Κοριτσάκι που μεγάλωσες ή νομίζεις πως μεγάλωσες. Μετακόμιση, στριμωγμένες στοίβες και βαλίτσες φθαρμένες στον 7ο όροφο, με χάσκοντα γέλια και αναμνήσεις που πριονίζουν. Η ενηλικίωση, γραμμένη ανορθόγραφα στους πιο τρυφερούς χαζοέρωτες και στο μπαλκονάκι, κέντρο-καράκεντρο κοιτάτε τώρα τα δυο χρόνια που πέρασαν και το πόσο ωριμάσατε μετρώντας κουτάκια μπύρας. Το έθνικ και οι μουσικές στοιχειώνουν τις αρχές και τους προλόγους σου. Ωραία είναι να μοιράζεσαι.
Θυμώνεις με τους δικούς σου που σε μια βδομάδα θα σου λείπουν. Φτάνει 12 και τα διερχόμενα βιβλία σου σε χλευάζουν για άλλη μια μέρα. Τι τα θες! Είχες ξεχάσει πόσο ερωτεύσιμη είναι αυτή η πόλη. Ξεκινούν όλα με τους καλύτερους οιωνούς, η Βίκη και πάλι κοντά, απαρτία, αυτός που δε θέλεις να γίνει εκείνος γιατί φοβάσαι την τριβή, ίδιος και απαράλλαχτος, παρών. Συζητάτε, ανταλλάσετε μουσικές, σχεδιάζετε εξόδους, βαυκαλίζεστε για το τρίτο έτος που έρχεται και θα συμμαζευτείτε, τα πίνετε σα να μην πέρασε μια μέρα, αγγίζεστε και αποφεύγετε τις τρυφερές αιχμές, μήπως και πονέσετε. Σ' αρέσει να είσαι κοντά του, αλλά το κρύβεις γιατί δε θες, δειλίες και παιδικές αστειότητες σε καλύπτουν και προτιμάς να μην μπλέκεις τώρα.
Έχεις ακούσει πως όταν σκηνοθετείς αταραξίες, πάντα έρχεται η ώρα που τα λιμνάζοντα νερά, αφρίζουν και σε πνίγουν τα κύματά τους, αλλά τι σε νοιάζει εσένανε, φτάνει που περνάς καλά και είσαι οχυρωμένη στην (αν)ασφάλειά σου. Είπε πως είναι έτοιμα όλα, να περάσεις να του αφήσεις σημειώσεις, τρέχουμε, τρέχουμε και δε φτάνουμε μ' αυτές τις πεζότητες. Οι επόμενες μέρες θα 'ναι γεμάτες, ντύνεται η πόλη συναυλίες και μαγέματα και ταινίες και πανσέληνους και εσύ είσαι χαρούμενη και θες να δώσεις, είναι καιρός πια, μα δεν ξέρεις πώς. Κι αν ήξερες κάποτε, το ΄χεις ολότελα ξεχάσει. Τελειώνει το καλοκαίρι και μαζί οι προσδοκίες του. Καιρός να τις υλοποιήσουμε-δε βρίσκεις; Τ' αδοκίμαστο και τ' απ' αλλού φερμένο του Ελύτη θες να το δεις και να το καθαγιάσεις. Τέλμα, μα δε συγκαταλέγεσαι πια στους ανθρώπους, μη σε νοιάζει διόλου. Οι πιο προσωπικοί σου πόνοι, ενσαρκώθηκαν και μετουσιώθηκαν σε λόγια, λόγια ακατάπαυστα, χιμαρρώδη, εφτά χιλιάδες λέξεις, παραμύθια με δράκους και κακούς πρίγκηπες. Η νεράϊδα θα 'ρθει και θα γίνουν όλα όπως πριν.
Μπερδεύεις πάλι τις αντιφάσεις σου που με κόπο τις είχες ξεχωρίσει και βαφτίζεις τα αιώνια άλυτα υπαρξιακά σου, γόρδιους δεσμούς. Πρωτοκαθεδρεία στη ζωή σου αυτά τα ψυχολογικά, τι να κάνουμε, άτρωτη δε θα γίνεις ποτέ, όσο και να θέλεις. Πεισμώνεις μωρέ, αλλά σε πιάνουν τα γέλια στη στιγμή. Κυλάει ο χρόνος, το αίμα, η ζωή. Και στα 'λεγε, δεν είναι πως δε στα 'λεγε ο καημένος. Αλλά τίποτα, εσύ κυρία ατσάλινη, πέταγες ένα ωμό "ονειροπολώ αγάπη μου" και ξεμπέρδευες.
Φαντάζει ξεχωριστός, αχ να μη χαριζόταν όμως έτσι εύκολα, να μην! Τι να πεις όμως, είναι νέος, βράζει το αίμα του, του αρέσεις, του αρέσουν, σ' αρέσει, τα μπλέξαμε και πού να βρεις μίτους τώρα πια. Δε βαριέσαι. Είναι που, δε θες μοναχικούς χειμώνες και είναι που, τη συντροφιά του την έχεις λίγο ανάγκη, αλλά τι να πεις πλέον, οι χειμώνες σου είναι ωραία μελαγχολικοί και οι σχέσεις δεν εκβιάζονται και οι γοητευτικοί σου φόβοι, γιγάντιες δαγκάνες, να σε πιάνουν και να μη σ' αφήνουν, ώσπου να πεις "πεθαίνω".Πάντα εκεί.
Στο σχολείο τα κατάφερνες πιο καλά, σταυρούς στο απουσιολόγιο, τους έκρυβες όταν μυριζόσουν άνετο καθηγητή, προσποιούσουν τη σωστή, στους στρίγκλους. Τώρα; Τώρα σε ξεπουλάει για το τίποτα αυτή σου η αμηχανία και άντε να βγεις αλώβητη από τις πλαγιομετωπικές συγκρούσεις. Σε ποιον να πρωτοβάλεις σταυρό, "Χ" και παύλα. Λείπει, είναι εδώ μα δεν προσέχει, πήρε αποβολή απ' τη ζωή σου; Μα τι μου λέτε κυρία μου; Θα με τρελάνετε; Άντε τώρα να βγάλεις βαθμό, που ούτε την αλφαβήτα δεν έχεις μάθει. Σχολείο της ζωής, που λένε οι πρεσβύτεροι. Πάλι γελάς. Μα σου 'χουν πει πόσο με φοβίζεις όταν γελάς;
(...)
Θυμάσαι την Αθήνα, στον Κυριάκο, τη Ζωγράφου, τ' άγνωστα, το σταφιδόψωμο στο Μοναστηράκι τα ξημερώματα. Βλέπεις πόσο ξέφτισαν τα όνειρα και χαίρεσαι που αλλάζεις. Φοβάσαι, μα δυναμιτίζει το μυαλό σου ολοένα και περισσότερο το ανυπόμονο. Θα ξεκινήσουν όλα, θα κυλήσουν, ό,τι είναι να 'ρθει θα 'ρθει. Σκέφτεσαι, τα καμώματά σου, τα σιγανά ρεφρέν στο αυτί, τη ρίγη των νέων συναντήσεων, τη γνωριμία με τα παιδιά, χαμογελάς, χαμογελάς κοριτσάκι. Έλα, έλα κούρνιασε κι ο Σεπτέμβρης θα 'ρθει να σε βρει δυνατή και καθόλου άρρωστη. Λυγίζεις κοριτσάκι, μην κλαις. Αργούν τα πρωτοβρόχια.
Ο Σεφέρης έλεγε πως ένα δοχείο μελάνι έχει σκάσει στο μυαλό του κι εσύ που ιερόσυλη όπως πάντα θες να μπεις στην ίδια πρόταση με κάποιον σπουδαίο λες πως ένας ΑΧΤΑΡΜΑΣ καταδιώκει το δικό σου μυαλό. Και με τα δίκια σου. Amica silentia lunae, παντού στα θρανία, το θυμάσαι;
Τις καληνύχτες σου θα τις διαγράψεις, ή θα τις στείλεις πρώτα; Ούτε αυτό δεν μπορείς να αποφασίσεις κοριτσάκι;
Θυμώνεις με τους δικούς σου που σε μια βδομάδα θα σου λείπουν. Φτάνει 12 και τα διερχόμενα βιβλία σου σε χλευάζουν για άλλη μια μέρα. Τι τα θες! Είχες ξεχάσει πόσο ερωτεύσιμη είναι αυτή η πόλη. Ξεκινούν όλα με τους καλύτερους οιωνούς, η Βίκη και πάλι κοντά, απαρτία, αυτός που δε θέλεις να γίνει εκείνος γιατί φοβάσαι την τριβή, ίδιος και απαράλλαχτος, παρών. Συζητάτε, ανταλλάσετε μουσικές, σχεδιάζετε εξόδους, βαυκαλίζεστε για το τρίτο έτος που έρχεται και θα συμμαζευτείτε, τα πίνετε σα να μην πέρασε μια μέρα, αγγίζεστε και αποφεύγετε τις τρυφερές αιχμές, μήπως και πονέσετε. Σ' αρέσει να είσαι κοντά του, αλλά το κρύβεις γιατί δε θες, δειλίες και παιδικές αστειότητες σε καλύπτουν και προτιμάς να μην μπλέκεις τώρα.
Έχεις ακούσει πως όταν σκηνοθετείς αταραξίες, πάντα έρχεται η ώρα που τα λιμνάζοντα νερά, αφρίζουν και σε πνίγουν τα κύματά τους, αλλά τι σε νοιάζει εσένανε, φτάνει που περνάς καλά και είσαι οχυρωμένη στην (αν)ασφάλειά σου. Είπε πως είναι έτοιμα όλα, να περάσεις να του αφήσεις σημειώσεις, τρέχουμε, τρέχουμε και δε φτάνουμε μ' αυτές τις πεζότητες. Οι επόμενες μέρες θα 'ναι γεμάτες, ντύνεται η πόλη συναυλίες και μαγέματα και ταινίες και πανσέληνους και εσύ είσαι χαρούμενη και θες να δώσεις, είναι καιρός πια, μα δεν ξέρεις πώς. Κι αν ήξερες κάποτε, το ΄χεις ολότελα ξεχάσει. Τελειώνει το καλοκαίρι και μαζί οι προσδοκίες του. Καιρός να τις υλοποιήσουμε-δε βρίσκεις; Τ' αδοκίμαστο και τ' απ' αλλού φερμένο του Ελύτη θες να το δεις και να το καθαγιάσεις. Τέλμα, μα δε συγκαταλέγεσαι πια στους ανθρώπους, μη σε νοιάζει διόλου. Οι πιο προσωπικοί σου πόνοι, ενσαρκώθηκαν και μετουσιώθηκαν σε λόγια, λόγια ακατάπαυστα, χιμαρρώδη, εφτά χιλιάδες λέξεις, παραμύθια με δράκους και κακούς πρίγκηπες. Η νεράϊδα θα 'ρθει και θα γίνουν όλα όπως πριν.
Μπερδεύεις πάλι τις αντιφάσεις σου που με κόπο τις είχες ξεχωρίσει και βαφτίζεις τα αιώνια άλυτα υπαρξιακά σου, γόρδιους δεσμούς. Πρωτοκαθεδρεία στη ζωή σου αυτά τα ψυχολογικά, τι να κάνουμε, άτρωτη δε θα γίνεις ποτέ, όσο και να θέλεις. Πεισμώνεις μωρέ, αλλά σε πιάνουν τα γέλια στη στιγμή. Κυλάει ο χρόνος, το αίμα, η ζωή. Και στα 'λεγε, δεν είναι πως δε στα 'λεγε ο καημένος. Αλλά τίποτα, εσύ κυρία ατσάλινη, πέταγες ένα ωμό "ονειροπολώ αγάπη μου" και ξεμπέρδευες.
Φαντάζει ξεχωριστός, αχ να μη χαριζόταν όμως έτσι εύκολα, να μην! Τι να πεις όμως, είναι νέος, βράζει το αίμα του, του αρέσεις, του αρέσουν, σ' αρέσει, τα μπλέξαμε και πού να βρεις μίτους τώρα πια. Δε βαριέσαι. Είναι που, δε θες μοναχικούς χειμώνες και είναι που, τη συντροφιά του την έχεις λίγο ανάγκη, αλλά τι να πεις πλέον, οι χειμώνες σου είναι ωραία μελαγχολικοί και οι σχέσεις δεν εκβιάζονται και οι γοητευτικοί σου φόβοι, γιγάντιες δαγκάνες, να σε πιάνουν και να μη σ' αφήνουν, ώσπου να πεις "πεθαίνω".Πάντα εκεί.
Στο σχολείο τα κατάφερνες πιο καλά, σταυρούς στο απουσιολόγιο, τους έκρυβες όταν μυριζόσουν άνετο καθηγητή, προσποιούσουν τη σωστή, στους στρίγκλους. Τώρα; Τώρα σε ξεπουλάει για το τίποτα αυτή σου η αμηχανία και άντε να βγεις αλώβητη από τις πλαγιομετωπικές συγκρούσεις. Σε ποιον να πρωτοβάλεις σταυρό, "Χ" και παύλα. Λείπει, είναι εδώ μα δεν προσέχει, πήρε αποβολή απ' τη ζωή σου; Μα τι μου λέτε κυρία μου; Θα με τρελάνετε; Άντε τώρα να βγάλεις βαθμό, που ούτε την αλφαβήτα δεν έχεις μάθει. Σχολείο της ζωής, που λένε οι πρεσβύτεροι. Πάλι γελάς. Μα σου 'χουν πει πόσο με φοβίζεις όταν γελάς;
(...)
Θυμάσαι την Αθήνα, στον Κυριάκο, τη Ζωγράφου, τ' άγνωστα, το σταφιδόψωμο στο Μοναστηράκι τα ξημερώματα. Βλέπεις πόσο ξέφτισαν τα όνειρα και χαίρεσαι που αλλάζεις. Φοβάσαι, μα δυναμιτίζει το μυαλό σου ολοένα και περισσότερο το ανυπόμονο. Θα ξεκινήσουν όλα, θα κυλήσουν, ό,τι είναι να 'ρθει θα 'ρθει. Σκέφτεσαι, τα καμώματά σου, τα σιγανά ρεφρέν στο αυτί, τη ρίγη των νέων συναντήσεων, τη γνωριμία με τα παιδιά, χαμογελάς, χαμογελάς κοριτσάκι. Έλα, έλα κούρνιασε κι ο Σεπτέμβρης θα 'ρθει να σε βρει δυνατή και καθόλου άρρωστη. Λυγίζεις κοριτσάκι, μην κλαις. Αργούν τα πρωτοβρόχια.
Ο Σεφέρης έλεγε πως ένα δοχείο μελάνι έχει σκάσει στο μυαλό του κι εσύ που ιερόσυλη όπως πάντα θες να μπεις στην ίδια πρόταση με κάποιον σπουδαίο λες πως ένας ΑΧΤΑΡΜΑΣ καταδιώκει το δικό σου μυαλό. Και με τα δίκια σου. Amica silentia lunae, παντού στα θρανία, το θυμάσαι;
Τις καληνύχτες σου θα τις διαγράψεις, ή θα τις στείλεις πρώτα; Ούτε αυτό δεν μπορείς να αποφασίσεις κοριτσάκι;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου