Λοιπόν είμαστε εδώ. Τρεις στο σύνολο. Εγώ, εσύ και η κατάθλιψη. Αποφεύγω να δώσω πολλές λεπτομέρειες. Το σκηνικό άλλωστε λιτό, δεν παίρνει πολλές φιοριτούρες. Ο τζουράς παίζει, το κύμα σκάει στο ξύλο, λίγη φωτιά σιγοκαίει στο τζάκι, βάλε κι άλλο τσίπουρο να ξεχαστώ και να θυμάμαι.
Σε βλέπω να μεγαλώνεις κι εγώ μένω στάσιμη. Δε θα φύγω σήμερα, δε θα φύγω. Η μοναξιά που πρέπει στον καθένα θα μας ξεπληρώσει, ο χρόνος θα με φέρει στα ίσα μου, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Μικροί καθημερινοί άνθρωποι που 'χουν τουλάχιστον μία ιστορία αγάπης με πολλές πληγές που κάπως προσπάθησαν και τις μισοεπούλωσαν ο ρεμπέτικος καημός και η απλότητα δημοτικών στίχων. Γύρω μου. Πώς αγαπά έτσι ο ακατέργαστος! Βάλε λίγο ακόμα αλκοολούχα λήθη στο ποτήρι μου.
Τι να έχω ζήσει άραγε από έρωτες; Είμαι άδεια ή τα κατάφερα και πουθενά;
Είμαι μισογεμάτη από: ταινίες, ψευτιές, βλέμματα, αυλαία, αλκοόλ, σελίδες, γράμματα, τάματα, διαφωνία, φεστιβάλ, στίχους μεθυσμένους, μπερδεμένα λάθη και σωστά, μια γνωριμία φιάσκο, ανασφάλειες, ου, υπερπλήρης από δαύτες. Μια τράτα, πρώτες διακοπές, Βόλος, θάλασσα, Σκόπελος, Κρήτη, Αθήνα, Βερολίνο, Αθήνα. Σταφιδόψωμο με φίλο στο Θησείο, εμείς, ο τρυπημένος μου σάκος και τα αστρικά μας σύμπαντα μόλις γεννιούνταν. Μήπως να απέφυγα εγώ αυτά που βάφτισα ατυχείς στραβοτιμονιές; Γίνομαι ομιλητική, γίνομαι απότομη, γίνομαι σκατά.
Γίνομαι τσαχπίνα για λίγο και μετά οχυρό ως πάνω μην εισβάλεις και με πονέσεις. Έτσι σου είπανε να λες; Σαθρά θεμέλια, χάρτινα τείχη, ένα ΦΟΥ έκανε και τα τσάκισε και μπήκε και εσύ τώρα πώς το διώχνεις; Θα μεγαλώσεις και θα μονάσεις; Θα αγκαλιάσεις τα τσίπουρα; Χάδια; Πούντα ρε-τι μου τάζεις; Τα πληρώνω όσο-όσο!
Σε βλέπω να μεγαλώνεις κι εγώ μένω στάσιμη. Δε θα φύγω σήμερα, δε θα φύγω. Η μοναξιά που πρέπει στον καθένα θα μας ξεπληρώσει, ο χρόνος θα με φέρει στα ίσα μου, δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Μικροί καθημερινοί άνθρωποι που 'χουν τουλάχιστον μία ιστορία αγάπης με πολλές πληγές που κάπως προσπάθησαν και τις μισοεπούλωσαν ο ρεμπέτικος καημός και η απλότητα δημοτικών στίχων. Γύρω μου. Πώς αγαπά έτσι ο ακατέργαστος! Βάλε λίγο ακόμα αλκοολούχα λήθη στο ποτήρι μου.
Τι να έχω ζήσει άραγε από έρωτες; Είμαι άδεια ή τα κατάφερα και πουθενά;
Είμαι μισογεμάτη από: ταινίες, ψευτιές, βλέμματα, αυλαία, αλκοόλ, σελίδες, γράμματα, τάματα, διαφωνία, φεστιβάλ, στίχους μεθυσμένους, μπερδεμένα λάθη και σωστά, μια γνωριμία φιάσκο, ανασφάλειες, ου, υπερπλήρης από δαύτες. Μια τράτα, πρώτες διακοπές, Βόλος, θάλασσα, Σκόπελος, Κρήτη, Αθήνα, Βερολίνο, Αθήνα. Σταφιδόψωμο με φίλο στο Θησείο, εμείς, ο τρυπημένος μου σάκος και τα αστρικά μας σύμπαντα μόλις γεννιούνταν. Μήπως να απέφυγα εγώ αυτά που βάφτισα ατυχείς στραβοτιμονιές; Γίνομαι ομιλητική, γίνομαι απότομη, γίνομαι σκατά.
Γίνομαι τσαχπίνα για λίγο και μετά οχυρό ως πάνω μην εισβάλεις και με πονέσεις. Έτσι σου είπανε να λες; Σαθρά θεμέλια, χάρτινα τείχη, ένα ΦΟΥ έκανε και τα τσάκισε και μπήκε και εσύ τώρα πώς το διώχνεις; Θα μεγαλώσεις και θα μονάσεις; Θα αγκαλιάσεις τα τσίπουρα; Χάδια; Πούντα ρε-τι μου τάζεις; Τα πληρώνω όσο-όσο!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου