Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

.

Σκηνή πρώτη, πράξη 372η. Κάθεσαι απέναντι μου και καπνίζεις συνέχεια απανωτά τσιγάρα, μέχρι η κάφτρα τους να φτάσει στα δάχτυλά σου και να ζωγραφίσει στην άκρη τους αποτυπώματα με ακανόνιστα σχέδια που μετά θα μου τα δείχνεις για να σε λυπηθώ. Πού και πού ξερνάς λέξεις περίεργες που όλο και σβήνουν, παρέα με τη διάθεσή σου να μοιραστείς. Έχεις κάνει τις επιλογές σου. Και δε χωράω σ' αυτές. Με φιλάς.

Σκηνή δεύτερη, πράξη 532η. Με ξαπλώνεις και με σκεπάζεις και μου λες για τιμωρητικά όνειρα, για φευγάτες ανασφάλειες, για μουσικές από ξένους κι αλλόκοτους τόπους και κάτι άλλα γλυκόπικρα και όταν κάποια στιγμή σε μαλώνω, γιατί θέλω να κοιμηθώ, βάζεις τα γέλια τα ειρωνικά. Έπειτα σκαλίζεις το συρτάρι και ψάχνεις με ποιο όπλο θα με σκοτώσεις. Διαλέγεις τα χέρια σου. Με πνίγεις.

Σκηνή τρίτη, πράξη 678η. Ξυπνάω από το λήθαργο κι εσύ ήδη έχεις κρεμάσει στον τοίχο τα λάφυρά σου από τη μάχη και με κοιτάς από απόσταση με θριαμβευτικό ύφος. Λέω αφελώς "πάμε μια βόλτα". Δεν κάνεις τον κόπο ν' απαντήσεις. Βάζεις το μπουφάν σου και μου λες να κάνω το ίδιο κάπως επιτακτικά και κάπως τρυφερά. Οπωσδήποτε υπακούω. Μιλάμε για ασυναρτησίες, ξημερώνει και νιώθω πιο μόνη δίπλα σου. Δε θα 'πρεπε-τουλάχιστον δε γίνεται έτσι στις ταινίες και τα βιβλία που με γαλούχησαν να προσμένω τον απόλυτο έρωτα. Λες κι ακούς τη σκέψη μου, γελάς πάλι. Ψάχνεις την τσέπη σου. Βρίσκεις αναπτήρα. Με καις.

Σκηνή τέταρτη, πράξη 2039η.  Ζητάς να σου πω ένα ακόμα τραγούδι κι εγώ δεν έχω άλλα περιθώρια. Έχω βάψει τα μάτια μου με μαύρο χρώμα και μου λες πως αγριεύω όταν σε κοιτάω. Θωρακίζομαι, αλλά δε θες. Και ξεχνάς. Φράση παρά φράση και εξαϋλώνομαι σχεδόν απροκάλυπτα κι αναρωτιέμαι αν το πρόσεξες. Παρήγγειλα νέες λέξεις να έρθουν να σου πουν όλα αυτά που καιρό τώρα προσπαθώ με άναρθρες κραυγές και κινήσεις απελπισίας να σου δείξω. Κουράστηκα. Κάνεις πως κοιτάς τους πίνακες στον τοίχο. Με φοβίζεις.

Σκηνή τελευταία, πράξη δεν ξέρω ούτε εγώ τώρα πια, κουράστηκα να μετράω. Ανακατεύω τα χρώματα μπας και βγει εκείνο το υπέροχο μαύρο που χρόνια έψαχνα, να σε βάψω να μην ξαναρθεις, να μη με ξαναγγίξεις και να μη με ξανατρομάξεις, έτσι αυθάδικα που θα θες να εισβάλεις πάλι σε ό,τι ζω, ή ακόμα χειρότερα, σε ό,τι νομίζω ότι ζω. Ούτε που σαλεύω όταν σε πετυχαίνω τυχαία σε κανά όνειρο, γιατί αλλάζω κατευθείαν σταθμό μηχανικά και δε θέλω να περιαυτολογώ, αλλά πλέον τα καταφέρνω αριστοτρεχνικά. Τρίβω το δέρμα μου να βγάλω τη μυρωδιά σου από πάνω μου κι είμαι σε καλό δρόμο. Μην ξαναρθεις. Με λυπάσαι.

Και δε θέλω.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου