Σάββατο 27 Μαρτίου 2010

Σιωπή.




Πίστη
σ' όλα εκείνα που ξέρει
κι αγνοεί ταυτόχρονα.
Ψάχνει τα κακόφημα μέρη
μήπως και βρει λίγη βροχή και
μια μικρή-τοσοδά-αλήθεια.
Σιωπά,γιατί δεν μπορεί να κραυγάσει.
Πνίγεται,
βουλιάζει,
ουρλιάζει
κάτι μέσα της.
Πάντα η εσωτερική αυτή πάλη.
Μια προσευχή
ακούγεται από τα σωθικά της
που καίγονται ώρα με την ώρα
από τον καπνό και την απόγνωση.
Δεν είναι μελαγχολικά τα λόγια της.
Σύννεφα είναι,που πετούν.
Ας πετάξουν,έστω,αυτά.
Έστω...
Τα χέρια της είναι βρόμικα
γεμάτα ειρωνία και δάκρυα
τετριμμένες υποσχέσεις και τέχνες
εφιαλτικές μνήμες
συνέχεια.
Μα γιατί κλαίει τώρα;
Ίσως.
Ίσως,γιατί κοιτά τα μάτια
της ύπαρξής της.
Γιατί κοιτά τα μάτια όλων αυτών
που κάποιος,κάπου,κάποτε
τους ονόμασε ανθρώπους.
Τότε ψιθυρίζει,με πολλή προσοχή
και μεγάλη επιφύλαξη.
Χτυπά τα δάχτυλα στο τζάμι του παρελθόντος
σχεδόν μανιωδώς
Χαράζει μια-δυο γραμμές
έτσι,για να έχει όρια στο χώρο.
Παγιδεύτηκε όμως.
Αργοπεθαίνει.
Ησυχία.
Μη βεβηλώσουμε τη στιγμή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου