Κυριακή 7 Μαρτίου 2010

Παρελθόν.



Κοίταξα από το βρόμικο παράθυρο και κανείς εν ζωή δεν ήταν μέσα. Φύσαγε μανιασμένα και φοβήθηκα τον τρόμο. Δεν μπορούσα άλλωστε να κάνω διαφορετικά, κρύωνα και αποφάσισα να μπω. Ξέρω πως ήταν μια πρόφαση, από τις πιο αστείες. Από καιρό ήθελα να μπω.
Έχεις νιώσει ποτέ ότι το παρελθόν πονά, πονά τόσο πολύ, που ακόμα και η υφή του είναι τραχιά και αιχμηρή και ματώνει; Και οι πληγές δυστυχώς ανεπούλωτες.
Τον τελευταίο καιρό, αισθάνομαι στο πετσί μου το παρελθόν να αναζητά να αποδράσει, να φύγει,να φύγει μακριά, γιατί δε θέλει να πληγώνει άλλο τους ανθρώπους. Δε θέλει να πληγώνει ούτε εμένα πια…
Μπήκα λοιπόν και είναι η πρώτη φορά μετά από καιρό, που δε δίστασα, που κανένα ανθρώπινο συναίσθημα δε με κατακυρίευσε. Λίγα μόνο δάκρυα, αλλά υποθέτω πως αυτά απλά έκαναν την εμφάνισή τους για να μου κρατήσουν συντροφιά.
Έκλεισα πίσω μου την πόρτα, που έτριζε. Αμέσως, άκουσα τις παιδικές φωνές μας και είδα στη φθαρμένη κόκκινη πολυθρόνα τη μητέρα μας, να κλείνει τα μάτια και να εγκλωβίζει τις αλήθειες, όπως έλεγε. Οι στιγμές πετούσαν κι ο παγερός άνεμος τις βοηθούσε να πάνε όλο και πιο ψηλά.
Από το πιάνο ακουγόταν το αγαπημένο σου τραγούδι και είναι στ’ αλήθεια μαγικό, πως ο πιανίστας δεν έκανε ούτε ένα λάθος, ούτε μια φάλτσα νότα δεν ακούστηκε.
Ω! Να και το κουτί με τις μαριονέτες, που είχες αγοράσει μισοτιμής σε ένα από τα ταξίδια σου. Σε ζήλευα για τα ταξίδια σου. Δεν πειράζει όμως, γιατί κι εγώ πια ταξιδεύω. Ταξιδεύω πολύ…Με τη μνήμη.


Ο άνεμος έσπασε το βάζο που σου είχα δωρίσει στη γιορτή σου. Τα πεσμένα του κομμάτια, άμορφα και ψυχρά έστεκαν στο πάτωμα και δε χαμογελούσαν. Έμοιαζαν τόσο πολύ με τα σπασμένα κομμάτια του παρελθόντος που οι άνθρωποι δε θέλουν να τα ξαναγγίξουν για να μην τους πονέσουν.
Εγώ όμως δεν είμαι από αυτούς που φοβούνται τον πόνο και το παρελθόν. Μπήκα λοιπόν…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου