Τρίτη 27 Ιουλίου 2010

Is that all right now?



Έκλεισε την πόρτα πίσω της.Η πόρτα αυτή,φυλάκιζε πάντα ανάσες κι όνειρα.Πολύ ακριβά τα πλήρωνε τα όνειρά της,αλλά δεν την πείραζε.Είχε ακόμα αποθέματα.Πολλά.Έκλεισε λοιπόν την πόρτα και πέταξε το μαύρο της παλτό στο πάτωμα.Μα,πόσα χρόνια το φοράει;Μπορεί και 4.Γελάει.Πέρασαν κιόλας 4 χρόνια,από τότε.Από τότε,που έκανε τα πρώτα της τσιγάρα,αλλά είχε ορκιστεί να μην ξανακαπνίσει,γιατί κάνουν κακό στην υγεία της.4 χρόνια,από τότε που συζητούσε με τη φίλη της για όλα τα χρώματα,για όλες τις μουσικές και όλη τη μαγεία που θα έντυναν την πολυπόθητη ανεξαρτησία τους."Θα φουσκώσει η ζωή σας όνειρο".Σε μια πόλη,γεμάτη πορτοκαλί και κόκκινο.Γεμάτη υποσχέσεις.Πάνε κιόλας 4 χρόνια,από τότε που έλεγαν πως θα κάνουν βόλτα στην παραλία και θα τραγουδάνε Παυλίδη."Κόκκινα σύννεφα στον ουρανό κι εσύ γελάς".4 χρόνια πάνε,από τότε που μανιωδώς έψαχναν το ταίρι εκείνο,που θα τους αγγίξει το χέρι και θα τους δείξει δρόμους.4 χρόνια,από τότε,που χάζευαν έξω από το παράθυρο στην ώρα της παράδοσης.Έλεγαν ότι πιο πολλά θα μάθουν από το παράθυρο,παρά από τα ακατανόητα λόγια του καθηγητή.Έγραφαν ποιήματα,γιατί ήταν 17,και το ήξεραν ότι ποτέ δε θα ξαναγίνουν.4 χρόνια...Και ακόμα ψάχνουν να βρουν τον τρόπο να φτάσουν το φεγγάρι.Δεν ξέρει γιατί,μα πάντα κάτι χαλάει,και διαλύεται η φεγγαρογραμμή μέσα στο νερό.Αλλά θα το καταφέρουν κι αυτό,είναι σχεδόν σίγουρη.Τόσες σκάλες υπάρχουν,θα το φτάσουν.


Πέταξε το παλτό της κι έβαλε αμέσως μουσική.Άλλαξαν τα γούστα από τότε.Γνώρισε ιστορίες κι ανθρώπους,που ούτε το φανταζόταν.Κάθε άνθρωπος και χίλιες ιστορίες.Μερικές τις ξέχασε.Μερικούς τους ξέγραψε.Άλλους τους θυμάται και πιο λίγους τους κράτησε.Ή την κράτησαν,δεν μπορεί να αποφασίσει.Μουσικές παράξενες,έθνικ,ατμοσφαιρικές,μουσικές που άκουγε όταν είχε τις μαύρες της,μουσικές για την αισιόδοξη μέρα,μουσικές που έκρυβαν φυγή.Στον βρόμικο τοίχο-δεν το έκοψε το κάπνισμα τελικά-αναρτημένα μαζί με τις φωτογραφίες,τη βιβλιοθήκη,τα cds και τις αφίσες,όλα τα όνειρα,ένα προς ένα.Μερικές φορές,τα όνειρα ξυπνούσαν,κυρίως μέσα στο σκοτάδι.Κι υπνοβατούσαν.Τα πραγματοποιημένα δε μιλούσαν και πολύ.Τα απραγματοποιήτα όμως έκαναν τόση φασαρία-Θεέ μου-τόση φασαρία!Την έδειχναν με το δάχτυλο και την έφτυναν για την ασυνέπειά της.Τα έδιωχνε,δεν τα ήθελε πια.Της αρκούσε να κλείνει τα μάτια και να θυμάται.Γελάει πάλι.Κοιτάει το παλτό της.Μα,πώς άλλαξαν έτσι τα πράγματα;Παλιά έκανε όνειρα,και ζούσε τόσους κόσμους,με την καρδιά της έτοιμη να σπάσει γιατί δεν άντεχε τόσο βάρος!Τώρα,διώχνει ό,τι έχει απομείνει.Και το χειρότερο είναι,ότι πια το όνειρα δεν κατοικούν στην καρδιά της.Στο μυαλό της βρίσκονται.Κι απλά πληρώνουν ένα συμβολικό ποσό για νοίκι.Σαν το νοίκι που δεν πλήρωσε ποτέ η ίδια της.Άλλωστε το σπίτι ήταν δικό της...Κι η πόρτα που φυλάκιζε τα όνειρα και τις ανάσες,δικιά της ήταν.Θέλει να τη σπάσει,μπας και ελευθερωθεί.Πιστεύει ότι θα ελευθερωθεί.Μα,δεν κάνει τίποτα η ίδια της.Δεν κουνάει καν το σώμα της.Στέκει ακίνητη.Ε,λοιπόν,δε φταίνε τα όνειρα που τη χλευάζουν.Κανείς δε φταίει.Κρίμα πάντως.Όλα,το σπίτι,η σχολή,οι φίλοι,ο σύντροφος,η μουσική,τα βιβλία,όλα τη χλευάζουν.Στέκει ακίνητη.Καθηλωμένη.Δεν προχωράει.Αυτή,που κραύγαζε και διεκδικούσε.Σαν παράλυτη.


Και ξανακλείνει την πόρτα πίσω της.Αυτή τη φορά,βγαίνει στο δρόμο.Φοράει τα γυαλιά της.Είχε ξεχάσει στ' αλήθεια πώς είναι να σε χτυπάει ο ήλιος...




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου