξύστες και οι πλανεύτρες επιγραφές, να ξεπουλάνε τη μοναξιά σου. Λες δυο τρία χαζόλογα, να μη φανείς αγενής και φεύγεις. Έπειτα σου στέλνει μήνυμα αυτός και σου λέει πως έχει ανάγκη να γεμίσει το κενό μνήμης, να πληρώσει την ψυχή του με φωνές βάλσαμα και άλλα τέτοια ποιητικά. Τα κουρέλια τραγουδούν ακόμα, άκου πτώμα να μαθαίνεις και τα σχετικά. Σκαλώνεις στα λόγια του κι ας μην ντύθηκες έρωτα πρωινιάτικο, βαρέθηκες και σήμερα τις τράμπες και τις προσποιήσεις. Ούτε που του απάντησες, ούτε το ακουστικό σήκωσες στο τηλεφώνημά του. Δείλιασες. Αποφασίζεις να πάρεις τσιγάρα από το πιο μακρινό περίπτερο, 3 χλμ μακριά, έτσι για να νιώσεις πιο κοντά. Πιο κοντά σε τι; Αδυνατείς να προσδιορίσεις, αδυνατείς να βαφτίσεις τις τάσεις φυγής σου, ειλικρίνεια. Όταν μεγαλώσεις θες να γίνεις κάτι μεταξύ Φρίντας και Μαλβίνας. Σου ζητάει τη γνώμη σου με ΄κείνα τα μάτια τα μεγάλα και τα ικετευτικά γιατί την υπολογίζει, λέει. Κι εσύ έχεις σχεδόν μουλιάσει τα λόγια που γυρίζουν κι όλο γυρίζουν στο μυαλό σου. Χωρίς τον εαυτό μου, υπάρχω. Χωρίς το ρόλο μου, δεν είμαι τίποτα. Μόνο αυτός με εξάπτει, με πληροί, με αποκαθιστά. Παίζω λοιπόν, χαρά μου -παίζω και πλέκω εγκώμια μιας ζωής που δεν καταλαβαίνει τίποτα έξω από την Τέχνη της. Να λοιπόν, δε θέλεις να σε καταλάβεις και υποκρίνεσαι. Είπε πως είναι πηγαία η συμπάθεια του-μα δε δίνεις πια δεκάρα. Σου 'χουν κάνει ενέσεις ανοσίας, δεν εξηγείται, γιατί πλέον, εκεί που άλλοτε έβλεπες συναίσθημα, δάκρυ και ερωτόλογα, τώρα βλέπεις μονάχα πίξελς, χαζοποίηση και φτηνότητες. Καημένη μου, φοβάσαι πως θα μείνεις αγκαλιά με τον Ντουαζνό και τον Φουκώ σου κι ο κόσμος γύρω σου θα τρέχει για να σε ξεφτυλίζει που δε θες, κι αν θες, δεν μπορείς. Φταις, το ξέρεις, δεδομένο. Αηδιάζεις στα ψέματα μερικών και φρίττεις στην ιδέα πως βούλιαξες στα κομπρεμί τους. Δε βαριέσαι-πέρασε η ώρα πια και δεν έχουμε καιρό για αυτομαστιγώματα. Θα τον πάρεις άυριο τηλέφωνο και θα πεις δυο χαζές δικαιολογίες. "Κοιμόμουνα" φερειπείν. Θα πει δεν πειράζει, θα ζητήσεις συγγνώμη, όλα καλά, τα λέμε, σε φιλώ. Γνωστή η χλιαρότητα στις ιστορίες σου. Ζαλίστηκες κι ας είχες ξεχάσει την αίσθηση αυτής της ζάλης. Μπορεί τώρα να τη μαθαίνεις, τίποτα δεν αποκλείεται.

Τρίτη 20 Μαρτίου 2012

Αυτοσκοπός.

Τεντώνω τις καθημερινότητες μπας και χωρέσουμε. Ωραία είναι να με ντύνεις να μην κρυώνω. Σα μικρό παιδί. Κι εγώ ήσυχα ήσυχα  μπαίνω κάτω από τις υποσχέσεις σου κι ας ξέρω πως την επόμενη θα τις έχει ήδη ξεχάσει. Να σε βλέπω να έρχεσαι και ν' αναρωτιέμαι πώς θα σου πω τις ψευτιές εκείνες, τις αλλόκοτες και τις τόσο γνώριμες. Τα ακροδάχτυλα έχουν από καιρό ακρωτηριαστεί και η ψυχή εκπορνεύεται μέρα τη μέρα. Ξεκινώ να γράψω κείμενα μελαγχολικά και βγαίνουν βιπερνόρα-πολυδιαβασμένα και ροζ. Άλλοτε πάλι, θέλω να βάψω τις λέξεις μου κόκκινες κι εκείνες βγαίνουν στην πορεία σκούρες μπλε, μπορεί και μαύρες. Ατέλειωτες ελπίδες για 20 χρόνια. 2 δεκαετίες και κάτι ψιλά για τον απολογισμό. Μεγαλώνουμε μάτια μου. Έφαγες ή να φτιάξω κάτι πρόχειρο; Σκέφτομαι πως είναι όμορφο να έχεις κάποιον για να του φτιάχνεις κάτι πρόχειρο. Κι ακόμα πιο όμορφο αυτός ο κάποιος να έχει φωνή και άγγιγμα. Άγγιγμα όπως λέμε επαφή. Υποθέτω. Μάλλον δεν την έζησα και ποτέ μου. Ακινητοποιώ τις μνήμες, τις αναμοχλεύω και βρίσκω ωραίες λέξεις να ταιριάζουν στα ακανόνιστα. Σε μπάζω κι εσένα μέσα, πότε πότε. Κι ας έχεις φύγει προ πολλού για να μάθεις αλήθειες. Γιατί με 'μένα μόνο ψέματα ανάπνεες και φευγάτα ερωτηματικά. Και δεν μπορούσες. Και με το δίκιο σου.
Μπερδεύω το κάποιος, το εσύ και το εγώ-αυτό έτσι κι αλλιώς μάλλον δε θα ξεμπερδευτεί και ποτέ.
Πίξελς ξεπηδούν στην οθόνη, ωραίοι φίλοι, ωραίες κουβέντες, ωραίες μουσικές και φτύνω από ωραία αηδία.
Ο Μήτσος είπε πως είμαι ονειροπόλα και εθελοτυφλώ και πως του αρέσει. Δεν προσπαθώ πια να φανώ δίπλα του αρκετή. Τον αφήνω απλώς να μιλάει και φεύγω λίγο πριν ολοκληρώσει την τελευταία του πρόταση. Σα να ξέρω πια ποια θα είναι η τελευταία του πρόταση. Τον έμαθα, θα πει. Μπορεί και να είναι πια προβλέψιμος.
Σκέφτομαι και γράφω. Όπως τότε μικρά που σχεδιάζαμε το "α" να βγει ολοστρόγγυλο να χωρέσει στις υποδείξεις και τις τελειότητες. Μετά μάθαμε πως δεν υπάρχουν δαύτες και είπαμε πως μεγαλώσαμε.
Πολλά εξομολογητικά μάτια τον τελευταίο καιρό. Ωραίο κι αυτό, ξεγυμνωτικό τόσο που φτάνεις πάτο και προσπαθείς να σε καταλάβεις. Πάντα για 'σένα το κάνεις, μην παραμυθιάζεσαι.
 Λέω να κλείσω γραφτό με αισιοδοξία, μα καιρό τώρα έχω χάσει τον εμμονικό τρόπο να βάζω επιλόγους.



Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

Αφθαρσία.

Νιώθω πως το α' ενικό ταιριάζει γάντι στην περίπτωση. Κι ακόμα, πως η ζωή είναι τόσο γλυκόπικρη και παράξενη όσο το να λες αηδίες στις 6 το πρωί με κάποιον που σου μαθαίνει να μοιράζεσαι. Όσο το ν' ανακαλύπτεις μια νέα μουσική και να την κλωθογυρίζεις στο μυαλό σου. Ή το να διαβάζεις ένα κείμενο τόσο απλό και γυμνό που να σε κάνει να θες να πας έξω από το σπίτι του χαράματα και να του πεις του κόσμου τα λόγια. Κι ας ξέχασες πού μένει.

(...)

Προσπαθώ σφαλίζοντας μάτια, να θυμηθώ πώς νιώθω σα σε βλέπω να μιλάς. Καλύτερα κι από το να σ' ακούω. Τρελαίνομαι όταν απευθύνεις τον λόγο και μπερδεύεις ώρες ώρες τα λόγια σου, από αμηχανία. Και να ΄ξερες πόσο γοητευτικά γέρνουν οι βλεφαρίδες σου όταν αρχίζεις να μη σκέφτεσαι. Μ' αρέσει κι όταν, μιλάς με σιγουριά κι ένα χαμόγελο που όμοιό του δεν υπάρχει-ούτε και θα αποτυπωθεί ποτέ. Σαρδόνιο και ειρωνικό με κάποιες πρέζες μελαγχολικές. Γαλάζια μάτια έχεις και λέω αστεϊκά πως θα κάνουμε παιδιά κάτασπρα σα γάλα.


(...)

Πάνε μέρες τώρα που σκέφτομαι πως στη ζωή του ανθρώπου η απόρριψη είναι αναγκαία-σαν τον αέρα που ανασάνεις τις κρύες νύχτες και τον εκπνέεις μανιωδώς-να φύγει γιατί δεν τον αντέχεις άλλο στα μέσα σου. Καλά θα 'ταν να ήσουν άτρωτος ή να είχες γεννηθεί θεός. Αλλά είσαι αναλώσιμος και φθαρτός. Και πέφτεις πότε πότε στο χώμα και στις λάσπες. Η ομορφιά είναι απόσταση λες και δεν καταλαβαίνω τίποτα από τα βαθυστόχαστά σου. Λες ποτέ σου σ'αγαπώ ή προτιμάς κι αυτά να τα θάβεις στις σιωπές σου και τα βλέμματα τα απόκοσμά σου;


(...)


Μπερδεύτηκα πολύ στον κυκεώνα που έχτισες. Σα να υπερπροσπαθώ για να σε φτάσω κι όσο κάνω τις προσπάθειες, άλλο τόσο απομακρύνομαι. Αλλά η ομορφιά είναι απόσταση, είπαμε. Δε στο έχω πει κι ούτε καν ξέρω αν θα στο πω και ποτέ μου.Οι λέξεις με 'σένα διαστέλλονται κι ύστερα φεύγουν. Τρέχω ξοπίσω τους, μα αυτές ανυπόταχτα σε ψάχνουν. Κι εγώ κάθε βράδυ τις κυνηγώ, να τις μαζέψω και να στις χαρίσω-όλες, μία προς μία. Για 'σένα. Και δε λέω ψέματα τα βράδια.

Καληνύχτα.



Παρασκευή 10 Φεβρουαρίου 2012

Όχι άλλο.

Οι ειδήσεις ξερνάνε δανειακές συμβάσεις. Κι εγώ ακόμα μαθαίνω να περπατάω και να ψηλώνω. Άμα ψηλώσω άλλο, δε θα με θέλει άντρας, μου είπε ο Κωστής. Αποφάσισα πως οι σουρεαλισμοί είναι κι αυτοί καλοί μου φίλοι. Αγόρασα το μοντγκόμερι, που πάντα ήθελα. Κι ολάκερη μου η μέρα, ένα ντε ζα βου-κι ας μη σκαμπάζω γρι από γαλλικά κι ας επιμένει ο Κυριάκος να με κατακλύζει με μηνύματα γεμάτα γαλλικά τραγούδια μπας και εκπολιτιστώ. Μα δεν έχω ανάγκη από μηνύματα φίλων αυτή την περίοδο. Γιατί κι αυτή μια ανάγκη θα 'ναι, από τις πολλές ανθρώπινες, δεν μπορεί. Έχω ανάγκη στο να αφεθώ. Και έτσι ξεκινώ με νέο στυλ γραφής και απάντησης στις προβληματικές τους. Ούτε έρωτα καταδιώκω. Ας έρθει ύπουλα-ή αν δε θέλει-ας μείνει κρυμμένος. Δεκάρα δε δίνω-γιατί δεν έχω εδώ που τα λέμε. Δε με νοιάζει και πολύ. Φτάνει εγώ να παρατηρώ μες στις νιφάδες τους ανθρώπους που εισβάλλουν τόσο όμορφα αυθάδικα στη ζωή μου. Κάθομαι και αραδιάζω όνειρα τελευταία-κι είναι ωραίο, είναι ωραίο μες στη μελαγχολία του να σκαλίζεις απατηλότητες, ή να θες να τις μορφοποιήσεις και να τις ντυθείς. Ονειρεύομαι πολλά μπλε το χρόνο αυτό, μαζί με έντονα κόκκινα, παθιάρικα και επαναστατικά. Θέλω. Κι ας μην ξέρω ακριβώς τι. Αγάπησα τις προτάσεις με τα πολλά θέλω μέσα τους και αποφάσισα να τις γράφω πιότερο-κι ας καταντήσω (κι άλλο) εμμονική. Μου έλειψε λίγο η κυρά Εύη, η μικρή και η Ράνια. Μου λείπουν ακόμα οι Κυριακές, κάτω από τα σκεπάσματα και την τρυφεράδα της παιδικότητας. Αλλά είμαι καλά και ηρεμώ. Γιατί αγαπώ να πηγαίνω να διαβάζω με τον Κώστα, χωρίς να ενέχουν οι συναντήσεις μας ίχνος ερωτισμού. Έχει τον τρόπο του αυτό το παιδί να σε κάνει ν' αγαπάς τις ατέλειές σου και να πιστεύεις. Αγαπώ τα βράδια που χιονίζει και ανταλλάσσω με την Ελένη αναστεναγμούς για το "άλλο" που θα 'ρθει και εμείς δεν ξέρουμε πότε. Ταινίες βλέπω και μαθαίνω να μην κοιμάμαι στο 15λεπτο. Συγκεντρώνω την προσοχή μου όσο μπορώ στα ουσιώδη-αν κι αυτή ώρες ώρες πεισματάρικα διαχέεται και θέλει να σκαλώσει ξανά και ξανά στα δευτερεύοντα. Αλλά δεν την κακολογώ, τη χρειάζομαι αυτή της την ανυποταξία. Έχουμε να μιλήσουμε μέρες και είμαι καλά. Ξέρω πως ήταν αστείο, παράξενο και ανακάλουθο. Ίσως και αναντίστοιχο, μα δε με πολυενδιαφέρει(ς) πια και χαίρομαι γι' αυτό. Βαριέμαι εύκολα και κλείνω χωρίς επιλόγους. Αύριο πάλι. Ή και από βδομάδα.

Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

Χάνομαι γιατί ρεμβάζω.

Κάποιες φορές, πασχίζω να σου πω σοφίες
και να μην κάνω τον καφέ μου πάνπικρο
και να σε σκέφτομαι όλο και λιγότερο.
Άλλες πάλι λέω πως θα κοιμηθώ κι όλα θα γίνουν εντάξει,
όπως πρέπει.
Μια μέρα, μου 'χες πει θ' αλλάξουμε τον κόσμο
γιατί το 'χει και το 'χουμε ανάγκη
κι εγώ δε σου απάντησα
γιατί ποτέ δε σου απαντούσα
ούτε και σκεφτόμουν όσα έλεγες.
Αύριο-το αργότερο την επόμενη βδομάδα-
θα σε έχω πια ξεκάθαρα αφήσει στα γραφτά μου
να σε θυμάμαι μόνο μες στα γράμματα και να χαμογελώ
πικρά-σαν το καφέ.
Σκέφτομαι να σου στείλω κανά δυο λόγια μπας
και σε ξορκίσω.
Ή ν' αφήσω πια τις φαντασιώσεις-δεν είμαι πια παιδί.
Κι όλο κάνω πίσω και ξεχνώ
πως οι μεταφορές και οι εκποιήσεις
είναι ανάγκες-από τις πολύ ανθρώπινες.
Ήθελα κι άλλα, μα δεν έχω τρόπο.
Δυσλεκτικές αοριστίες
και 5 καλοβαλμένες υποσχέσεις.
Στις ταράτσες δε θα 'σαι πάντως.
Ποτέ δε θέλησες να δούμε την πόλη φωτισμένη.


Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012

Απόπειρες. Ξανά.

Έχει τον τρόπο της. Η νύχτα. Να εκμαυλίζει.
Να σε ταρακουνά για λίγο, να πιστέψεις.
Θα 'ρθει μια ατέλειωτη στιγμή που θα αποζητά την εκπλήρωση.
Κι εσύ, θα στέκεσαι αμίλητος. Σιωπηρά, παγερά, αδιάφορα.
Λες και κανείς δε στο ζήτησε. Κανείς δε σε θέλησε ποτέ.
Λες και ποτέ δεν άκουσες "σαγαπώ", ποτέ δεν κατόρθωσες τους γλωσσοδέτες.
Μουσικές στο δίπλα διαμέρισμα για κάποια Άννα που γιορτάζει.
Φτηνά τσιγάρα αραδιασμένα, εφηβικές νύχτες και παιδιάστικα λόγια.
Τοm Waits και Σιδηρόπουλος.
Θ' ανάψουμε κανά καλοριφέρ; Αλλοιώνει το κρύο ρε φίλε!
Μετριόμαστε κάθε μέρα κι όλο και βγαίνουμε λιγότεροι.
Κι εσύ εκεί, πάντα απόκοσμα σκεπτικός και αδιάφ(θ)ορος.
Θα σου χαρίσω τις μελανιασμένες μου σημειώσεις, έτσι που να μη θες άλλο να δεις γραφτό.
Ο γέρος μου είπε ν αγαπώ τον εαυτό μου.
Μα πώς;





Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

Αn eye for an eye will leave us blind.

Ήταν εκεί, κρυμμένη πίσω από τα μαλλιά της, που μυρίζουν κέδρο και κανέλα. Ήταν εκεί, πίσω από τα ερωτηματικά και τις εν δυνάμει εκρήξεις σιωπών, ικανές να φωτίσουν το βλέμμα της, έτσι και αφεθούν και κάνουν τον εκkωφαντικό εκείνο κρότο-που θα φοβόταν κι ο πιο αήττητος. Ήταν εκεί. Σε κάθε λέξη, σε κάθε μικρούλα ανάσα ευτυχίας, σε κάθε χτύπο στις εφηβικές σφυγμομετρήσεις, σε κάθε πόθο μη ομολογημένο, σε κάθε νότα που ξεχνούσε, σε κάθε γράμμα που σχημάτιζε. Ήταν εκεί, όταν οι άλλοι, την απέρριψαν, εκεί κι όταν την αγάπησαν-μα δεν είχαν τρόπο να την πείσουν, ούτε φωνή να της μιλήσουν. Ήταν εκεί ακόμα κι όταν δάκρυα τη μάτωναν και σκοτείνιαζαν κι άλλο τα συνεφιασμένα. Ήταν εκεί, στους εξωφρενικούς ενθουσιασμούς μιας ατέλειωτης λιακάδας, που την έκανε να κάνει χαζές αισιόδοξες σκέψεις και να βγαίνει στιγμές στιγμές από αυτό που λεν οι άνθρωποι αυταπάτη. Ήταν εκεί στις ανασφάλειες, στις δειλίες, στα μισοτελειωμένα ποιήματα, στα κακοφτιαγμένα κείμενα και στις ζωγραφιές-πιο πολύ σ' αυτές με τις έντονες και ψυχεδελικές σπείρες και τους αλεπάλληλους κύκλους-ο ένας μέσα στον άλλο, δυσδιάκριτα μπλεγμένοι-μην τους ξεχωρίζεις, έτσι για να νιώθεις πιο κοντά στην ένωση. Ήταν εκεί στις υπερβάσεις, εκεί στις αποτυχίες, εκεί στα τελειοποιημένα κουτάκια που δεν της έκαναν, εκεί στα περιγράμματα που δεν τη χώραγαν, στις ατέρμονες συζητήσεις για το πώς θα αλλάξουμε τον κόσμο, στις άπειρες συζητήσεις για τον διαχειρισμό των ανθρώπινων, στις μουσικές, στον αέρα, στην αύρα, στο γέλιο, στα μικρά σημαδάκια στο σώμα, στο μωβ κραγιόν στις πετσέτες, στα φιλιά και τις ζεστές αγκαλιές, στις αποτυπώσεις ασυναρτησιών, στα κακοβρασμένα μακαρόνια-ναι, ακόμα και σ' αυτά, εκεί ήταν. Ήταν εκεί, στις υπερπροσπάθεις να ξεχωρίσει, στις αναρτήσεις αυτοέκθεσης, στις αγαπημένες λεξιπλασίες της, στους φάλτσους κιθαρισμούς, στον αγχώδη δρόμο για την εκπλήρωση, στον ακόμα πιο αγχώδη, εκείνο για τον ετεροκαθορισμό. Ήταν εκεί, στις νεανικές αμφιβολίες, στις αναλαμπές ωριμότητας, στα συνδιαλεγόμενα με τη λατρεμένη της, στο αμήχανο γέλιο της, στην ανασφαλή διακριτικότητά της και στις οξύμωρες διαθέσεις της για αυτοέπαρση, στον αστείο της τρόπο να φτιάχνει λίστες και προδιαγεγραμμένα-κι ας τα πήγαινε άθλια με τους αριθμούς-οι καμπύλες των γραμμάτων ήταν αυτές  που αγαπούσε άλλωστε. Ήταν εκεί σε κάθε νέο που ανακάλυπτε, στις μέρες που το μόνο που ήθελε να κάνει είναι να κρυφτεί κι άλλο πίσω από τα σκεπάσματα και στις άλλες, που ήθελε να βγει και να τραγουδήσει την ευτυχία. Να τη γλεντήσει, γιατί είναι νέα και ξέρει πως δε θα ναι για πολύ. Ήταν εκεί στα σιωπηλά, στα κραυγαλέα, στα αλλοτινά, στα μπορντώ νύχια και τα παράξενα σκουλαρίκια, στις πολλές στρώσεις ρούχων το καλοκαίρι και τις λίγες το χειμώνα. ΄Ήταν εκεί στις αντιφάσεις της, στην ανησυχία της να φανεί σωστή μες στην ανορθογραφία της. ΄Ηταν εκεί στα μάτια των άλλων, στους χορούς και τα καταλυτικά οινοπνεύματα, στους ξεθωριασμένους έρωτες, στα καλύτερα που θα ερχόντουσαν, στα "μήπως" και τα "αν". Στις αβεβαιότητες και τις οπισθοχωρήσεις, στα σίγουρα βήματα και τα ανέκφραστα πρόσωπα, στους μισανθρωπισμούς και την ειδωλολατρεία, ήταν εκεί.
Κι εσύ, θέλεις να την ξεριζώσεις από τη θέση της και από το εκεί της, επειδή δε σου πάει και δεν ταιριάζει στο πώς η επιφανειακή και δύστροπη βίβλος των ανθρωποειδών επιτάσσει. Σκούρα τα πράματα αν ναι.