Τρίτη 21 Μαΐου 2013

Πέρα Δώθε2.

Δε μ' ένοιαζε τότε. Μου 'δινες μέλι και γλύκαινε το λαιμό μου και τους πόνους όλους και ξανάβγαινα να παίξω. Και μετά με φιλούσες στα μάγουλα και μου μίλαγες για την πιο όμορφη αρμύρα των στεγνωμένων δακρύων. Κι έδινες περισσότερη σημασία στην ελιά κάτω από το μάτι, την αγαπημένη σου ελιά. Έτσι μάθαινα να εξαφανίζομαι από τα δύσκολα και να σ' έχω πάντα δεκανίκι. Ήξερα τότε. Τώρα απλώς ακροβατώ και ψάχνω υποκατάστατα και παυσίπονα που δεν πιάνουν. Δεν πιάνουν τα γαμημένα.
Φανταζόμουν πως μετά από χρόνια θα γίνω άτρωτη, αλλά εγώ-όπως πάντα ανακόλουθη-γίνομαι ολοένα και πιο ευάλωτη. Ολοένα και πιο τρομαγμένη για κάποιον έρωτα, για κάποια τυχαιότητα, για κάποιο απροσδόκητο. Δεν έχω αποφασίσει αν φοβάμαι τους ανθρώπους ή εμένα. Κρύβομαι πάντως, πίσω από τις λέξεις και τα αυθάδικα βλέμματα-αν και μερικές φορές είναι τα μόνα που μπορώ, κάπως να χειριστώ. Αδέξια τσακίζω τις άκρες από τις χαρτοπετσέτες και με πείθω πως είναι ερωτικά γράμματα κάποιου παλιού αγαπημένου. Κι έπειτα τα καίω να γίνουν οι στάχτες τους αιωρούμενες αναμνήσεις μπας και εξαϋλωθούμε παρέα. Αλλά τελικά εκείνες φεύγουν και μένω εγώ στατική, σχεδόν καρφωμένη στο έδαφος να τις κοιτάω να χορεύουν.
Κάποτε όταν μου ψιθύρισε εκείνος ο εισβολέας πως κάτι δεν πάει καλά με 'μενα, τον αγνόησα και συνέχισα να γελάω με τις αηδίες που αράδιαζε κάποιος που δε θυμάμαι ποιος. Έπειτα το ξανασκέφτηκα κι από τότε κάθε μέρα, κάθε στιγμή, σε κάθε κίνηση, σε κάθε σκέψη έρχεται και μπαίνει μέσα στα σωθικά μου. Δε με ρωτάει, απλά μπαίνει. Στρογγυλοκάθεται και μ' αγνοεί. Και δεν το ελέγχω, στ' αλήθεια δεν το ελέγχω.
Ψάχνω να βρω τρύπες μπας και ξεφύγω, το πράγμα μπάζει από παντού λένε, μα εγώ δε βλέπω. Κοιτάζω στον καθρέφτη, ψηλαφίζω το κορμί μου και δεν είμαι εγώ. Εντοπίζω σπηλώματα, μελανιές και σημάδια κι αντί να θυμηθώ από πού ήρθαν, φτιάχνω γι' αυτά μικρές φανταστικές ιστορίες και τις αναπαράγω κάθε που σκοντάφτω πάνω τους.
Αφήνω τα μαλλιά μου να μακρύνουν και δε με πολυνοιάζει αν τα ρούχα μου είναι ταιριαστά ή αν έπλυνα τα πιάτα. Έχω σκαρφιστεί όλους τους λόγους του κόσμου, αλλά κάθε πρωί τους ξεχνάω. "Δώσε μου ένα λόγο να σηκωθώ το πρωί, δώσε μου κι άλλα ρούχα σου, δώσε μου κάτι από 'σενα να 'χω ν' αγγαλιάζω.", σου γράφω, αλλά δεν ξέρεις να διαβάζεις τέτοια σαχλά. Και με το δίκιο σου. Εσύ έχεις συνηθίσει άλλωστε τη μοναξιά. Εγώ γεννήθηκα μ' αυτήν, είναι κάτω από το δέρμα μου, εγκλωβισμένη σε κάθε κύτταρό μου, ρέει στο αίμα μου. Δεν είμαστε το ίδιο κι ας λέω ψέματα στον εαυτό μου κάθε βράδυ.
Κάποτε πίστευα πως όλοι γεννήθηκαν για ν' αγαπηθούν. Να ενώσουν τις ματαιότητές τους, να ψηλώσουν κανά δυο πόντους την ύπαρξή τους, να φαντασιωθούν δράκους και ερωτόλογα στις 5 το πρωί, να 'χουν να ζωγραφίζουν ιστορίες, να 'χουν κάποιον να μοιραστούν τον πρώτο καφέ και την τελευταία βαρύθυμη ανάσα πριν πέσουν ξεροί στο στρώμα.
Τώρα τίποτα δεν πιστεύω. Πες μου γιατί μ' έκανες έτσι; Ποιον πρωτοφοβάμαι, ποιον να πρωτοξορκίσω, από πού πάνε για τον παράδεισο παρακαλώ πολύ;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου