Πόσο γυρίζει ανάποδα εκείνη η πυξίδα
και νομίζεις ότι χάθηκες
σε δρόμους απάνεμους
και φοβάσαι μετά όσο δεν παίρνει!
Βορράς και γίνεσαι βωρά στα σκυλιά.Έτσι απλά,επειδή πήρες λάθος δρόμο.
Μη φοβάσαι πια.
Σώπα.
Εγώ γοητεύομαι τόσο πολύ με το πόσο απρόσμενα
κοιτάς και βλέπεις
και έπειτα αγγίζεις τα σημαινόμενα και όλες τις γωνίες
και τις αιχμές
και τα χρώματα και τις νότες
και όλα εκείνα τα φοβερά και τα ξένα.
Αν κλείσεις τα μάτια σου κι ακούσεις
τι λένε και πόσο φωνάζουν,θα καταλάβεις.
Θα καταλάβεις την επιστροφή και το φευγιό
Το τρέξιμο και την αναγκαιότητα να συμπάσχουμε
και να κοιταζόμαστε.
Να κοιταζόμαστε,το ακούς;
Γιατί μέσα από εκείνα τα συνωμοτικά βλέμματα
κάπως αφουγκράζομαι τα απρόβλεπτα
και είναι-κάπως-σαν να καταλαβαίνω λίγο από το ψέμα σου
κι ακόμα περισσότερο από εκείνες τις τρομερές αλήθειες σου.
Δεν ξέρω,μπορεί και να γελιέμαι.
Ή να μ αρέσει η αυταπάτη.
Μα εκείνες οι εκρήξεις αυταπάτης,μικρές στιγμές υπερασφάλειας
μένουν και σε κάνουν να προχωράς.
Προχώρα.
Θα μαι εγώ να σου κρατώ το χέρι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου