"Τις νύχτες συνήθως ντυνόσουν με κάτι φανταχτερά χρώματα και γυρνούσες τις θεατρικές παραστάσεις σα τρελή, μη και χάσεις καμιά, μη και σε θεωρήσουν αστοιχείωτη οι κουλτουριάρηδες κύκλοι σου κι εκείνος εκεί ο πολύ όμορφος και γοητευτικός που μάλλον είχε δείξει πως ενδιαφέρεται-αλλιώς τι στο καλό ήταν αυτές οι φιλοφρονήσεις που έδιναν και έπαιρναν κάθε που βρισκόσασταν σε κοινές παρέες;.Όμως όλα άλλαξαν από εκείνη τη βραδιά. Είχες αποφασίσει πως το σχέδιο κατάκτησης όχι κάποιου συγκεκριμένου 40άρη, άλλα του κόσμου ολάκερου, που κατάστρωνες χρόνια τώρα, θα ενσαρκωθεί μέσα σε μια βραδιά και θα μετουσιωθεί σε πραγματικότητα με λίγες μόνο σωστές και εύστοχα μελετημένες κινήσεις.
Ένιωθες τόσο ελκυστική μέσα στο στενό μαύρο φόρεμα σου-εκείνο που κάνει το ντρεπάρισμα στο στήθος κι έπειτα πέφτει ριχτό, αναδεικνύοντας την ευθυτενή και εντυπωσιακή σιλουέτα σου. Το είχες συνδυάσει με τις απίθανες βυσσινί σου γόβες, που είχες αγοράσει πάμφθηνα, μπορεί και μισοτιμής, από ένα παζάρι στη Μονμάρτη. Και μετά είχες βάλει το κοκκινάδι στα σαρκώδη χείλη σου και τα μικρά μαργαριταράκια στ' αυτιά-δώρο από κάποιον αγαπημένο, μα δε θυμάσαι από ποιον. 'Ησουν ένας πραγματικός πειρασμός και τραβούσες τα βλέμματα μ' ένα και μόνο σου ειρωνικό γέλιο-τόσο γοητευτικό, ικανό να παγιδεύσει τον αντίπαλο και να τον κάνει ισόβια θήραμα. Και έδειχνες να περνάς πανέμορφα, έπινες κατακόκκινο κρασί-σαν τα χείλη σου κι αυτό-φλέρταρες κι έλεγες ένα κάρο έξυπνες ιστορίες, χρωματιστές και ταιριαστές κι αυτές-πώς θα μπορούσε άλλωστε να μιλάει ασυνάρτητα μια κάποια που 'χει διαβάσει τόσα λόγια! Ήταν η νύχτα που τον γνώρισες. Και μόλις τον είδες, σα να πάγωσε και η μουσική και τα βλέμματα και οι χοροί και οι κουβέντες-σα να πάγωσε η ίδια σου η ύπαρξη-εξαϋλώθηκε μέσα στις πολλές χαρές και τα γέλια. Κι έγινες ένα σώμα περιφερόμενο στο χώρο, μετέωρο, σχεδόν νεκρό. Τον κοίταζες έντονα-λακκάκια στα ζυγωματικά κάθε που χαμογελούσε, μάτια σπινθιροβόλα, χέρια μακρυά και σίγουρα. Ένιωσες όπως νιώθεις κάθε φορά που παθαίνεις έρωτα. Και κάτι περισσότερο, τώρα δεν ήσουν εσύ, ήταν κάποια άλλη, δύσκαμπτη μέσα στο ακριβό φόρεμα, δειλή στην άρθρωση ακόμα και κόκκινων ψιθύρων. Και ήταν τότε που σε πλησίασε και σου συστήθηκε. Άρης. Μηχανικός στο Λονδίνο, εργένης, στα 38. Πόσο όμορφος, έτσι που τα καστανά μαλλιά του πέφτουν στα μάτια του και πλαισιώνουν το πρόσωπό του. Πόσο όμορφος και μοναδικός! Μιλούσατε για ένα σωρό πράγματα-τη δουλειά, τις ταινίες, τα θέατρα(τόσα είχες δει!), τα βιβλία,τις μουσικές, τον Κοκτώ, τον εξπρεσιονισμό και τ' άλλα ρεύματα που συνάντησατε στα ταξίδια και τις εκθέσεις-πολλές κι αυτές. Και τότε ήταν που έσκυψε και σε φίλησε, διεκδικητικά και τρυφερά μαζί-έτσι που μόνο αυτός σ' είχε φιλήσει μέχρι τώρα. Κι ήσουν έτοιμη, έτοιμη πια να κατακτήσεις τον κόσμο και να πεις πως τα κατάφερες."
-"Ναι Μήτσο μου, οι κάλτσες σου είναι μανταρισμένες και καλοπλυμένες-τρίτο συρτάρι, δίπλα στο γαλάζιο σου σώβρακο. Έλα άντε, θα κρυώσουν οι φακές."
Ένιωθες τόσο ελκυστική μέσα στο στενό μαύρο φόρεμα σου-εκείνο που κάνει το ντρεπάρισμα στο στήθος κι έπειτα πέφτει ριχτό, αναδεικνύοντας την ευθυτενή και εντυπωσιακή σιλουέτα σου. Το είχες συνδυάσει με τις απίθανες βυσσινί σου γόβες, που είχες αγοράσει πάμφθηνα, μπορεί και μισοτιμής, από ένα παζάρι στη Μονμάρτη. Και μετά είχες βάλει το κοκκινάδι στα σαρκώδη χείλη σου και τα μικρά μαργαριταράκια στ' αυτιά-δώρο από κάποιον αγαπημένο, μα δε θυμάσαι από ποιον. 'Ησουν ένας πραγματικός πειρασμός και τραβούσες τα βλέμματα μ' ένα και μόνο σου ειρωνικό γέλιο-τόσο γοητευτικό, ικανό να παγιδεύσει τον αντίπαλο και να τον κάνει ισόβια θήραμα. Και έδειχνες να περνάς πανέμορφα, έπινες κατακόκκινο κρασί-σαν τα χείλη σου κι αυτό-φλέρταρες κι έλεγες ένα κάρο έξυπνες ιστορίες, χρωματιστές και ταιριαστές κι αυτές-πώς θα μπορούσε άλλωστε να μιλάει ασυνάρτητα μια κάποια που 'χει διαβάσει τόσα λόγια! Ήταν η νύχτα που τον γνώρισες. Και μόλις τον είδες, σα να πάγωσε και η μουσική και τα βλέμματα και οι χοροί και οι κουβέντες-σα να πάγωσε η ίδια σου η ύπαρξη-εξαϋλώθηκε μέσα στις πολλές χαρές και τα γέλια. Κι έγινες ένα σώμα περιφερόμενο στο χώρο, μετέωρο, σχεδόν νεκρό. Τον κοίταζες έντονα-λακκάκια στα ζυγωματικά κάθε που χαμογελούσε, μάτια σπινθιροβόλα, χέρια μακρυά και σίγουρα. Ένιωσες όπως νιώθεις κάθε φορά που παθαίνεις έρωτα. Και κάτι περισσότερο, τώρα δεν ήσουν εσύ, ήταν κάποια άλλη, δύσκαμπτη μέσα στο ακριβό φόρεμα, δειλή στην άρθρωση ακόμα και κόκκινων ψιθύρων. Και ήταν τότε που σε πλησίασε και σου συστήθηκε. Άρης. Μηχανικός στο Λονδίνο, εργένης, στα 38. Πόσο όμορφος, έτσι που τα καστανά μαλλιά του πέφτουν στα μάτια του και πλαισιώνουν το πρόσωπό του. Πόσο όμορφος και μοναδικός! Μιλούσατε για ένα σωρό πράγματα-τη δουλειά, τις ταινίες, τα θέατρα(τόσα είχες δει!), τα βιβλία,τις μουσικές, τον Κοκτώ, τον εξπρεσιονισμό και τ' άλλα ρεύματα που συνάντησατε στα ταξίδια και τις εκθέσεις-πολλές κι αυτές. Και τότε ήταν που έσκυψε και σε φίλησε, διεκδικητικά και τρυφερά μαζί-έτσι που μόνο αυτός σ' είχε φιλήσει μέχρι τώρα. Κι ήσουν έτοιμη, έτοιμη πια να κατακτήσεις τον κόσμο και να πεις πως τα κατάφερες."
-"Ναι Μήτσο μου, οι κάλτσες σου είναι μανταρισμένες και καλοπλυμένες-τρίτο συρτάρι, δίπλα στο γαλάζιο σου σώβρακο. Έλα άντε, θα κρυώσουν οι φακές."

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου