Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Ο (ξέφρενος) χορός της ζωής.

Σε έξι χρόνια από τώρα, θα γίνεις 26 και φρικάρεις στη συνειδητοποίηση. Βρώμισε μελαγχολικές αισιοδοξίες ο τόπος, συνοθύλευμα με ιδρώτα, εφηβικές αναθυμιάσεις και λίγα τεχνητά αρώματα πού και πού. Να μη μυρίσει το ολόδικό σου άρωμα, γιατί μετά θα σ' ερωτευτεί. Θα σ' ερωτευτεί; Θα σ΄ ερωτευτεί κανάς κακομοίρης εσένανε ή θα κάθεσαι και του χρόνου στην ίδια θέση να αναμοχλεύεις όλα αυτά που θα 'θελες αλλά δεν έκατσε η αστρολογική συγκυρία να συμβούν; Αυταπατάσαι κουκλίτσα μου, μπας και σταθείς λίγο όρθια.
Πέθανε η Ζωρζ Σαρή και μόλις το 'μαθες σ' έπιασε ένας κόμπος και έβαλες τα κλάματα τα γοερά. Αλλά ούτε η μαμά σου ήταν δίπλα-εκείνη η ξένη κυρία που σου έχει περάσει στο αίμα σου το φόβο της για το θάνατο, εκείνη που γίνεται όλο και πιο ξένη-ούτε καν ένας άνθρωπος να μοιραστεί μαζί σου το ξερίζωμα της παιδικότητάς σου και να κάτσει κάπως να σε παρηγορήσει-ή έστω, ακόμα ακόμα να σου σφουγκίσει τα δάκρυα από τα μικρούλικα μάτια σου. Πονάει αυτό το γαμημένο συναίσθημα, στ' αλήθεια πονάει πολύ. Ονειρεύεσαι Αθήνες και χρώματα και όμορφα πράματα να γεύεσαι και να νιώθεις. Και δε θες και πολλά. Έναν άνθρωπο για μοίρασμα και κλαψούρισμα που ήρθε αλλά δε χαιρέτισε και που μετά έβαλε τα κρύα του πόδια δίπλα στα δικά σου. Πόσο θα 'θελες να βρεις κάποιον να προσωποποιήσει την ερωτική σου διάθεση και εκείνη την άλλη, την πιο ύπουλη, για λίγο δώσιμο, τόσοδα, ίσα που να λέει "σαγαπώ" ψιθυριστά κι άτονα, ίσα που να γεμίζει λίγο τα μαριονετίστικα χέρια σου και να βρωμίζει το νεροχύτη. Να βλέπεις πρόσωπο πολύ συγκεκριμένο και να νιώθεις πως πιτσιλίζεσαι από κόκκινα και βυσσινιά χρώματα και να νιώθεις πυροτεχνήματα και πασχαλινά βεγγαλικά και να γίνεται κόμπος το στομάχι και να γίνεσαι 15 χρονώ, που δεν έγινες και ποτέ στην ουσία εδώ που τα λέμε.
Ωραίες κοιμωμένες, υπέροχα πλάσματα, γέλια ανυπόφορα, αμέτρητα λόγια στα τασάκια και φτηνά τσιγάρα στα διαλείμματα. Βιβλιοθήκες και αμφιθέατρα και οι έρωτες στην παραλία του Νικόλα, άφαντοι και μακρινοί. Χορεύεις ξυπόλυτη και χοροπηδάς πάνω στις λέξεις σου κι ακροβατείς στην ταράτσα σου, υπερανασφαλής. Σιγά μην κάνουμε και καμιά τρέλα, νέα παιδιά. Η ζωή σε σπρώχνει μπροστά, η ζωή είναι εδώ, η ζωή είναι για όλους! Εμένα μου λες κύριος! Βουτάς στην παραζάλη της εξεταστικής τάχα μου να μη σκέφτεσαι και πίσω από τις αράδες, όλα σου τα ερωτηματικά γιγαντώνονται κι ανοίγουν στόματα έτοιμα να σε κατασπαράξουν. Θέλεις ένα άλλο μισό να συμπληρώσει την ευτελότητα και να ξέρει να διαβάζει. Συνθήματα και χαζοστιχάκια διάσπαρτα στους τοίχους. Αγάπες και ψευτοχαμόγελα. Λίγη αλήθεια ρε παιδιά, κανά βλέφαρο μισάνοιχτο από αδρεναλίνη και πόνο; Κανείς; Σ' ακούει κανείς;
Μουσικές στ' αυτιά αλλόκοτες και γλυκές. Κι αυτές κενές περιεχομένου για τα ζεστά μοναχικά καλοκαιρινά βράδια που είναι ανυπόφορα και χλευαστικά. Κλείνεις τα μάτια σου και αέρηδες έρχονται, σε τυλίγουν, σου δείχνουν τους έρωτές τους, την αυταπαρνητική ανοσία και τα λόγια. Τα λόγια που σκαλίζουν στα παγκάκια, τα λόγια που δε χωρούν πια στο μυαλό και σκάνε και χτυπούν όποιο άμοιρο θύμα βρεθεί στο δρόμο, άοπλο και ανυπεράσπιστο. Φοβάσαι.
Κλείνεις τα φώτα, λίγο σκοτάδι, κανά δυο νεροπότηρα φίσκα από κρασί ξινό-εκείνο που σου ΄χε δωρίσει ένας ακατανόμαστος, που ξέρεις καλά τ' όνομά του, αλλά υπεκφεύγεις και δε θες να το εκστομίζεις και ρεμπέτικα να σε καψουρέψουν με πόνο. Σεντόνια φρεσκοπλυμμένα και κρύα και αύριο ένα Εμπράγματο "να" να καραδοκεί να σε ξεφτυλίσει.
Καημενούλα μου, νομίζεις πως αν κάποιος τα διαβάσει θα λυπηθεί τη μιζέρια σου. Αυτοθυματοποιήσου, αλλά η ζωή προχωρά μπροστά κι εσύ την αφήνεις.
Τα 'λεγε και η Ζωρζ σου, θυμάσαι;