Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2011

ΟνειρΩξεις.

"Τις νύχτες συνήθως ντυνόσουν με κάτι φανταχτερά χρώματα και γυρνούσες τις θεατρικές παραστάσεις σα τρελή, μη και χάσεις καμιά, μη και σε θεωρήσουν αστοιχείωτη οι κουλτουριάρηδες κύκλοι σου κι εκείνος εκεί ο πολύ όμορφος και γοητευτικός που μάλλον είχε δείξει πως ενδιαφέρεται-αλλιώς τι στο καλό ήταν αυτές οι φιλοφρονήσεις που έδιναν και έπαιρναν κάθε που βρισκόσασταν σε κοινές παρέες;.Όμως όλα άλλαξαν από εκείνη τη βραδιά. Είχες αποφασίσει πως το σχέδιο κατάκτησης όχι κάποιου συγκεκριμένου 40άρη, άλλα του κόσμου ολάκερου, που κατάστρωνες χρόνια τώρα, θα ενσαρκωθεί μέσα σε μια βραδιά και θα μετουσιωθεί σε πραγματικότητα με λίγες μόνο σωστές και εύστοχα μελετημένες κινήσεις.
 Ένιωθες τόσο ελκυστική μέσα στο στενό μαύρο φόρεμα σου-εκείνο που κάνει το ντρεπάρισμα στο στήθος κι έπειτα πέφτει ριχτό, αναδεικνύοντας την ευθυτενή και εντυπωσιακή σιλουέτα σου. Το είχες συνδυάσει με τις απίθανες βυσσινί σου γόβες, που είχες αγοράσει πάμφθηνα, μπορεί και μισοτιμής, από ένα παζάρι στη Μονμάρτη. Και μετά είχες βάλει το κοκκινάδι στα σαρκώδη χείλη σου και τα μικρά μαργαριταράκια στ' αυτιά-δώρο από κάποιον αγαπημένο, μα δε θυμάσαι από ποιον. 'Ησουν ένας πραγματικός πειρασμός και τραβούσες τα βλέμματα μ' ένα και μόνο σου ειρωνικό γέλιο-τόσο γοητευτικό, ικανό να παγιδεύσει τον αντίπαλο και να τον κάνει ισόβια θήραμα. Και έδειχνες να περνάς πανέμορφα, έπινες κατακόκκινο κρασί-σαν τα χείλη σου κι αυτό-φλέρταρες κι έλεγες ένα κάρο έξυπνες ιστορίες, χρωματιστές και ταιριαστές κι αυτές-πώς θα μπορούσε άλλωστε να μιλάει ασυνάρτητα μια κάποια που 'χει διαβάσει τόσα λόγια! Ήταν η νύχτα που τον γνώρισες. Και μόλις τον είδες, σα να πάγωσε και η μουσική και τα βλέμματα και οι χοροί και οι κουβέντες-σα να πάγωσε η ίδια σου η ύπαρξη-εξαϋλώθηκε μέσα στις πολλές χαρές και τα γέλια. Κι έγινες ένα σώμα περιφερόμενο στο χώρο, μετέωρο, σχεδόν νεκρό. Τον κοίταζες έντονα-λακκάκια στα ζυγωματικά κάθε που χαμογελούσε, μάτια σπινθιροβόλα, χέρια μακρυά και σίγουρα. Ένιωσες όπως νιώθεις κάθε φορά που παθαίνεις έρωτα. Και κάτι περισσότερο, τώρα δεν ήσουν εσύ, ήταν κάποια άλλη, δύσκαμπτη μέσα στο ακριβό φόρεμα, δειλή στην άρθρωση ακόμα και κόκκινων ψιθύρων. Και ήταν τότε που σε πλησίασε και σου συστήθηκε. Άρης. Μηχανικός στο Λονδίνο, εργένης, στα 38. Πόσο όμορφος, έτσι που τα καστανά μαλλιά του πέφτουν στα μάτια του και πλαισιώνουν το πρόσωπό του. Πόσο όμορφος και μοναδικός! Μιλούσατε για ένα σωρό πράγματα-τη δουλειά, τις ταινίες, τα θέατρα(τόσα είχες δει!), τα βιβλία,τις μουσικές, τον Κοκτώ, τον εξπρεσιονισμό και τ' άλλα ρεύματα που συνάντησατε στα ταξίδια και τις εκθέσεις-πολλές κι αυτές. Και τότε ήταν που έσκυψε και σε φίλησε, διεκδικητικά και τρυφερά μαζί-έτσι που μόνο αυτός σ' είχε φιλήσει μέχρι τώρα. Κι ήσουν έτοιμη, έτοιμη πια να κατακτήσεις τον κόσμο και να πεις πως τα κατάφερες."

-"Ναι Μήτσο μου, οι κάλτσες σου είναι μανταρισμένες και καλοπλυμένες-τρίτο συρτάρι, δίπλα στο γαλάζιο σου σώβρακο. Έλα άντε, θα κρυώσουν οι φακές."

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

12.08

Είναι πολύ δύσκολο να αποτυπώσω στο χαρτί κάτι τέτοιο. Είναι τόσο δύσκολο, όσο το να σε αντιλαμβάνομαι στο χώρο γύρω μου και να μη τρέμω, να μη νιώθω δύσκαμπτη και μελαγχολική. Είναι απ' αυτά τα πολύ ιδιότυπα σ'αγαπω, ή εκείνα τα εκκωφαντικά μουλείπεις, παρατατεμένα, τραβηγμένα στην άρθρωση να ακούγονται αιώνες. Δεν τα χω ζήσει, εικάζω. Μέχρι τώρα έχω ζήσει τις σχεδόν προοπτικές, τους σχεδόν έρωτες και τους σχεδόν ανθρώπους-και πίστεψέ με, έχουμε πολλούς από δαύτους. Θα 'ταν όμορφο να συνέχιζε κάτι, απροσδιόριστο τι, αλλά κάτι, μεταξύ μας. Αν μπορούσα να μπω σε μια έννοια που λέγεται αλήθεια και ντυθώ με τα πιο έντονα χρώματά της, μάλλον κάτι παρόμοιο θα σου λεγα. Μπορεί και να δυσκολευόμουν να σου απευθύνω το βλέμμα μου. Αλλά-πραγματικά-όσα αποκαλώ έρωτα κι όσα βαφτίζω ανάγκη, ενσαρκώνονται πλήρως στο όνομά σου. Και κλαίω και απελπίζομαι. Και δεν ξέρω αν αυτό συμβαίνει που αποφάσισα για πολλοστή φορά να σε βγάλω από τη ζωή μου ή αν είμαι σίγουρη πως δε θέλω και πως ποτέ δε θα τα καταφέρω. Γιατί εσύ όσο μακριά κι αν είσαι, όσα ψέματα κι αν έχεις αντέξει κι όσες ανασφάλειες κι αν έχεις υποστεί, πάντα θα κρύβεσαι πίσω από τα γράμματα, πίσω από τις νότες και τα παράλληλα σύμπαντα. Και έχω ανάγκη πια από τη τριβή. Κι εσύ το ξέρω. Και δεν καταλαβαίνω πια, τι περιμένω ακόμα. Παρατηρώ ότι τα κείμενα 2 ολάκερων χρόνων, είναι ίδια. Ίδιες λέξεις, ίδια ατμόσφαιρα, ίδια και απαράλλαχτη δειλία, ίδια όλα. Φοβάμαι όμως και δεν ξέρω πια αν εσύ έχεις τη δύναμη πλέον να με ξεμπερδέψεις για μια ακόμα φορά.

Καληνύχτα.

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

.

Πώς.
Να θυμάμαι ένα τίποτα και να μην κλαίω.
Μην ψιθυρίζω ψέματα και στίχους.
Μη φοβηθώ που είναι σκοτεινά τα μάτια τους.
Πώς.
Πώς μιλάει η σιωπή για σένανε. Ή για μας
που δε γνωριστήκαμε ποτέ
κι ας ανταλλάξαμε μικρές ανάσες
στο σκοτάδι.
Να 'ρχομαι να κλέβω βραδιές βραδιές τα ερωτηματικά σου.
Εγώ αυτό ήθελα. Αυτό το πώς.
Μην παρεκκλίνεις, ξόφλησες.
Μη τρέξεις και χαθείς.
Μίλα ήσυχα κι απλά.
Και να τους κοιτάς στα μάτια, όσοι κι αν είναι.
Αυτό το ρημάδι το πώς.
Αυτό το πελώριο, το ακατανίκητο, το ανεκπλήρωτο, το μελαγχολικό
και το ανείπωτο παιγνίδι.
Λύκος της στέπας και αναστεναγμοί.
Μουσικές και έρωτας για αμφιβολίες.
Διψάς και θες να πιεις λέξεις λέξεις όλο λέξεις.
Ούτε λόγια, ούτε χαμόγελα, ούτε εικόνες, ούτε θύμησες. Λέξεις.
Το πώς εκείνο.
Ιδίως αυτό θες να το κομματιάσεις.
Μόνο αν δεις τα κομμάτια του παζλ ξέχωρα καταλαβαίνεις.
Μαζί όλο κάτι χάνεται.
Κι από ένα τίποτα ξεκινά ο κόσμος.
Κι από μια ερώτηση ο παράδεισος ολάκερος.
Κι ένα πώς, που ξεπηδά από τα παιδικά σου χρόνια.
Σαν.
Μπαλαρίνες και καρυοθραύστες και πυρετός και γιορτές.
Κι είσαι τόσο παιδί ακόμα.
Και δεν ξέρεις πώς γράφεται ο έρωτας
κι αμφιβάλλεις αν ποτέ θα μάθεις.
Ανορθογραφίες.
Τόνο στο πώς,
μην ξεχάσεις.