Κυριακή 10 Μαρτίου 2013

Κι άλλη Κυριακή.

  Πρέπει να αποκηρύξω τις Κυριακές μου, είναι από καιρό γεμάτες κλάματα. Τι να γίνει, πρέπει. Να μη βλέπω τα σωστά ποτέ ξανά και πληγώνομαι που δε με χώρεσαν. Θα μου λείπεις κάθε φορά που χαμογελάω με ατσούμπαλες κινήσεις και κάθε φορά που βρέχει στο μπαλκόνι. Τα πλυντήρια που δε βάζω, τα ξυπνητήρια που δεν ακούω, οι διαλέξεις που δεν προσέχω, οι οδηγίες που δεν υπακούω, τα φανάρια που ξεπερνάω αυθάδικα, όλα γίνονται ένα γιγάντιο στόμα έτοιμο να με κατασπαράξει σαν τα μυθικά τέρατα που τώρα με τρομάζουν πιο πολύ απ' όσο με τρόμαζαν μικρή. Η μαμά μου δεν είναι εδώ για να μου δημιουργεί την ανάγκη της αυτονόμησης, ούτε η Ράνια για να μου εμπνεύσει τους χαλαρές ακανονιστίες, εσύ γενικά δεν είσαι εδώ και έχεις πάψει να μου εμπνέεις πράγματα πέρα από φόβο. Άθελά σου.
 Αυτός κι αυτή φιλιούνται στα κλεφτά, εσύ χορεύεις, εγώ χαμογελάω, εκείνη έχει κατακτήσεις υπεράριθμες μα είναι δύστροπη, εγώ ανασφαλής, εσύ ανυποψίαστος, πρέπει να πάμε να δούμε τον Βυσσινόκηπο, να γραφτούμε στο φωτογραφικό όμιλο, να περάσουμε από το στέκι μεταναστών, μια χαλαρή μπύρα μετά την ταινία, χαράμισε λίγη ώρα να σου πω δυο βλακείες στα γρήγορα, γεμίστε τις μέρες σας με πράγματα, προλαβαίνουμε-δεν προλαβαίνουμε, μη σκέφτεσαι, μην το πολυαναλύσεις, η παράσταση σολντ άουτ, θα πάμε την άλλη Τετάρτη, θα περπατήσουμε στην παραλία για να ρουφήξουμε ήλιο και θα σχεδιάζουμε ταξίδια που ποτέ δε θα κάνουμε.
 Να βρέχει, να με σκεπάζεις με τα χέρια και την ομπρέλα σου, να τρέχουμε γιατί είμαστε παιδιά και να τσαλαβουτάμε στις λακκούβες αλλά κανείς να μη μας μαλώνει, να γράφω όλες τις κλισεδούρες του κόσμου κι εσύ να γελάς, να σε περιμένω στην άκρη της σκάλας, "πέφτουμε" να ουρλιάζεις κι εγώ να μην ακούω. Να μου λες σαχλαμάρες, πως είμαι όμορφη και γλυκιά, να χορεύω σαν τρελή, να εκτροχιάζομαι και συ να με κοιτάς άπραγος, αμμέτοχος. Να θες να με σώσεις από τους κακούς, αλλά να το ξεχνάς την άλλη μέρα επειδή παρακοιμήθηκες κι εγώ να σου κρατάω κακία μέχρι το πρώτο μας φιλί, μέχρι το αντίο μας για καληνύχτα και τις ασυναρτησίες σου ανάκατες με παράπονα, υπαρξιακά και λίγο αλκόολ.
 Είχαμε δει στην πλατεία δυο πιτσιρίκια σε μηχανοκίνητο, τ' αγόρι οδηγούσε κι είχε το κορίτσι υπό την προστασία του. Είχαμε δει το παιδί στο αναπηρικό καροτσάκι που πήγαινε βόλτα την κοπέλα του. Είχαμε δει τα παππούδια αγκαλιασμένα στο Λευκό. Είχαμε δει δυο τυπάδες χέρι-χέρι στην Άνω Πόλη. Είχαμε δει και 'μας κάπου ανάμεσά τους, αλλά δεν πιστέψαμε στιγμή πως τους μοιάζουμε.
 Βλέπω μανιωδώς βιντεάκια της Ματούλας και ανασκαλεύω τα λόγια σου, δεκάρα δε δίνω που είσαι μακριά. Δίνω δηλαδή. Σκατά.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου