Παρασκευή 21 Οκτωβρίου 2011

Κι αν δε στο πουν, να μάθεις να το κλέβεις.

Πώς σ' αρέσει να γίνεσαι ρετρό, να μιλάς με χρώματα, να ξερνάς νότες, να αγγίζεις στίχους, να λες πράγματα δικά σου, να περνάς ώρες ατέλειωτες με κάποιον που μέχρι πριν λίγο καιρό, κρυφοκοίταζες με κλεφτές δειλές παιδικές ματιές(ξέρω, θα μπορούσες να βάλεις κι άλλα προσδιοριστικά, μα είσαι κορασμένη από τις λέξεις)! Να ακούς, πιο πολύ τώρα, πιο πολύ από ποτέ, θες, τραγούδια παλιά, εκείνα που μιλούσαν για παραμύθια, για λάγνα βλέμματα-καστανά κατά προτίμηση- και για χάδια στα μαλλιά, για φιλιά στο στόμα και για βόλτες με άρωμα γιασεμιού και γεύση κερασιού-ή κάτι παραπλήσιου, κάτι που μυρίζει νοσταλγικότητα οπωσδήποτε. Ίσως η διάθεση σου, παίρνει επιτέλους θετικό πρόσημο, ίσως πάλι και όχι, μα δεν ενδιαφέρεσαι πια για τους ορισμούς, αρκετά σε βασάνισαν, αρκετά σε έκαναν νωθρή και τρομακτικά αδύναμη. Ξέρεις πως, τώρα, εσύ διαλέγεις τους ανθρώπους που θες να σε περιτριγυρίζουν, εσύ διαλέγεις τις μουσικές σου, τα ποιήματά σου, τις διαδρομές σου. Και όλα μετουσιώνονται σε πραγματικότητα και ενσαρκώνουν ρόλους πελώριους, που παλιά απλά εσύ μυθοποιούσες και σκοτείνιαζες που νόμιζες πως δεν μπορείς να  φτάσεις-ούτε να γίνεις μια απ' αυτούς. Και όμως, τώρα, που όλα γίνονται κι όλα τα σημάδια δείχνουν φωτεινά κι όλα στη ζωή σου είναι εδώ, είναι τώρα και σε καλούν να τα αρπάξεις, εσύ δε θες πια(επιτέλους!)να καθίσεις μέσα και να οχυρωθείς και να μεμψιμοιρείς για τις δειλές σου αντιστάσεις. Δε στο κρύβω, πολλές φορές φαίνεται πως τα σκέφτεσαι. Πως τα στριφογυρνάς στο μυαλό σου και τα ισοπεδώνεις, μη τύχει και τολμήσουν και σε κάνουν να αφεθείς. Αλλά, εσύ, αρχίζεις και ορθοποδείς και σκιτσάρεις πάλι δράκους και νεράιδες, όπως τότε, που ήσουν μικρούλα. Εσύ, πια βλέπεις, νιώθεις, συνειδητοποιείς πως αυτό που αποκαλούν έρωτα, τελικά είναι κάτι το υλικό, κάτι που μπορεί να μπει σε σχήματα και ονόματα και προωθητικά ερωτηματικά. Εσύ πια, τραγουδάς με όλη σου τη δύναμη και ξεχνάς τις φοβίες του παρελθόντος και τα σπαρακτικά κλάματα μιας απύθμενης μελαγχολίας-εφηβεία θα τη βαφτίσουν κάποιοι, απουσία εσύ.
Μαθαίνεις να κλέβεις τις ματιές τους και τα σ' αγαπώ τους, εσύ, που άλλοτε απλά καθόσουν στην άκρη και τους παρατηρούσες. Και καταλαβαίνεις, πως όσο μεγαλώνεις, τελικά θα περάσουν πολλοί, που να λέγονται "Κώστας, Φάνης, Θοδωρής ή Δημήτρης" και όλοι πάντα θ' αφήνουν από κάτι δικό τους, είτε ένα ματωμένο ίχνος, είτε ένα δίστιχο στον τοίχο σου, είτε μια καλημέρα στην πορεία, είτε ένα περίτρανο "σεχωανάγκη τώρα που νυχτώνει", έτσι αυθάδικο και εκλιπαρητικό. Να σαι δυνατή μόνο και να μη φοβάσαι που η ζωή έχει εκατομμύρια σημεία στίξης και άλλα τόσα γράμματα, να μη φοβάσαι να δώσεις, να μη φοβάσαι να βλέπεις στα μάτια.
Και να αγαπάς, να αγαπάς και να τους το λες, μπορεί να μην το καταλάβουν, μα εσένα μη σε νοιάζει, θα προχωρήσεις και θα σαι πάντα εσύ, το πλάσμα εκείνο που διαβάζει Λειβαδίτη και δακρύζει με το Σιδηρόπουλο, το πλάσμα εκείνο που θέλει πολύ να σκαλίσει το όνομά του στο παγκάκι των εφηβικών ερώτων, αλλά δεν ξέρει γιατί δε τολμά, μπορεί ίσως επειδή είναι νωρίς ακόμα, μα ο κόσμος έτοιμος και απέραντος εκεί έξω, απέραντος, τ ακούς; Διάβασέ μου λίγο για Μαρίες Νεφέλες και κρύψε με εδώ, σε μια εσοχή της παλάμης σου, μη φύγω, έχει κρύο απόψε.
Κι αν κλισέ σου φαίνονται τα λόγια, δεν πειράζει πια, συνήθισες, μην ξεχνάς μόνο να μιλάς, να λες τις ιστορίες σου, να κλείνεις σε συρτάρια τις ενοχές σου και τα "μήπως" και τα "αν" σου και να μην τ' ακούς, τώρα ειδικά που ξεκινά η ζωή, η δική σου, που νιώθεις πως όλα έρχονται, όλα τα χρωματιστά-και τα σκοτεινά-ακόμα κι αυτά, δικά σου θα ναι.
Και εκείνο που πιότερο θέλω να σου πω, όχι ως άλλος εαυτός, ούτε στη θέση συμβουλάτορα, είναι να μη φοβάσαι να ψιθυρίσεις τις αλήθειες σου πια. Εκείνος που φεύγει-και πιο πολύ εκείνος που έρχεται-ξέρει πάντα, κι αν δεν ξέρει, θα μάθει ν'ακούει. Να, κοιμίσου,σε λίγο ξημερώνουν τα  αλλιώτικα καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου