Διαδικτυακές ντόπες, αιτήματα φιλίας, πρόσκαιρη χαρά, επεισόδια βιπερνόρα, τάγματα ανασφαλείας, γοητευτικά παραπετάσματα. Στιχάκια αραδιασμένα πλάι σε γόπες μισοτελειωμένες, παλιά σιντί, αναθυμιάσεις από παιδικά όνειρα, πάντα γελαστή και γελασμένη, πάντα μισοσίγουρη και μισοχαωμένη. Βρήκες τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, τις φθινοπωριάτικες μελαγχολίες, "να ντύνεσαι ζεστά γιατί έχει κρύο εκεί", "να μη φοβάσαι", ο χειρότερος φασισμός είναι ο φόβος και κατεψυγμένο κοτόπουλο στο ψυγείο να σου θυμίζει πως είσαι ανέπροκοπη και πως ευτυχώς υπάρχει ακόμα κάποιος που σε νοιάζεται. Συλλαβίζεις τον πυρετό σου, χορεύεις το "Διάφανο" μέχρι που να μη βαστάς άλλο και χαμογελάς ειρωνικά στο στίχο που λέει για το ψέμα που δε βλέπεις. Το βλέπεις, πώς δεν το βλέπεις! Προσποιείσαι όμως, το πασπαλίζεις και με 2-3 λόγια μπας και φανεί αληθινό. Κι έπειτα βγαίνεις αλώβητη και καθαρή, περιμένεις μέρες του φωτός και ας βρέχει συνέχεια εδώ. Κάθεσαι στη στάση και περιμένεις τα πάντα εκτός από το λεωφορείο. Στα σπίτια τέτοιες ώρες, κάποιοι κοιμούνται, κάποιοι μοιράζονται έρωτες, κάποιοι ψάχνουν την ολοκλήρωση, κάποιοι μια αξιοβίωτη επιβίωση. Πλεονασμοί, μα δε σε νοιάζουν οι ταιριαστές λέξεις, αταίριαστα όλα πια, αλλάζεις ρώτα μπας και βγει κάτι από τα μη σωστά. Μια σακούλα γεμάτη βιβλία, ένα σπίτι γεμάτο μουσικές και άπλυτα πιάτα, μια αυταπάτη γι' αρχή και ένα παραπεταμένο παλτό έτοιμο για χειμώνες. Το σκυλί που σ' ακολούθησε μέχρι το αμφιθέατρο, ο πρωινός καφές, το ανατίναγμα του βιολογικού ρολογιού. Ηδονίζεσαι στη σκέψη ενός ζεστού καφέ με εκείνο το χαμόγελο το απόκοσμο, στις ταινίες τις δύστροπες, στα καλλιτεχνικά στέκια, στον αγώνα, σε εκείνον που έρχεται, ολοένα έρχεται. Διαβάζεις άρθρα, διαλείμματα για ποινικά εγκλήματα και έμμεσες αυτουργίες και τους δίνεις μια, τα παρατάς και κλείνεις δυνατά την πόρτα. Βαριέσαι εύκολα, μια αιωνιότητα και μια μέρα, η ήττα η τόσο ερωτεύσιμη, τα χέρια, οι φλεβίτσες που ξεπετάγονται αυθάδικα, οι σπίθες που ψάχνουν για διέξοδο. Κι εσύ βρε παιδί μου, πολύ αργείς. Όμορφα που μιλάνε στην πόλη σου! Ό,τι σου θυμίζει εκείνον κι είναι πολλά, πεζότητες και φθαρτά περιβλήματα, τα κάνεις κουβάρι και το πετάς πίσω από τον καναπέ. Τις καλημέρες, τα ψόφια κέφια, τα σαγαπώ που ποτέ δεν ακούστηκαν, τ΄αγγίγματα τα αιχμηρά. Τα οράματα και τα ιδανικά, είσαι ιδεολόγος εσύ, μην το ξεχνάς! Δε σ' αναγνωρίζεις πια και σε φοβίζεις. Τι να πεις, όλο ασυναρτησίες. Κι όλο πράγματα που θες, μα δεν έχεις τρόπο να τα πιάσεις. Βρέχει πάλι στην πόλη σου ρε κορίτσι!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου